Του ιερέως
Παναγιώτου Σ.
Χαλκιά
Μερικούς συνανθρώπους μας, φίλοι αναγνώστες, τους έχει καταλάβει μία φοβερή μανία εναντίον του «καθιερωμένου» και του «παραδοσιακού», όπως τα ονομάζουν. «Παρενθοντολογίες» μας λένε περιφρονητικά. Και η περιφρόνηση δεν περιορίζεται μόνο στις σκληρές εκφράσεις. Προχωρεί σε μία τρομερή πολεμική. Χωρίς κανένα οίκτο και χωρίς καμία διάκριση.
Οι άνθρωποι αυτοί και μόνο στη λέξη παρελθόν εξαγριώνονται, όπως ο ταύρος μπρος στο κόκκινο πανί. Έτσι, απορρίπτουν χωρίς συζήτηση κάθε τι που έχει σχέση με τα περασμένα ακόμη και αν αυτά είναι θησαυρός. Δεν σκέπτονται αν εκεί βρίσκονται κατατεθειμένα τα πνευματικά κεφάλαια που τους προσφέρονται, για να τα αυξήσουν και να επεκτείνουν τη δική τους δραστηριότητα.
Δεν είπε, βέβαια, κανείς, ότι πρέπει να κολλήσουμε στο παρελθόν σαν στρείδια. Ούτε να γυρίσουμε τα νώτα στο μέλλον και να βλέπουμε διαρκώς πίσω. Αυτό θα ήταν άρνηση της προόδου και θα σήμαινα πρόωρα γεράματα.
Πώς να το κάνουμε όμως; Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το παρελθόν, σαν να είμαστε εμείς η αρχή της ιστορίας και σαν να μη προηγήθηκε τίποτα πριν από εμάς. Τα τρυφερά κλαδιά δεν περιφρονούν τον κορμό τους ή τις ρίζες τους, έστω και αν είναι γέρικες, αν θέλουν να έχουν ζωτικούς χυμούς και να αναπτυχθούν ομαλά.
Το παρελθόν δεν μπορεί να περιφρονείται απλώς και μόνο γιατί είναι παρελθόν. Το εξετάζουμε, το μελετάμε και το κρίνουμε. Και η στοιχειώδης λογική μας λέει πως αν είναι θησαυρός να επωφεληθούμε και να το αξιοποιήσουμε. Δεν περιφρονούμε την περιουσία των γονέων μας, επειδή ανήκει στο παρελθόν. Αν όμως το παρελθόν μας κληροδότησε περιττά η βλαβερά πράγματα, τότε δεν χρειάζεται πολλή σκέψη για να το απορρίψουμε ή έστω να επωφεληθούμε από αυτό αρνητικά.
Δυστυχώς, όμως, συμβαίνει το αντίθετο. Πολλοί συνάνθρωποί μας στέκονται, συνήθως, εκστακτικοί μπροστά στη σαβούρα του παρελθόντος και δεν δυσκολεύονται να τραφούν με τα σάπια υποπροϊόντα του. Μιμούνται και αντιγράφουν δουλικά τις πιο χοντρές γελοιότητες και τους πρωτογονισμούς βαρβαρικών εποχών, ενώ περιφρονούν τους πνευματικούς θησαυρούς και τις ηθικές αξίες, που είναι πάντα νέες. Ξεχνάμε ότι τα αξιολογικά κριτήρια των προσώπων, των πραγμάτων ή των καταστάσεων, δεν είναι τα χρονικά όρια, αλλά η ποιοτική στάθμη και η πνευματική ακτινοβολία τους.
Ίσως, μία εικόνα θα διευκρίνιζε πιο πολύ την τοποθέτησή μας. Το μάτι του οδηγού αυτοκινήτου είναι προσηλωμένο μπροστά, όταν τρέχει. Δεν παύει όμως κάθε τόσο να κοιτάζει και στον πλαϊνό καθρέφτη, για να ξέρει τί γίνεται πίσω του. Θα ήταν τρομερό λάθος να κοιτάζει συνέχεια μέσα σ’ αυτόν τον καθρέφτη, να ασχολείται δηλαδή αδιάκοπα με το παρελθόν. Αλλά θα ήταν το ίδιο λάθος να τον αγνοήσει και να τον πετάει στα άχρηστα.
Κι όμως, αυτό το λάθος κάνουν πολλοί. Απελευθέρωση από τα δεσμά του καθιερωμένου, φωνάζουν. Και ύστερα ορμάνε με μανία για να συντρίψουν παραδόσεις, θεσμούς, ηθικές αξίες ή πολιτιστικές, απλώς και μόνο γιατί ανήκουν στο παρελθόν.
Το φαινόμενο είναι ανησυχητικό. Δεν είναι απλώς ένα ξέσπασμα ή ένας παροδικός αναρχισμός. Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα νευρωτικό αντικοινωνισμό, που φθάνει στα όρια μιας ψυχικής ανισορροπίας.
Αλήθεια, ποιος μας είπε ότι θα ξαναγυρίσουμε στο παρελθόν για να το αντιγράψουμε δουλικά; Η στείρα, η αντιπνευματική παρελθοντολογία δεν είναι το ιδανικό μας. Σ ‘ένα κόσμο που λαχταράει ζωή, σφρίγος, δύναμη, φρεσκάδα, δεν μπορούμε να προσφέρουμε κονσερβοποιημένα και ταριχευμένα κατασκευάσματα. Την ιστορία τη μελετάμε για να αντλήσουμε διδάγματα, όχι για να την αντιγράψουμε τυφλά. Τα μουσεία τα επισκεπτόμαστε για να διδαχθούμε, όχι για να ζήσουμε μέσα σ’ αυτά.
Και ο χριστιανισμός ήταν επανάσταση αληθινή και όχι στείρα συντήρηση. Η ταρίχευση και η μουμιοποίηση είναι αιγυπτιακή και όχι χριστιανική εφεύρεση. Στόχος του Χριστιανισμού υπήρξε πάντα ο «νέος άνθρωπος». «Καινά πάντα ποιώ», διακήρυξε ο Ανακαινιστής Αρχηγός μας. «Οίνον νέον εις ασκούς καινούς» μας πρόσταξε να βάλουμε και «εντολήν καινήν» μας έδωσε. «Εν Χριστώ, καινή κτίσις, τα αρχαία παρήλθε, ιδού γέγονε καινά τα πάντα», θα βροντοφωνήσει ο φλογερός Απόστολός Του.
Αλλά για να εξηγούμαστε. Μιλάμε για το αληθινά νέο και όχι για τους ψευτονεωτερισμούς. Πολύ περισσότερο δεν θα δώσουμε την ονομασία του «νέου» σε κάθε εποχική αλλαγή. Ούτε πάλι θα ειδωλοποιήσουμε την τεχνική πρόοδο και τις νεοφανείς ιδέες. Έτσι πρέπει να ξεκινήσουν, αν δεν ξεκίνησαν, οι άνθρωποι του 21ου αιώνα.







