Πρόγραμμα εκδηλώσεων της Ημαθίας
[ditty id=231425 category="h-thesh-tou-laou"]

«Μεταξύ Ιστορίας και Θρύλου» – ΟΙ ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ ΤΗΣ ΦΡΙΚΗΣ

Του Ηλία Τσιαμήτρου

Γεννήθηκε το 1336 μ.Χ. στο σημερινό Ουζμπεκιστάν. Δεν ήταν γεννημένος βασιλιάς. Ήταν ένας ταπεινός κλέφτης προβάτων. Στα νιάτα του ήταν αρχηγός μιας ομάδας παρανόμων που ζούσαν στις σκιές της απέραντης στέπας και πολεμούσαν μεταξύ τους. Σε μια από εκείνες τις μάχες, ένα βέλος τον βρήκε στο δεξί γόνατο. Κάθε άλλος πολεμιστής της εποχής θα είχε ξοφλήσει μετά από έναν τέτοιο τραυματισμό. Ο Τιμούρ όμως, όχι μόνο επέζησε, αλλά έγινε γνωστός στην Ιστορία ως Τιμούρ ο χωλός ή Τιμούρ λενκ ή πιο σύντομα για τους δυτικούς, Ταμερλάνος.
Μέχρι το 1370 μ.Χ. είχε ενώσει κάτω απ’ το σκήπτρο του το θρυμματισμένο χανάτο Τσαγκατάι[1] με πρωτεύουσα τη Σαμαρκάνδη. Ύστερα, αφού συγκρότησε μια μεγάλη ορδή από τουρκομογγόλους καβαλάρηδες, γύρεψε να κατακτήσει τα γειτονικά βασίλεια. Νοτιοανατολικά το σουλτανάτο του Δελχί. Νότιοδυτικά, την Περσία και το σημερινό Ιράκ. Δυτικά, το βασίλειο των Μαμελούκων της Αιγύπτου και την ανατέλλουσα οθωμανική αυτοκρατορία. Βόρεια, το χανάτο της Χρυσής Ορδής[2]. Ανατολικά το μεγάλο χανάτο[3] της Κίνας. Λίγο πριν το τέλος της ζωής του, είχε δημιουργήσει μια απέραντη αυτοκρατορία από τη Μεσόγειο μέχρι τα Ιμαλάϊα. Έμενε μονάχα η Κίνα για να φτάσει μέχρι την κίτρινη θάλασσα και τον Ειρηνικό ωκεανό. Στο ξεκίνημα της εκστρατείας του εναντίον του μεγάλου χανάτου της Κίνας, ο Ταμερλάνος πέθανε (1405 μ.Χ.) και τάφηκε με τιμές στη Σαμαρκάνδη.
Ενώ όλοι οι μεγάλοι κατακτητές της Ιστορίας επιθυμούσαν να κατακτήσουν εδάφη, ο Ταμερλάνος επιθυμούσε να κατακτήσει τις καρδιές και τα μυαλά των ανθρώπων μέσω του τρόμου. Είχε καταλάβει από καιρό πως ένας εχθρός τρομοκρατημένος και τσακισμένος ψυχικά ήταν ένας ακίνδυνος εχθρός. Το μεγάλο του όπλο για τις επιτυχίες του δεν ήταν οι κερδισμένες μάχες και οι κατακτημένες πόλεις. Ήταν μια χορογραφία τρόμου που εκτελούνταν με ανατριχιαστική συνέπεια και απάνθρωπη επιμονή μετά τις νίκες του στρατού του. Στην πραγματικότητα, ο Ταμερλάνος υπήρξε ένας αρχιτέκτονας της φρίκης. Από όπου περνούσε, άφηνε πίσω του μνημειακά οικοδομήματα. Μονάχα που τα υλικά με τα οποία έχτιζε αυτές τις αποτρόπαιες κατασκευές δεν ήταν πλίνθοι, πέτρες ή τούβλα. Ήταν ανθρώπινα κρανία, μερικές φορές ανθρώπινα κεφάλια και σε ορισμένες περιπτώσεις γυμνά κορμιά ζωντανών ακόμη ανθρώπων!

Όταν o Ταμερλάνος κατέκτησε την πόλη της Σαμπζαβάρ που αντιστάθηκε, διέταξε να χτίσουν έναν τοίχο από δύο χιλιάδες ζωντανούς γυμνούς αιχμαλώτους που στοίβαξαν τον έναν πάνω στον άλλο με λάσπη και τούβλα, με τα πρόσωπά τους προς το εξωτερικό της κατασκευής. Ήταν ένας τοίχος ζωντανών-νεκρών, οι κραυγές απελπισίας και πόνου των οποίων στοίχειωσαν τους επιζήσαντες για όλη την υπόλοιπη ζωή τους.
Το 1387 μ.Χ. εισέβαλλε στην Περσία. Η πόλη του Ισφαχάν παραδόθηκε ανάμεσα σε άλλες. Όταν οι κάτοικοί της εξεγέρθηκαν και έσφαξαν τη μογγολική φρουρά, ο Ταμερλάνος επέστρεψε γεμάτος οργή. Διέταξε τη σφαγή όλων των κατοίκων. Σχεδόν 75.000 πέρασαν από το λεπίδι του. Με τα κρανία τους έχτισε πενήντα πυραμίδες σαράντα μέτρα ύψος από 1500 κρανία η κάθε μία γύρω από την πόλη. Έμειναν εκεί για καιρό, να θυμίζουν τη μοίρα όσων αντιστέκονταν στην ορμή του.
Όταν εκστράτευσε εναντίον του πλούσιου Δελχί το 1398 μ.Χ., μάζεψε στο διάβα του εκατό χιλιάδες δυστυχείς Ινδούς αιχμαλώτους. Φτάνοντας κάτω από τα τείχη της πόλης, έδωσε μια διαταγή που φάνηκε εξωφρενική ακόμη και στους στρατηγούς του. Διέταξε να τους σφάξουν όλους! Εκατό χιλιάδες άνθρωποι πέρασαν στην ανυπαρξία μέσα σε ένα απόγευμα. Δεν είχε ξαναγίνει τέτοια σφαγή. Τα μαχαίρια στόμωσαν, τα τσεκούρια δεν έκοβαν άλλο. Η γη χόρτασε αίμα, δεν μπορούσε να πιει περισσότερο. Μεγάλες λίμνες αίματος αντανακλούσαν τη σελήνη που ανέτειλε μέσα σε ένα σύννεφο φρίκης και τρόμου. Μετά την κατάκτηση του Δελχί, λέγεται πως για δύο ολόκληρους μήνες ούτε ένα πουλί δεν πέταξε πάνω από την έρημη, άδεια πόλη. Μονάχα οι πυραμίδες με τα κρανία των σκοτωμένων θύμιζαν την άλλοτε πλούσια και δυνατή πόλη του Δελχί.
Όταν γκρέμισε τα τείχη της Σεβάστειας το 1400 μ.Χ., υποσχέθηκε στους τέσσερις χιλιάδες Αρμένιους υπερασπιστές της να μη χύσει σταγόνα απ’ το αίμα τους αν παραδίνονταν χωρίς μάχη. Όταν παραδόθηκαν, ο Ταμερλάνος κράτησε το λόγο του. Τους έθαψε ζωντανούς, αποδεικνύοντας πως η επιείκειά του ήταν πιο απάνθρωπη ακόμη κι απ’ την οργή του.
Τον ίδιο χρόνο ο Ταμερλάνος στράφηκε νότια. Κατέλαβε την Αντιόχεια χωρίς αντίσταση και πολιόρκησε το Χαλέπι. Όταν το κατέλαβε, πέρασε τους κατοίκους απ’ το λεπίδι και τράβηξε για τη Δαμασκό. Μετά από τρίμηνη πολιορκία η πόλη έπεσε τον Μάρτιο του 1401 μ.Χ.. Ο Ταμερλάνος δεν λυπήθηκε κανέναν. Διέταξε τον αποκεφαλισμό όλων των κατοίκων εκτός των τεχνητών και των καλλιτεχνών που τους πήρε αιχμαλώτους. Για να γίνει η «δουλειά» γρήγορα, κάθε Μογγόλος στρατιώτης όφειλε να φέρει συγκεκριμένο αριθμό κεφαλιών, αλλιώς θα έχανε το δικό του κεφάλι. Με αυτά τα μακάβρια οικοδομικά υλικά υψώθηκαν έξω από τα τείχη της πόλης, μεγάλοι πύργοι. Ο μεγαλύτερος στήθηκε στα βορειοανατολικά, κοντά στην πύλη Μπαμπ Τούμα. Ήταν ένας ψηλός, τετράγωνος πύργος, με τα κεφάλια προσεκτικά στοιχισμένα με τα πρόσωπα να κοιτούν προς τα έξω. Αυτός ο πύργος της φρίκης ήταν το πρώτο πράγμα που αντίκριζε ο επισκέπτης που ήθελε να φτάσει στην πόλη. Δεκαετίες μετά από αυτή τη σφαγή, η Δαμασκός δεν είχε συνέλθει ακόμη. Σήμερα, στο μέρος του μακάβριου εκείνου κατασκευάσματος υπάρχει μια πλατεία που ονομάζεται «Πύργος των Κεφαλιών» ως φρικτή ανάμνηση εκείνου του γεγονότος.
Τελευταία χάντρα σε ‘κείνο το αδιανόητο κομπολόι του τρόμου υπήρξε η κατάληψη μετά από πολιορκία σαράντα ημερών της άλλοτε θαυμαστής Βαγδάτης το 1401 μ.Χ. Μονάχα τα τζαμιά και τα ισλαμικά σχολεία γλίτωσαν την καταστροφή. Εδώ η σφαγή υπήρξε συστηματικότερη. Μόνο ένας στους εκατό κατοίκους γλίτωσε το θάνατο. Κάθε στρατιώτης υποχρεώθηκε να φέρει δύο τουλάχιστον κεφάλια κατοίκων. Όσοι δεν έβρισκαν κεφάλια να κόψουν, αναγκάστηκαν να αποκεφαλίσουν δικούς τους δούλους, μερικοί ακόμη και τις γυναίκες τους. Ο Ταμερλάνος έστησε γύρω από τα γκρεμισμένα τείχη εκατόν είκοσι ψηλές πυραμίδες με αυτά τα κεφάλια που υπολογίστηκαν κοντά στις ενενήντα χιλιάδες. Καθώς ήταν καλοκαίρι, η δυσωδία από τα πτώματα που αποσυντίθονταν στον καυτό ήλιο ανάγκασε ακόμη και τους ίδιους τους Μογγόλους να φύγουν τρέχοντας από εκείνη την κόλαση. Η Βαγδάτη δεν επρόκειτο να συνέλθει από εκείνη την καταστροφή για αιώνες ολόκληρους.
Εδώ τελειώνει η ιστορία των κατορθωμάτων αυτού του αιμοδιψούς κατακτητή που μέσα σε 35 χρόνια συνεχών πολέμων άφησε πίσω του 17.000.000 νεκρούς, περίπου το 5% του παγκόσμιου πληθυσμού της εποχής του. Θα περίμενε κανείς η ανθρωπότητα να έχει βάλει μυαλό μετά από τέτοιο φόρο αίματος. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη φυσικά, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

[1]: ένα από τα τέσσερα χανάτα που δημιουργήθηκαν μετά το θάνατο του Τζένγκις Χαν
[2]: άλλο ένα από τα χανάτα που δημιουργήθηκαν μετά το θάνατο του Τζένγκις Χαν
[3]: το τέταρτο και μεγαλύτερο χανάτο που δημιουργήθηκε από τον Κουμπλάι Χαν εγγονό του Τζέγκις Χαν

 

Κοινοποίηση της ανάρτησης:

Σχετικές αναρτήσεις

Ιστορικό

[pmpro_login redirect="/account/"]