Πρόγραμμα εκδηλώσεων της Ημαθίας
[ditty id=231425 category="h-thesh-tou-laou"]

«Μεταξύ Ιστορίας και Θρύλου» – Ο ΜΟΝΑΧΟΣ

Του Ηλία Τσιαμήτρου

Οι δύο νοσοκόμες του Δημοτικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης [1] κατευθύνονταν με αργό βήμα προς το ευρύχωρο δωμάτιο όπου άλλαζαν οι αδελφές και όπου φύλαγαν τα προσωπικά τους είδη. Ήταν φορτωμένες με ‘κείνη την ιδιαίτερη και ψυχοφθόρα κούραση που σωρεύει στις καρδιές και τα κορμιά των υγειονομικών μια ολόκληρη μέρα ενασχόλησης με τον ανθρώπινο πόνο και την αρρώστια. Ήταν άνοιξη του 1938 και το νοσοκομείο ήταν γεμάτο ασθενείς. Η μία, η μεγαλύτερη, ήταν κοντά στα πενήντα, κοντή, γεματούλα αλλά σβέλτη, με κοφτερό βλέμμα και περπάτημα γεμάτο αυτοπεποίθηση. Η άλλη, ήταν νέα, ίσως μονάχα είκοσι χρόνων. Η άχαρη στολή της αδελφής δεν μπορούσε να κρύψει το καλοσχηματισμένο ψηλόλιγνο κορμί της. Το όμορφο καθάριο της πρόσωπο, παρά την κούραση, έλαμπε κάτω από το μαντήλι με τη λευκή φάσα στο μέτωπο.
«Λένε πως δεν έχει δει ποτέ στη ζωή του γυναίκα» είπε η νεαρή νοσοκόμα καθώς άνοιγε την πόρτα.
«Το άκουσα» απάντησε η μεγαλύτερη. «Και αν κρίνω απ’ την κατάστασή του, ούτε θα προλάβει να δει. Φοβάμαι πως σήμερα-αύριο θα παραδώσει την αγιασμένη ψυχή του».
«Σκέψου…» ξαναείπε η νεαρούλα, «ογδόντα δύο χρονών και δεν έχει δει γυναίκα ποτέ του. Έτσι τουλάχιστον μας είπε ο άγιος Ηγούμενος που τον συνόδευε από το μοναστήρι».
Έμοιαζε εκστασιασμένη, η ιδέα και μόνο της προκαλούσε ρίγος. Ένα ρίγος που ερχόταν απ’ το βάθος της ψυχής της, έτσι νόμιζε. Στην πραγματικότητα, ήταν το σώμα της που αντιδρούσε βίαια σε κείνη την αδιανόητη πληροφορία. Το κορμί, που ασφυκτιούσε μέσα στα όρια του καθωσπρεπισμού της εποχής. Το κορμί της, που ήταν φτιαγμένο για τον έρωτα, αλλά αυτόν τον έρωτα τον στερούταν άσπλαχνα.
«Μου φαίνεται πως σε κέντρισε άσχημα τούτη η ιδέα» μουρμούρισε η μεγαλύτερη καθώς ξεκούμπωνε τη στολή της. «Κοίτα να συνεφέρεις, έτσι κι αλλιώς ο παππούλης είναι σε κώμα, άκουσες τι είπε ο γιατρός Μανουσάκης, δεν πρόκειται να ξυπνήσει• τί τρώγεσαι τώρα;».
Η νεαρή νοσοκόμα δεν μίλησε, άρχισε κι εκείνη ν’ αλλάζει. Στο μυαλό της όμως τριγύριζε πάντα εκείνος ο γέροντας με το ισχνό, φαγωμένο πρόσωπο. Ο γέρος μοναχός που ξεψυχούσε χωρίς να έχει δει ποτέ γυναίκα στη ζωή του δεν την άφηνε να ησυχάσει.

Ήταν άνοιξη του 1856 και στο σπιτάκι του Ανδρέα του Τολότου πλάι στο κάστρο του Ανδρόνικου Παλαιολόγου[2], η νεαρή χήρα του κοιλοπονούσε στο πρώτο τους παιδί. Ο άντρας της είχε σκοτωθεί πριν από τρεις μήνες πάνω σ’ έναν καυγά με άλλους κοντραμπατζήδες[3]. Ολόκληρη η περιοχή, που τότε λεγόταν Προσφόρι, ήταν μετόχι και ιδιοκτησία της Μονής Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους. Η γέννα ήταν δύσκολη, η μαμή κολυμπούσε στον ιδρώτα, το παιδί ερχόταν ανάποδα. Ώρες μετά, έφτασε στο χαμηλό σπιτάκι κι ένας καλόγερος απ’ το μοναστήρι ειδοποιημένος από έναν κολίγο και έπιασε να προσεύχεται έξω απ’ την κάμαρη.
Κατά τα χαράματα, ακούστηκε ένα ασθενικό κλάμα μωρού απ’ το δωμάτιο. Ο καλόγερος που είχε γύρει αποκαμωμένος στο πεζούλι ανασηκώθηκε κι έκαμε το σταυρό του. Σε λίγα λεπτά πρόβαλλε η μαμή απ’ το χαμηλό πορτόνι. Ήταν αναμαλλιασμένη, γεμάτη αίματα, με το μάτι μαύρο, πονεμένο.
«Αγόρι έκαμε η συφοριασμένη, μα ‘κείνη δεν άντεξε, θεός σχωρέστην» είπε στον άγιο άνθρωπο και χάθηκε πάλι στη σκοτεινιά της κάμαρης.
Το νεογέννητο πήρε το όνομα Μιχαήλ μ’ αεροβάπτισμα, μιας κι έστεκε ανάμεσο ζωής και θανάτου. Ο καλόγερος, αφού τακτοποίησε τα της ταφής της γυναίκας, κίνησε να γυρίσει στον Άθω. Η μαμή έπεσε στα πόδια του με κλάματα να πάρει και το νεογέννητο στη Μονή όπου βρισκόταν και στάρι και βρόμη και γάλα απ’ τις κατσίκες. Οι λιγοστοί σέμπροι του μετοχιού ήταν φτωχοί και πεινούσαν και οι ίδιοι τους. Είχε και ζέστα στο μοναστήρι, που ο καιρός ήταν ακόμη χειμωνιάτικος κι ας ήταν μέσα Μαρτίου, και το μωρό δεν θα άντεχε στο κρύο. Με τα πολλά, ο γέροντας πείστηκε και καβάλησε το μουλάρι με τον νεογέννητο Μιχαήλ Τολότο στην αγκαλιά τυλιγμένο στα σπάργανα.
Το παιδί έζησε τελικά και ανατράφηκε απ’ τους μοναχούς. Πέρασε ολόκληρη τη ζωή του στη Μονή Βατοπαιδίου. Και όταν ήρθε η ώρα, όπως ήταν φυσικό, εκάρη μοναχός και εντάχθηκε στην μοναστική κοινωνία. Ο Μιχαήλ Τολότος από δική του επιλογή δεν βγήκε ποτέ απ’ το περιβόλι της Παναγιάς, που ως γνωστόν ήταν από κτίσεώς του άβατο για τις γυναίκες και οποιοδήποτε ζώο θηλυκό. Και όταν πλέον σε ηλικία ογδόντα δύο ετών πλάνταξε λόγω εγκεφαλικού, μεταφέρθηκε από τον τότε Ηγούμενο της Μονής, που ήταν ιατρός πριν ασκητέψει, στο Δημοτικό νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης μήπως και με τις φροντίδες των γιατρών και τη Χάρη της Παναγίας συνερχόταν απ’ το κώμα όπου είχε περιπέσει.

Τα χαράματα της επόμενης νύχτας, η νεαρή και όμορφη νοσοκόμα που την έλεγαν Αγγελική, μπήκε ακροποδητί στο θάλαμο των μελλοθανάτων όπου είχαν μεταφέρει τον γέροντα Μοναχό. Δεν υπήρχε άλλος άρρωστος στο δωμάτιο. Ένα ασθενικό φως από αγιοκέρι φώτιζε αχνά το χώρο στο προσκεφάλι του μπροστά από μια εικόνα της Παναγίας. Η νοσοκόμα στάθηκε πάνω από το σκεβρωμένο σώμα που το σκέπαζε ένα χοντρό μάλλινο σεντόνι. Τα μάτια της τον κοιτούσαν με μια βαθιά, ανεξιχνίαστη λύπη. Μια μέρα και μια νύχτα την τυραννούσε εκείνη η ιδέα για τον άντρα που δεν είχε δει γυναίκα στη ζωή του ογδόντα χρόνια και βάλε. Της φαινόταν αβάσταχτη μια τέτοια μοίρα, ένιωθε το άδικο να την τρώγει από μέσα της, ήθελε λες να διορθώσει μια απίστευτη δυστυχία όπως νόμιζε.
Στράφηκε ακροπατώντας και κλείδωσε την πόρτα του θαλάμου. Ύστερα, επέστρεψε κοντά στον άρρωστο. Η ανάσα του, ακανόνιστη κι ασθενική, ίσα που ανασήκωνε το βαρύ σεντόνι. Πήρε στο χέρι της την εικόνα της Παναγίας και την έστρεψε προς τον τοίχο να μην βλέπει. Μετά, με αργές κινήσεις, σχεδόν υπνωτικές, άρχισε να γδύνεται. Έβγαλε τη μαντίλα, το φόρεμα, το μεσοφόρι. Έμεινε για μια στιγμή έκπληκτη μονάχα με τα εσώρουχα και έπειτα, απαλλάχτηκε απ’ αυτά γρήγορα, προτού το μετανιώσει. Στάθηκε τότε η Αγγελική γυμνή, όπως τη γέννησε η μάνα της, πάνω απ’ τον γέροντα. Το φως του κεριού ζωγράφιζε αχνές σκιές στο απαλό κορμί της.
Τότε, τα μάτια του παππούλη άνοιξαν ως εκ θαύματος για λίγα δευτερόλεπτα. Στάθηκαν έκθαμβα πάνω στο όμορφο γυναικείο σώμα που έθαλλε αδιάντροπα πλάι στο κρεβάτι του και ύστερα έκλεισαν ξανά. Την ίδια στιγμή, έπαψε η μικρή, δύσκολη αναπνοή του και το σεντόνι έμεινε ακίνητο. Η Αγγελική σταυροκοπήθηκε, ντύθηκε βιαστικά, επανέφερε την εικόνα της Παναγίας στη θέση της και βγήκε γαληνεμένη απ’ το δωμάτιο του πεθαμένου.
[1]: σημερινό νοσοκομείο Άγιος Δημήτριος
[2]: στη σημερινή Ουρανούπολη Χαλκιδικής
[3]: λαθρέμποροι

Κοινοποίηση της ανάρτησης:

Σχετικές αναρτήσεις

Ιστορικό

[pmpro_login redirect="/account/"]