Του Ιωάννη Ιασ. Βελέντζα Διπλ. Ηλεκτρολόγου Μηχανικού
Φίλοι μου, καλή σας ημέρα,
ξεκινώντας το σημερινό περίπατο, πρέπει να τονιστεί, ότι εάν την εποχή του 40, της πατρίδος ηγείτο, ο αυτοκράτορας Αλέκσης, πόλεμος δεν θα γινότανε.
Θα χτυπούσε την πόρτα ο Γκράτσι, θα άνοιγε ο ηγεμόνας, θα του έλεγε όχι, θα εννοούσε ναι και έτσι θα γλυτώναμε τις εχθροπραξίες.
Επίσης, εάν είχατε την τύχη πρωθυπουργός να ήμουν εγώ, πάλι δεν θα είχαμε μπαμ και μπουμ οι κουμπουριές.
Θα άνοιγα την θύρα, θα πάθαινα πλάκα από τη φουστανέλα της Μόνικας, χοντρούλη θα έλεγε, είσαι για ένα πόλεμο μεταξύ μας;
Μόνικά μου αγάπη μου, προτιμώ να σε κεράσω ένα ταψί σάμαλι, σοταρισμένο με μπακλαβά.
Το ξέρεις απεχθάνομαι τα όπλα.
Κάνουν θόρυβο και άντε να βρούμε μηχανικό να μας κάνει μελέτη ηχομόνωσης!
Και θα ζούσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!
Η «ιστορία» όμως φίλοι μου, άλλα εξιστορεί.
Ο Ελληνικός λαός λένε, είπε όχι.
Η αλήθεια είναι ότι θυμάμαι τι συνέβη εκείνο το βράδυ.
Είχε χτυπήσει το κουδούνι ο Ιταλός και ζήτησε από τον πατέρα μου, να περάσουνε.
Ο γέρος τους είπε ούστ, η κυρά Φωφώ, όμως φοβήθηκε και τους είπε ναι. Ισοπαλία.
Μετά ο Ιταλός πήγε στο γείτονα. Και εκεί ίδια κατάσταση. Πάλι ισοπαλία.
Ώσπου σε ένα σπίτι, η κυρία είπε και αυτή ούστ, γιατί θυμήθηκε τις σπουδές της στην Ιταλία και τον πρώην της που ήταν μοντέλο εξ’ Ιταλίας και την είχε παρατήσει.
Έτσι υπερίσχυσε το ούστ, και ο Ελληνικός λαός είπε το όχι!
Άλλη μία ηλίθια κομματική εκδοχή!
Φίλοι μου, είτε μας αρέσει, είτε όχι, ο Μεταξάς ήταν αυτός που είπε, τα μπρατσάκια σας και σε άλλη παραλία.
Δηλαδή ο Μεταξάς θα έλεγε ναι και θα ξυπνούσαν οι παππούδες μας και οι πατεράδες μας ξαφνικά και θα λέγανε όχι, εμείς θα πολεμήσουμε! Γελοιότητες!
Ο πρωθυπουργός της χώρας, ο δικτάτορας Μεταξάς, είπε το όχι και επειδή δεν ήταν γέννημα θρέμμα των καταλήψεων και του φραπέ, δεν έτρεφε αυταπάτες, για αυτό είχε φροντίσει να ετοιμάσει, όσο ήταν εφικτό την πατρίδα.
Ήταν προφανές ότι μετά τη βύθιση της φρεγάτας Έλλης, θα οδηγείτο και η πατρίδα μας στον πόλεμο. Μόνο ένας ηλίθιος με αυταπάτες δεν θα το καταλάβαινε.
Ευτυχώς για εμάς, η πατρίδα δεν είχε τότε, τόσο πολλούς ηλίθιους μαζεμένους. Τους έχουμε τώρα!
Ο Μεταξάς φίλοι μου, είπε όχι και το πήρε ο Ελληνικός λαός και φωνάζοντας αέρα, το μετέτρεψε σε ΟΧΙ!
Δεν πολέμησε στα χιονισμένα βουνά, ο Μεταξάς, αλλά ο απλός Έλληνας κουρελής.
Η πατρίδα τότε δεν είχε καγιέν, αλλά γαιδούρια, δεν είχε πλούτο, αλλά φτώχεια, πείνα.
Δεν είχε εξοχικά και Μύκονο, αλλά είχε αρχές, πίστη σε αξίες, πίστη σε ιδανικά.
Τότε οι νέοι, καβαλήσανε τα βαγόνια και γελώντας πήγανε σε πόλεμο.
Τώρα ο νέος δεν γελά, αλλά κλαίει, διότι δεν του «κάθεται» το μοντέλο της οθόνης του υπολογιστή και επιβάλλεται να καπνίσει και χόρτο για να ξεχάσει τον πόνο του!
Τότε, ο νέος έκλαιγε γιατί ήταν ξυπόλητος, τώρα κλαίει γιατί δεν του παίρνει ο μπαμπάς γόβα στιλέτο!
Τότε, ο νέος έκλαιγε γιατί δεν είχε βιβλία, τώρα γελάει που τα καταστρέφει!
Εκείνα τα χρόνια φίλοι μου, η πατρίδα είχε γυναίκες Ηπειρώτισσες (στίχοι Πυθαγόρας), που μέσα στα χιόνια κουβαλούσανε οβίδες.
Είχε κόρες, γριές, κυράδες, που ήτανε φωτιά μες στους βοριάδες.
Είχε γυναίκες, ξαφνιάσματα της φύσης!
Τώρα, έχει γυναίκες που οδύρονται, γιατί πρέπει να κόψουνε τα μαλλιά, στο νέξτ τοπ μόντελ,
έχει γυναίκες που κλαίνε, διότι δεν πέτυχε το σοτάρισμα του βοδιού, με το σιρόπι από μοσχάρι!
Τώρα η πατρίδα έχει γυναίκες που πονάνε, αφού στο βόις δεν πιάσανε τις χοντρές νότες, ενώ είναι οι ίδιες είναι λεπτές!
Εκείνα τα χρόνια φίλοι μου, η πατρίδα είχε της λευτεριάς μανάδες, τώρα έχουμε της γελοιότητας μαμάδες!
Τότε η μάνα έκλαιγε που έχασε το παλικάρι της και ο πατέρας έλεγε, έπεσε για την πατρίδα!
Τώρα η μάνα ουρλιάζει, γιατί έπεσε κόκκινο κρασί στο φόρεμά της, μάρκας «φούφουτος» και ο ηλίθιος της λέει μην ανησυχείς, θα σου πάρω άλλο!
Τότε η μάνα έκλαιγε, γιατί δεν πρόλαβε να πλέξει κάλτσες, τώρα στενοχωριέται που της χάλασε το εξτέσιον για το μαλλί και δεν θα είναι ωραία στη σέλφι!
Τότε ο πατέρας φρόντιζε το ζώο για να μπορέσει να ανέβει στα βουνά, τώρα φροντίζει το διθέσιο μερσεντές, το οποίο και να χαλάσει δεν πειράζει, θα πάρουμε άλλο!
Τότε οι γονείς μας προσπαθούσανε να ξεφύγουνε από τη φτώχεια με όπλα, τη δίψα για γνώση, με μόχθο και ρούχα καθαρά και άσημα.
Τώρα προσπαθούμε να ανελιχθούμε με όπλα την πονηριά, τη γνωριμία και ρούχα βρώμικα, αλλά φιρμάτα!
Οι πατεράδες μας τότε τα καταφέρανε, διότι γνωρίζανε την εθνική κληρονομιά τους και μπορούσανε να τη σηκώσουνε.
Εμείς που δεν τη γνωρίζουμε και δεν μπορούμε καν να την δούμε, επειδή έχουμε τυφλωθεί από την αφθονία των υλικών αγαθών, είμαστε καταδικασμένοι να σερνόμαστε μέσα στο ψέμα και τη λάσπη.
Οι πρόγονοί μας πετύχανε θριάμβους, διότι δεν πιστεύανε σε πολιτισμό που σκοτώνει τη ζωή, αλλά σε πολιτισμό που διατηρεί τη ζωή (ακούς πάπα της Ορθοδοξίας!).
Όταν η ζωή σου είναι η αρπακτή, ο φραπές, η ασυδοσία, η ασέβεια, η ντουντούκα, ο τσαμπουκάς, η μάταιη επίδειξη του πλούτου και της βλακείας, είσαι καταδικασμένος να τραγουδάς Σουρή και: «ω Ελλάς ηρώων χώρα, τι γαιδάρους βγάζεις τώρα»!
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΠΑΤΡΙΔΑ!







