Του Ιερέως:Παναγιώτου Σ. Χαλκιά
Στις αρχές Μαΐου, φίλοι αναγνώστες, ανέβηκα στο xωριό που γεννήθηκε ο πατέρας μου: Κοσμάς-Κυνουρίας: 1.150μ. ύψομ.
Βολτάροντας την απόσταση: Κοσμά-θέση «Μαζαράκη», άνοιξαν τα ρουθούνια μου και με πλημμύρισε το άρωμα των ανθισμένων σπάρτων και θυμαριών, που υπήρχαν ζερβόδεξα στο δρόμο. Πίνοντας δροσερό πηγαδίσιο νερό, κάθισα στις ρίζες του αιωνόβιου πλάτανου και σκέφτηκα ότι, περισσότερο από τους άλλους λαούς, εμείς οι Έλληνες έχουμε σε μεγάλο βαθμό ανεπτυγμένο το αίσθημα της φυσιολατρίας.
Ίσως συντείνουν σ’ αυτό η ομορφιά της γαλανής μας πατρίδας και η συναισθηματική μας ευαισθησία. Μέσα στις ομορφιές της ελληνικής φύσης, ο Έλληνας αντίκρυσε τον ίδιο το Θεό του! Γι’ αυτό, ο κόσμος θεωρήθηκε απ’ τον αρχαίο Έλληνα έμψυχος! Γι’ αυτό και κατά τους νεότερους χρόνους η φυσιολατρία άφησε τη σφραγίδα της τόσο ζωηρή στο δημοτικό τραγούδι, που είναι ο πιστότερος καθρέφτης της ψυχής του λαού μας, που λάτρεψε τόσο πολύ τη φύση και ήρθε κοντά της, για να ψάλει θεόπνευστους ύμνους.
Οι ποιητές των δημοτικών μας τραγουδιών αγάπησαν με ειλικρίνεια τη δημιουργία του φυσικού μυστηρίου που υπάρχει μέσα στα πράγματα που μας περιβάλλον και ένιωθαν τη μυστική τους γλώσσα. Και η ομορφιά της φύσης είχε σμιλέψει τα συναισθήματά τους, όπως η θάλασσα, τα βότσαλα των γιαλών μας. Και τραγουδούσαν όπως οι πέρδικες και τα τζιτζίκια και τα τριζόνια τα βράδια. Και είναι τα τραγούδια τους αυτά κάτι σαν ηχώ από τον πνευματικό ρυθμό του κόσμου, που έχουν μέσα τους θερμότητα και φως και υγεία και γλύκα και αστείρευτη αγάπη για τη ζωή. Όσο πιο κοντά βρίσκεται κανείς στη φύση, τόσο καθαρότερα αναπνέει τον άγιο ρυθμό της απειροδύναμης πνοής.
Η χιλιόμορφη πλάση χωρίς καημούς ζει, χωρίς να περιμένει θάνατο.
Καλότυχα είναι τα βουνά
Καλότυχοι είν’ οι κάμποι
Που θάνατο δεν καρτερούν,
Φονιά δεν περιμένουν
Που χάρο δεν παντέχουνε
Χάρο δεν καρτερούνε.
Όταν φεύγει κανείς απ’ τη ζωή, λυπάται. Όταν, όμως, πρέπει την άνοιξη της ζωής και της γης να κατεβεί στον Άδη, αφήνοντας λουλουδιασμένη την πλάση, ο πόνος είναι διπλός. Βλέπει τη φύση ν’ αναγεννιέται. Βλέπει τη ζωή να λαμπυρίζει μ’ όλα τα χρώματα. Τον Μάη να στήνει χορό με τον έρωτα. Ο Διάκος θα πεθάνει… δεν κλαίει τα νιάτα του. Δεν κλαίει το μαρτύριο που τον περιμένει. «Για δες καιρό που διάλεξε», είναι το παράπονό του. Είναι ο πειρασμός, που θα τραγουδήσει αργότερα ο Σολωμός στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του, ο πειρασμός του ανθρώπου όταν πεθαίνει μέσα στο Μάη.
Πώς να πεθάνει, όταν «η ζωή χύνεται με χίλιες βρύσες», όταν «κρένει με χίλιες γλώσσες» και όταν η φύση γίνεται «μάγεμα κι όνειρο»… Να γιατί «όποιος πεθαίνει άνοιξη, χίλιες φορές πεθαίνει». Γιατί λατρεύει τη ζωή, την άνοιξη. Θέλει να ζήσει, να χαρεί το «μάγεμα». Η θυσία μιας τέτοιας ανοιξιάτικης ζωής βγάζει τον Έλληνα ήρωα!
Αυτό το μάγεμα της φυσιολατρικής ζωής το παρουσιάζει στην Ιλιάδα ο Όμηρος, επάνω στην ασπίδα του Αχιλλέα. Τη φιλοτέχνησε ο Ήφαιστος, θέτοντας τον πειρασμό της ζωής, που παρατηρεί, την τελευταία στιγμή στην ασπίδα. Θα προτιμήσει τη ζωή ή τη θυσία στη μάχη, που γνωρίζει ότι θα πεθάνει; Και προτιμά τη θυσία του, για να αποβεί ήρωας.
Αστείρευτη ελληνική φαντασία! Πώς ανακυκλώνεσαι;
Όμηρος – δημοτικό τραγούδι (Διάκος) – Σολωμός! Ζεις στα ίδια χώματα, χαίρεσαι τον ίδιο ήλιο, την ίδια θάλασσα, την ίδια ζωή! Όσο κι αν θέλουν οι εταίροι σου Ευρωπαίοι να σου αρπάξουν αυτό το εξαιρετικό φυσιολογικό περιβάλλον, τις δαντελωτές σου ακρογιαλιές, ονειροβατούν. Δεν θα το κατορθώσουν. Μπορεί προσωρινά να ρίξανε την Ελλάδα στα τάρταρα. Ας έχουν, όμως, υπόψη τους ότι, όπως τονίζει ο Παλαμάς:
(Ως άλλος Διγενής η Πατρίδα μας)
Δεν χάνεται στα τάρταρα
Μονάχα ξαποσταίνει
Στη ζωή ξαναφαίνεται
Και λαούς Ανασταίνει.








