Φίλοι μου, καλή σας ημέρα,
και ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ.
Υγεία και ευτυχία στα παιδιά μας.
Εμείς ως γονείς, είμαστε σε δεύτερη μοίρα και ορθώς.
Η πατρίδα άλλωστε καλείται να προχωρήσει με τα νέα παιδιά και όχι με το κακομαθημένο βόδι της ηλικίας μου, που έχει την βαλίτσα πάνω στο κάθισμα του τρένου και ενώ βλέπει ορθίους, δεν συγκινείται!
Η άλλη η μοσχαροκεφαλή, (μπα σε καλό μου, μάλλον σε κρεοπωλείο θα εργαστώ τη νέα χρονιά!), αν και μπροστά της είχε την πινακίδα, ότι απαγορεύεται το κάπνισμα, φούμαρε μέσα στο βαγόνι, που είχε την τιμή να μεταφέρει τον εύσωμο της Βέροιας, εμένα δηλαδή!
Κυρία μου δεν βλέπετε, απαγορεύεται το κάπνισμα.
Εσείς μάλλον δεν βλέπετε, ή δεν γνωρίζετε, είπε η κυρία.
Το τσιγάρο που χρησιμοποιώ είναι ηλεκτρονικό!
Πίστευε ότι είπε μεγάλη εξυπνάδα, και σε ποιον, στον τρελοχοντρό της Βέροιας, που πήγαινε να ευχηθεί χρόνια πολλά στην κυρά Φωφώ και στους μυρμιδόνες της και στον Τζέισον τον Ευρωπαίο!
Και τι έγινε, της είπα.
Θέλετε να μου πείτε, ότι τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία, που δημιουργεί η συσκευή σας και βρίσκονται σε απόλυτη αρμονία με τα ηλίθια πεδία των Παρισίων, και τον εκάστοτε πρόεδρο της, δεν μας επηρεάζουν;
Επειδή, ο Αλέν Ντελόν, εγώ δηλαδή σε πιο ψηλό, τα είχε με την Ντενέβ την Κατρίν και ανάμεσά τους μπήκε η Μπριζίτ, η Μπαρντό, και κάποιες γάτες τις χωρίσανε που μαλλιοτραβιότανε, έτσι προέκυψε και ο έρωτας της Μπριζίτ με τα χαριτωμένα τετράποδα, και επειδή ο Σαρκοζί είχε καθηγήτρια, τη σύζυγο του Μακρόν, την οποία είχε και η γιαγιά μου, από τη Μ. Ασία, η πόλη είναι Ελληνική … και αφού, … κυρία μου συνέχισα, κλείστε το στόμα σας, κυκλοφορεί και η σαρανταποδαρούσα του Τσακαλώτου!
Αφού λοιπόν, τα μάτια της κυρίας μετατραπήκανε σε πυξίδα και το ένα κοιτούσε στο Νότο και το άλλο στην Ανατολή, έντρομη ψέλισε!
Τα πεδία λέγονται Ηλύσια και όχι ηλίθια!
Αυτό κατάλαβες τόση ώρα που σε μιλώ.
Μήπως είσαι από την Καρδίτσα;
Μπουρεί, είπε.
Εγώ γνωρίζω, μόνο το μπουρί της σόμπας, απάντησα και άντε μη βγάλω και τα σάμαλι με την καυτερή πιπεριά και γίνει εδώ μέσα του σκόρδου και του σιροπιού!
Η συνέχεια αναμενόμενη, η κυρία αποχώρησε και ταυτόχρονα και η βαλίτσα, έφυγε από το κάθισμα και μπήκε στη θέση της!
Και έτσι φθάσαμε στα πάτρια εδάφη και αφού πήρα και τα χάπια της πιέσεως, γνώριζα τι θα αντιμετωπίσω, εισήλθα στην πενταόροφη κατοικία μου, ένας όροφος για κάθε χέρι, ένας για κάθε πόδι και το ρετιρέ για το ατελείωτο κορμί μου.
Τι γίνετε ρε μάνα, όλα καλά;
Εσύ θα μου πεις, πως εξελίσσεται ο Παρθενώνας της Μακεδονίας!
Τι είναι τούτο το καινούριο, είπα στην καρντασίνα.
Έφυγε από την Αθήνα και ήλθε σε εμάς!
Ρε γιόκα μου, κάτι μυρίζει, είπε η πολυαγαπημένη μου γριούλα.
Α, μην ανησυχείς μάνα. Εγώ μυρίζω.
Δεν πλένομαι, για να πάω μία και καλή στα οθωμανικά λουτρά!
Πες στους Μυρμιδόνες σου, να έλθουν να τα κυριεύσουν, αφού πρώτα προλάβω να πλυθώ. Σκέφτομαι να προσκαλέσω και τη Μόνικα, να έλθει να κάνει μπάνιο και ίσως τα ονομάσουμε, τα λουτρά της Μόνικας!
Ρε αγόρι μου, σα να έβαλες κιλά. Πάλι δεν πίνεις το μέλανα ζωμό;
Το ζουμί, μάνα το πίνω κάθε πρωί, μεσημέρι και βράδυ, … ως χωνευτικό!!!
Εσύ Τζέισον, τι γίνεται, τι χαμπάρια.
Αμέσως, η κυρά Φωφώ πετάχτηκε,
Όχι Ιάσων, αλλά Φίλιππος, ο μέγας ο εκ Καρδίτσης!
Άλλο πάλι και τούτο. Καινούριο. Και εγώ, τότε ρε μάνα ποιος είμαι ο Αλέξανδρος, ο μοντελάκιας.
Πες μου τι κάνει η Μόνικα, συνέχισε η κυρά Φωφώ.
Ρε καρντασίνα, τι γίνεται εδώ. Χάνομαι! Που θυμήθηκε τη Μόνικα. Εάν είναι δυνατόν!
Μη βιάζεσαι είπε το αδελφάκι.
Εσένα σε νομίζει Αλέξανδρο, σε πιο χοντρό και Μόνικα νομίζει τον Βουκεφάλα!
Κάπως έτσι, φίλοι μου, πέρασα και τις φετινές εορτές.
Με τηγανιά, λουκάνικα, κρασί, Μόνικα, Βουκεφάλα και … μύλο των ξωτικών!
Σιγά μη δεν πήγαινα.
Έχει κάτι γαριδάκια τεράστια.
Χώρια που στο εργαστήριο σοκολάτας, μου δώσανε και δύο χωνάκια δώρο!
Όλα καλά και εκεί, αλλά φίλοι μου, έφυγα με την απορία.
Όταν μπήκα στον μύλο με τα ξωτικά, η μασκότ, η αρκούδα που έχει, με πλησίασε, βγάλαμε και φωτογραφία μαζί και ρώτησε.
Εσύ θα με αντικαταστήσεις για το 2018!
Ακόμα δεν έχω καταλάβει το λόγο!
Σήμερα, Φώτα, μεγάλη γιορτή, ΚΑΛΗ ΦΩΤΙΣΗ, λοιπόν!
ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΠΑΤΡΙΔΑ!








