Ήταν το σουξέ της εποχής. Επίκαιρο και αυθεντικό, στη δεκαετία του ’50, έσπαγε κόκκαλα: «Χωρίς πεντάρα πώς θα παντρευτούμε Μανωλιό μου; Πώς θα βάλουμε στεφάνι;».
Κι όμως, ήταν μία καλή εποχή για την Ελλάδα. Φτώχεια ο κόσμος, αλλά χαρούμενη φτώχεια. Φτώχεια με διέξοδο, φτώχεια με λύσεις. Με προσδοκίες και με προοπτικές, χωρίς πεντάρα ίσως, αλλά με το εισιτήριο του τρένου στην τσέπη. Με το εισιτήριο για Γερμανία και με την πρόσκληση από τον Γερμανό εργοδότη.
Χιλιάδες οι απένταροι Έλληνες τότε. Πώς θα βάλουμε στεφάνι; Με τη μετανάστευση! Το ρεύμα του ξενιτεμού δεν είχε τελειωμό και για τον Έλληνα της εποχής εκείνης δεν χρειαζόταν δεύτερη σκέψη. Το εισιτήριο για το Μόναχο και από εκεί, στη φάμπρικα της Ευρώπης. Και καθώς το τρένο ξεκινούσε, από το παράθυρο του βαγονιού έβγαζε το κεφάλι του ο μετανάστης και διαβεβαίωνε στην «σκορδόπιστη» με δυνατή φωνή: «Μόλις τα οικονομήσω θα γυρίσω να παντρευτούμε!» Και εκείνη, μία έβαζε στα μάτια το μαντήλι και μία το κουνούσε.
Κι από το λιμάνι του Πειραιά, κάποιες ψυχές ξεκινούσαν το μακρινό ταξίδι για την Αυστραλία ή για τον Καναδά με τη φωτογραφία του μνηστήρα. Του καζαντημένου πλέον Μανωλιού, που την ανέμενε στην άλλη άκρη της γης, συνεπής στο λόγο του. Με την άδεια του γάμου και τον κουμπάρο έτοιμο να περιμένει στην εκκλησία με τις μπομπονιέρες στο χέρι.
Είτε υπερατλαντικός ο Μανωλιός, είτε Ευρωπαίος, την είχε την πεντάρα εξασφαλισμένη και η «σκορδόπιστη» δεν είχε λόγο να φοβάται για το μέλλον. Ούτε για τα παιδιά που θα ακολουθούσαν όσα κι αν ήσαν. Το Κίντερ Γκερτ και η κοινωνική μέριμνα φρόντιζαν γι’ αυτά. Έτσι πήραν την επάνω βόλτα οι Έλληνες. Όχι όμως και το δημογραφικό της Ελλάδας. Οι ξενιτεμένοι δεν επιστρέφουν στην πατρώα γη. Και όσοι επέστρεψαν, το μετάνιωσαν. Κι αν κράτησαν βεβαίως τα δικαιώματά τους στις ξένες χώρες, επανέρχονται στο σίγουρο μεροκάματο και στις άλλες παροχές.
Αυτοί όμως που επιμένουν ελληνικά και μένουν χωρίς ευρώ, φεύγουν τρεχάτοι στη σκέψη ενός γάμου, όπως και εκείνοι που χάσαν τη δουλειά τους και τις ελπίδες τους. Λίγοι τολμούν να οδεύσουν προς την εκκλησία για να χορέψουν το χορό του Ησαΐα και ακόμα πιο λίγοι αυτοί που χτυπούν την πόρτα του λογιστηρίου του Δήμου για να παραλάβουν το παράβολο του πολιτικού γάμου,
Οι περισσότεροι νέοι προτιμούν να απολαμβάνουν τη θαλπωρή του πατρικού σπιτιού και γλιτώνουν έτσι φόρους, ΕΝΦΙΑ, και αλληλεγγύη. Κάπου-κάπου επικοινωνούν τηλεφωνικά με το τρυφερό έτερο ήμισυ: «Πρέπει να σκεφθούμε το γάμο. Τί θα έλεγες εσύ;». Και η απάντηση έρχεται τέτοια που θυμίζει δεκαετία του ’50. «Χωρίς πεντάρα»;
Μόνο που τώρα τα τρένα για τη Γερμανία δεν δέχονται μετανάστες.
Ο.Σ.








