Γράφει ο Γιάννης Γεωργουδάκης,
Εκπαιδευτικός
Η ιστορία διδάσκει, πως δε χρειάζεται ιδιαίτερο ταλέντο για να αναδειχθεί κάποιος αριβίστας ή έστω τυχοδιώκτης σε υψηλά αξιώματα. Αναγκαία συνθήκη είναι απλά να επιδεικνύει κάθε φορά την απαιτούμενη ευστροφία, γλείφοντας και φτύνοντας γύρω απ’ τα σκουπίδια της εκάστοτε εξουσίας κι η εξουσία… ξέρει να ανταμείβει.
Αφορμή για τις παραπάνω επισημάνσεις ήταν ένα ντιμπέιτ καφενειακού επιπέδου καθώς, δειλά-δειλά αρχίζουν να ανθίζουν τα προεκλογικά λιβάδια στην όμορφη Ελλάδα. Το θέμα της διαφωνίας μας ήταν… κατά πόσον είναι ηθικό κάποιος να αλλάζει ιδεολογικό προσανατολισμό στην διάρκεια της ενήλικης ζωής του. Πόσο μάλλον σε μια χώρα σαν τη δική μας, στην οποία ο διχασμός και τα ταμπούρια αποτελούν εθνικό σπορ. Και δε μιλάω ασφαλώς για τις κομματικές επιλογές που καλείται κάθε φορά να επιλέξει στην κάλπη ο «χαμάλης» ο λαός. Οι επιλογές αυτές διαχρονικά οδηγούνται είτε από τιμωρητική διάθεση για μια κυβέρνηση που φάνηκε κατώτερη των περιστάσεων, είτε -σπανιότερα- επιβραβεύοντας την επιτυχία και όπως άλλωστε υποστηρίζουν οι γκαλοπιτζίδες, ένα σεβαστό κομμάτι της κοινωνίας κάπου εκεί στο «κέντρο» είναι αυτό που άγεται και φέρεται-με την καλή την έννοια- ανεβοκατεβάζοντας κυβερνήσεις. Το θέμα μας εδώ είναι οι άλλοι. Οι «ταγμένοι» να φυλάττουν κομματικάς Θερμοπύλας. Σκεφτείτε το στίγμα που ακολουθεί όποιον κατά καιρούς το τόλμησε, τα μουρμουρητά και τα πισώπλατα αναθέματα με κεντρικό πρωταγωνιστή την «προδοσίαν», διανθισμένα με τα απαραίτητα κοσμητικά επίθετα που θα τον κατατρέχουν εσαεί.
Παρ’ όλα αυτά, επειδή μόνο τα ζώα -άντε κι οι πεθαμένοι- δεν αλλάζουν, συμφωνήσαμε με τα πολλά για την ύπαρξη δυο μεγάλων υποκατηγοριών ανθρώπων, ακραία διαφορετικών ως προς την αφετηρία αλλά και την γενικότερη αντίληψη περί της ηθικής και του περί δικαίου αισθήματος και ως εκ τούτου με ευδιάκριτη τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσά τους.
Από τη μια είναι αυτοί που επιτρέψτε μου να τους χαρακτηρίσω: οι ΕΝΤΙΜΟΙ.
Είναι οι ιδεολόγοι που ομολογουμένως αποτελούν την θλιβερή μειοψηφία όμως θα ήτανε άδικο να τους τσουβαλιάσουμε άκριτα μαζί με τους υπόλοιπους.
Οι Έντιμοι είναι άνθρωποι ανοιχτόμυαλοι που αφιερώνουν συνήθως άπειρο χρόνο στο διάβασμα ή στην διαλεκτική για να διαμορφώσουν το προσωπικό τους πνευματικό ιδίωμα και κάποια στιγμή ανάμεσα στα άλλα, «ανακαλύπτουν» και το αυτονόητο. Ότι η παραταξιακή περιχαράκωση της ζωής τους λόγω της ύπαρξης στο σόι ενός παππού κομμουνιστή ή ενός μπάρμπα εθνικόφρονα, απλά αναπαράγει την ηλιθιότητα των προγόνων, μολύνοντας με ληγμένες σταγόνες μίσους και τη ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ζωή. Η απλοϊκή ερώτηση που ανθίζει στα χείλη τους είναι… «αν ο παππούς μου ήταν με τους άλλους, τότε εγώ»;… (μπορείτε αν θέλετε να επαναλάβετε το ερώτημα χρησιμοποιώντας σαν μοντέλα Παοκτσίδες και Αρειανούς ή Χριστιανούς και Αγαρηνούς ή ό,τι άλλο και βάλτε το μοτέρ να δουλέψει…).
Οι Έντιμοι πράττουν τότε το αυτονόητο χωρίς να υπολογίζουν κοινωνικές συμβάσεις ή κομματικά στεγανά και σίγουρα χωρίς να έχουν τίποτα να κερδίσουν. Γκρεμίζουν τείχη και φράχτες για να «δουν» πως στο απέναντι χωράφι που κάτω από άλλες συνθήκες φύτρωναν μόνον «εχθροί» υπάρχουν και άνθρωποι. Δύσκολη κι επώδυνη η διαδικασία να ξεριζώσεις απ’ το μυαλό τοξικά απόβλητα γεμάτα με το δίκιο του αίματος ή του δόγματος και να βάλεις το μυαλό σου να σκεφτεί. Εξ ίσου δύσκολη και η αποδοχή από τον περίγυρο που στην Ελλάδα μας, τρέφεται με ιστορίες γεμάτες με φανατισμό κι ασπρόμαυρο μίσος. Με τους από δω καλούς και τους από κει κακούς.
Από την άλλη βέβαια υπάρχει και η δεύτερη υποκατηγορία -σαφώς ογκωδέστερη ποσοτικά- που αποτέλεσε ουσιαστικά το λόγο της συζήτησης και επιτρέψτε μου να προσδώσω ένα ανάλογο χαρακτηρισμό: Αυτοί είναι τα ΛΑΜΟΓΙΑ, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο… κάτι έχουν να κερδίσουν. Και αναφέρομαι βέβαια στους καθ’ έξιν πονηρούληδες που έχουν μάθει να ασχημονούν στην πλάτη του πλήθους των αφελών λωτοφάγων, εκμεταλλευόμενοι τους όρους του δημοκρατικού παιχνιδιού για την ανέλιξη της ασημαντότητάς τους και της συνεπαγόμενης εξ αυτού κονόμας.
Για την οικονομία του θέματος ας το πάμε σαν παραμύθι. Μια φορά κι έναν καιρό το Χ Ψ αριστερό ποντίκι που αντιλήφθηκε πως το αριστερό καράβι του 5% γέρνει και δεν έχει μέλλον, σκαρφάλωσε στο παραδίπλα αριστερό καράβι που έλαχε να κυβερνάει με τα αμπάρια του γεμάτα λιχουδιές. Τι το πιο λογικό μέχρι εδώ σύμφωνα με την «λογική» των συγκοινωνούντων ποντικο- ιδεολογιών. Έλα όμως που βρίσκει τις μπουκαπόρτες κλειστές, οπότε χωρίς πολλή σκέψη καβαλάει στο διπλανό σοσιαλιστικό καράβι κι από εκεί με ένα σάλτο προσγειώνεται στην πολλά υποσχόμενη δεξιά ψαρόβαρκα κραυγάζοντας «θέτω τον εαυτό μου εις την υπηρεσίαν του έθνους» με το τσούρμο των δεξιών ποντικών να τον καλοδέχεται με τιμές και ιαχές, καθώς όπως γνωρίζουμε κι από την ποντικο-ιστορία οι γενίτσαροι είναι πάντα χρήσιμοι.
Το παραπάνω παραμύθι όλο και κάτι μας θυμίζει σε διάφορες παραλλαγές. Αντικατοπτρίζει δυστυχώς ένα πολιτικό σκηνικό γεμάτο από αριβίστες τοιούτου φυράματος, που σουλατσάρουν ανερυθρίαστα σαν ποντικάκια ή μελισσούλες από κόμμα σε κόμμα διαλαλώντας πως «είδαν το φως τους» στην αντίπαλη ιδεολογία, αρκεί βέβαια η αντίπαλη ιδεολογία να έχει την κατάλληλη αντιπαροχή. Τι κι αν τέτοια λαμόγια πληγώνουν αφόρητα την αισθητική μας. Τι κι αν τους φτύνουν παντοιοτρόπως.
Σιγά τώρα, γι’ αυτούς πάντα βρέχει…








