Πρόγραμμα εκδηλώσεων της Ημαθίας
[ditty id=231425 category="h-thesh-tou-laou"]

«Μεταξύ Ιστορίας και Θρύλου» ΠΡΙΝΣ ΑΡΝΑΤ[1]

Του Ηλία Τσιαμήτρου

Όταν έμεινε ταπί και ψύχραιμος στην πατρίδα του τη Γαλλία, ο Ρεϋνάλδος (Ρενό) του Σατιγιόν μπαρκάρισε ανάμεσα σε πολλούς άλλους ιππότες για τους Αγίους τόπους να βρει την τύχη του. Το βασίλειο της Ιερουσαλήμ, που ιδρύθηκε μετά την κατάκτηση της ιερής πόλης από τους σταυροφόρους της πρώτης σταυροφορίας, υπήρξε για δεκαετίες η «γη της επαγγελίας» για ξεπεσμένους ευγενείς, πονηρούς κληρικούς και φιλόδοξους ιππότες που συνέρρεαν απ’ όλα τα μέρη της Ευρώπης με την ελπίδα να καζαντίσουν. Το «Βασίλειο του Ουρανού» εκείνη την εποχή ήταν το μέρος όπου μπορούσες από τη μια μέρα στην άλλη να γίνεις πρίγκιπας, κόμης, βαρόνος, επίσκοπος ή ακόμη και πατριάρχης, με μοναδικό – μα υπολογίσιμο – ρίσκο να χάσεις το κεφάλι σου!
Λίγα χρόνια μετά την άφιξή του στους Αγίους Τόπους, ο Ρενό του Σατιγιόν προήχθη από άφραγκος ιππότης σε πρίγκιπα της Αντιόχειας μετά το γάμο του με την Κωνσταντία, χήρα του προηγούμενου πρίγκιπα, του Ραϋμόνδου, που είχε χάσει το δικό του κεφάλι σε μια εκστρατεία. Ο νεόπλουτος γαμπρός σύντομα εμφάνισε τον κακό χαρακτήρα του. Πρώτο θύμα του υπήρξε ο Λατίνος Πατριάρχης της πόλης, ο Αιμερί, με τον οποίο διαφώνησαν για οικονομικούς λόγους. Ο Ρενό τον συνέλαβε, τον ξεφτίλισε, και μετά τον έθαψε στην καυτή άμμο μέχρι τον λαιμό με το ξυρισμένο κεφάλι του αλειμμένο μέλι να τον γλεντήσουν οι μέλισσες, τα μερμήγκια και τα άλλα ζούζουλα του αέρα και της άμμου.
Ύστερα, ο ανήσυχος πρίγκιπας συμμάχησε με τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Μανουήλ Α΄ Κομνηνό εναντίον του Θόρος του βασιλιά της Αρμενίας. Αργότερα, δυσαρεστημένος με τους Βυζαντινούς, συμμάχησε με τον Θόρος και επιτέθηκαν από κοινού στην Κύπρο που ήταν στην κυριαρχία του Βυζαντίου. Επί τρία χρόνια λεηλατούσε άσπλαχνα το νησί• η θηριωδία του έμεινε παροιμιώδης. Όταν έμαθε πως έρχεται Βυζαντινός στόλος, φόρτωσε τα λάφυρα στα πλοία και απέπλευσε. Λίγο πριν αναχωρήσει, μάζεψε τους παπάδες και τους μοναχούς του νησιού, κι αφού τους έκοψε τη μύτη, τους έστειλε πεσκέσι στον Αυτοκράτορα Μανουήλ.
Δύο χρόνια μετά, ο Μανουήλ εμφανίστηκε με στρατό έξω απ’ τα τείχη της Αντιόχειας. Ο πρίγκιπας Ρενό τρομοκρατημένος, έπαιξε το ρόλο της ζωής του. Εμφανίστηκε στο στρατόπεδο των Βυζαντινών ξυπόλητος, άνιφτος, ντυμένος με κουρέλια, κι έπεσε στα πόδια του Αυτοκράτορα εκλιπαρώντας συγχώρεση. Ο Μανουήλ, αφού τον άφησε για ώρα σ’ αυτή την καθόλου ευχάριστη στάση, εδέησε να τον προσέξει και μ’ ένα νεύμα του ζήτησε να σηκωθεί. Η ταπείνωση του Ρενό ήταν απόλυτη, αλλά κατάφερε όχι μονάχα να γλιτώσει το κεφάλι του, αλλά και να διατηρήσει το πριγκιπάτο του. Μετά από ένα μόλις χρόνο, καθώς λεηλατούσε κάποια αραβικά χωριά στα βόρεια της Αντιόχειας, ο Ρενό πιάστηκε αιχμάλωτος από τους στρατιώτες του Χαλεπιού. Τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια τα πέρασε στα μπουντρούμια του Χαλεπιού και ο τόπος απαλλάχτηκε από την ενοχλητική και χυδαία παρουσία του.
Η φυλακή δεν τον κατέβαλλε ποσώς. Μόλις ελευθερώθηκε, και καθώς η γυναίκα του η Κωνσταντία είχε αποχαιρετίσει τα εγκόσμια, νυμφεύτηκε εν ριπή οφθαλμού μια άλλη πλούσια χήρα, τη Στεφανία τη βαρόνη της Υπεριορδανίας. Ο νέος βαρόνος της πλούσιας επαρχίας εγκαταστάθηκε στο κάστρο του Κεράκ και παρά πως το νέο του βαρονάτο θεωρούταν υποτελές στο βασίλειο της Ιερουσαλήμ, ο Ρενό συμπεριφερόταν ως βασιλιάς. Λίγο αργότερα, έλαβε τον τίτλο του Αντιβασιλέα της Ιερουσαλήμ, καθώς ο νεαρός βασιλιάς Βαλδουίνος ο Δ΄ έπασχε από λέπρα. Λέγεται πως διακρίθηκε στη μάχη του Μονζιζάρ, όπου πεντακόσιοι ιππότες και δύο χιλιάδες πεζοί σταυροφόροι με επικεφαλής τον βασιλιά Βαλδουίνο, διέλυσαν τον στρατό του Σαλαντίν και ο ίδιος ο Σουλτάνος γλίτωσε τελευταία στιγμή τη ζωή του δραπετεύοντας πάνω σε μια καμήλα σαν τον τελευταίο βεδουίνο της ερήμου.
Μετά από αυτό το ηρωικό διάλειμμα, ο Ρενό επανήλθε στις εργοστασιακές του ρυθμίσεις και άρχισε να ληστεύει εμπορικά καραβάνια αφού η επικράτειά του βρισκόταν πάνω στον εμπορικό δρόμο που ένωνε τη Συρία με την Αραβία. Δυσαρεστημένος ο βασιλιάς της Ιερουσαλήμ, του αφαίρεσε την αντιβασιλεία και τον απείλησε με βαριά τιμωρία αν συνέχιζε τις ληστείες των εμπόρων διακινδυνεύοντας την ειρήνη που είχε συνομολογήσει με τον Σαλαντίν. Απτόητος ο Ρενό, ναυπήγησε ένα μικρό στολίσκο και συνέχισε το πλιάτσικο μέσω της Ερυθράς θάλασσας, γυρεύοντας να καταλάβει τη Μέκκα και τη Μεδίνα. Ο Σαλαντίν οργίστηκε και αφού έστειλε μια μοίρα του στόλου του να τσακίσει τα πλοία του πρίγκιπα Ρενό, σύναξε ένα μεγάλο στρατό και εμφανίστηκε έξω από τα τείχη του Κεράκ. Ο Ρενό τα χρειάστηκε, αλλά τον έσωσε η εμφάνιση του στρατού της Ιερουσαλήμ με επικεφαλής τον Βαλδουίνο το λεπρό. Ήταν η τελευταία αναλαμπή του μικρού γενναίου βασιλιά. Ένα χρόνο αργότερα πέθανε και κάθε ελπίδα για ειρήνη με τον Σαλαντίν έσβησε. Είχε φτάσει η ώρα να παιχτεί η τελευταία πράξη του δράματος για το βασίλειο της Ιερουσαλήμ και ο Ρενό θα ήταν πρωταγωνιστής στο χαμό της.
Στη μάχη της διαδοχής για το θρόνο ο Ρενό δεν θα μπορούσε να μείνει αμέτοχος. Υποστήριξε τον μοιραίο Γκυ του Λουζινιάν, έναν ομορφάντρα αλλά αδύναμο χαρακτήρα που είχε παντρευτεί την αδερφή του Βαλδουίνου τη Σίβυλλα. Με τη βοήθεια του Ρενό, του Πατριάρχη Ηράκλειου και της Σίβυλλας, ο Γκυ στέφτηκε βασιλιάς της Ιερουσαλήμ. Θα ήταν ο τελευταίος βασιλιάς του βασιλείου. Ένα χρόνο μετά, ο Σαλαντίν συνέτριψε τους σταυροφόρους στη μάχη του Χαττίν και μπήκε νικητής στην ιερή πόλη ογδονταοκτώ χρόνια μετά την κατάληψή της από τους σταυροφόρους της πρώτης σταυροφορίας. Η ήττα στο Χαττίν σήμανε το τέλος της ζωής του αχρείου ιππότη Ρενό του Σατιγιόν. Ο Άραβας ιστορικός και γραμματέας του Σαλαντίν, ο Ιμάντ αντ-Ντιν αλ-Ισφαχάνι, μας περιγράφει τη σκηνή:
«Ο βασιλιάς Γκυ και ο Πρινς Αρνάτ οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι στη σκηνή του Σουλτάνου. Ήταν διψασμένοι και έτρεμαν από φόβο. Ο Σουλτάνος, που είχε πάρει ιερό όρκο να σκοτώσει τον Πρινς Αρνάτ αν έπεφτε στα χέρια του, τον κατηγόρησε πως ποτέ δεν τήρησε το λόγο του και τις συνθήκες που υπέγραψε. Ο Πρινς Αρνάτ απάντησε πως ανέκαθεν έτσι συμπεριφέρονταν οι βασιλιάδες […] Τότε, ο Σουλτάνος βγήκε από την τέντα, καβάλησε το μαύρο φαρί του, και πήρε να καλπάζει για ώρα αφήνοντάς τον να καίγεται στη φωτιά του φόβου του […] Όταν επέστρεψε, σήκωσε το σπαθί του και χτύπησε τον πρινς Αρνάτ στον ώμο. Καθώς εκείνος έπεφτε, ο Σουλτάνος διέταξε να τον τραβήξουν έξω από την τέντα απ’ το πόδι και να του κόψουν το κεφάλι».

[1]: έτσι ονόμαζαν οι Άραβες τον Ρενό του Σατιγιόν

Κοινοποίηση της ανάρτησης:

Σχετικές αναρτήσεις

Ιστορικό

[pmpro_login redirect="/account/"]