Του Ηλία Τσιαμήτρου
Την άνοιξη του σωτηρίου έτους 1312 μ.Χ. ο βασιλιάς του Μάλι Αμπού Μπακρ, που είχε εμμονή με τη ναυσιπλοΐα, απέπλευσε με ένα στόλο δύο χιλιάδων πλοίων κάθε μεγέθους για να εξερευνήσει τις μακρινές θάλασσες. Εκείνη την εποχή, το βασίλειο του Μάλι εκτεινόταν από τον Ατλαντικό ωκεανό μέχρι την περιοχή του σημερινού Νίγηρα. Τον επίδοξο θαλασσοπόρο βασιλιά συνόδευαν χιλιάδες πολεμιστές, ναυτικοί, γυναίκες και σκλάβοι. Κανείς, ούτε καράβι ούτε άνθρωπος δεν γύρισε ποτέ πίσω από εκείνο το παράτολμο ταξίδι. Μετά από μήνες μάταιης αναμονής, στο θρόνο του Μάλι ανέβηκε ο αδερφός του Αμπού Μπακρ, ο Μούσα.
Ο νέος Μάνσα (βασιλιάς) του Μάλι, ο Μούσα, ήταν 32 χρόνων, ικανός, φιλόδοξος και πολύ πλούσιος. Την εποχή που η Ευρώπη έρεβε στη φτώχεια, τους εμφύλιους πολέμους και τις αρρώστιες, το βασίλειο του Μάλι ήταν κυριολεκτικά πνιγμένο στο χρυσάφι. Σύντομα ο νέος βασιλιάς τριπλασίασε την επικράτειά του και κατέκτησε το Τιμπουκτού, μια πόλη που ήταν ο σημαντικότερος εμπορικός κόμβος της περιοχής. Από εκεί διακινούνταν απίστευτες ποσότητες χρυσού, αλατιού και ελεφαντόδοντου. Οι σύγχρονοι ιστορικοί αποκαλούν το Τιμπουκτού εκείνης της εποχής «Ελντοράντο της Αφρικής». Υπολογίζεται πως στα χρόνια του Μάνσα Μούσα το Μάλι κατείχε τον μισό χρυσό του τότε γνωστού κόσμου. Σύγχρονοι ιστορικοί και οικονομολόγοι, ισχυρίζονται πως ο Μάνσα Μούσα υπήρξε ο πλουσιότερος άνθρωπος που έζησε ποτέ στη Γη. Η περιουσία του θεωρείται πως ήταν μεγαλύτερη από αυτή του Ιούλιου Καίσαρα, η οποία με σημερινές τιμές εκτιμάται κοντά στα πέντε τρισεκατομμύρια δολάρια. Ο πρώτος τρισεκατομμυριούχος της εποχής μας, ο Έλον Μασκ, ήταν μπροστά στον βασιλιά Μούσα ένα απλό λυκόπουλο.
Ο Μάνσα Μούσα εγκατέστησε την Αυλή του στο Τιμπουκτού και επιδίωξε να ομορφύνει με κάθε τρόπο την καινούρια πρωτεύουσα του βασιλείου του. Προσκάλεσε σοφούς, ποιητές και αρχιτέκτονες από όλο τον κόσμο. Το Τιμπουκτού στολίστηκε με πολλά λαμπρά δημόσια κτίρια• σχολεία, τζαμιά, βιβλιοθήκες. Ελάχιστα από αυτά σώζονται στις μέρες μας, η παντοδύναμη έρημος κατάπιε όλον αυτό τον αρχιτεκτονικό οργασμό μετά την κατάρρευση του βασιλείου. Ανάμεσά τους, το σπουδαιότερο τζαμί της πόλης, το Τζινγκιερέμπερ (Djingarey Ber), που χτίστηκε το 1327 μ.Χ. Λέγεται πως ο αρχιτέκτονας Αμπού ες Χακ αλ Σαχίλι (Abu Ishaq al-Sahili) από την Ανδαλουσία έλαβε στο χέρι διακόσια κιλά χρυσό για να σχεδιάσει και να κατασκευάσει αυτό το αριστούργημα της αφρικανικής αρχιτεκτονικής.
Παρά τα αμύθητα πλούτη του, το βασίλειο του Μάλι ελάχιστα ήταν γνωστό εκείνη την εποχή στον υπόλοιπο κόσμο και ο ίδιος ο Μάνσα Μούσα δεν θα γινόταν ποτέ τόσο διάσημος αν δεν είχε επιχειρήσει ως καλός Μουσουλμάνος το έτος 1324 μ.Χ. εκείνο το επεισοδιακό προσκύνημα στη Μέκκα που τον έφερε μέσω της ερήμου Σαχάρας στο Κάιρο την πρωτεύουσα της Αιγύπτου. Ήταν ένα ταξίδι μυθικής χλιδής και καταστροφικής σπατάλης. Ο βασιλιάς του Μάλι ταξίδεψε προς την ιερή πόλη των Μουσουλμάνων με μια συνοδεία εξήντα χιλιάδων ανθρώπων. Αυλικοί, γελωτοποιοί, μάγειρες, έμποροι, κήρυκες, στρατιώτες, μουσικοί, καμηλιέρηδες, σέρνονταν σε μια ατέλειωτη γραμμή στους σιωπηλούς αμμόλοφους της Σαχάρας. Ήταν όλοι ντυμένοι στα μεταξωτά και τα χρυσοποίκιλτα μπροκάρ υφάσματα και κρατούσαν στα χέρια χρυσά ραβδιά. Δέκα χιλιάδες σκλάβες κουβαλούσαν πιατικά, μαχαιροπήρουνα, ποτήρια, όλα χρυσά, στολισμένα με πολύτιμους λίθους. Εκατοντάδες καμήλες βάδιζαν στην άμμο φορτωμένες η κάθε μια τους με 130 κιλά χρυσάφι. Πλάι σε αυτό το ατέλειωτο ανθρωπολόι, πήγαιναν βελάζοντας αμέτρητα γιδοπρόβατα που τα βράδια τα έσφαζαν χαλάλ οι βοσκοί για να τους θρέψουν.
Όταν αυτό το ανοικονόμητο καραβάνι κατασκήνωσε στα περίχωρα του Καΐρου, έγινε χαλασμός. Έμποροι, ζητιάνοι, φτωχοί βρήκαν το μήνα που τρέφει τους έντεκα. Ο Μάνσα Μούσα αγόραζε τρόφιμα, εφόδια και ζώα σκορπώντας χρυσάφι χωρίς αύριο. Έκανε δώρα στους φτωχούς, ελεούσε τους ζητιάνους, μοίραζε νομίσματα και πολύτιμα αντικείμενα χωρίς να υπολογίζει το κόστος. Σύντομα, αυτή η καταναλωτική φρενίτιδα δημιούργησε πληθωρισμό στη χώρα. Η τιμή του χρυσού κατρακύλησε στα τάρταρα, καθώς το χρυσάφι έγινε είδος εν αφθονία. Η οικονομία της Αιγύπτου κόντεψε να καταρρεύσει. Ο Σουλτάνος Αλ Μαλίκ αλ Νασίρ που είχε χαρεί στην αρχή με την άφιξη του Αφρικανού κροίσου, μαδούσε τα γένια του απ’ την απελπισία του. Με μεγάλη χαρά αποχαιρέτησε τον ζάπλουτο βασιλιά όταν κίνησε για τη Μέκκα.
Επιστρέφοντας από το προσκύνημα στην πατρίδα του, ο Μάνσα Μούσα ξαναπέρασε από το Κάιρο. Έχοντας αντιληφθεί το κακό που είχε προκαλέσει στην Αίγυπτο, προσπάθησε να μετριάσει τις επιπτώσεις του, επαναγοράζοντας σε ψηλές τιμές ένα μέρος του χρυσού που ο ίδιος είχε σκορπίσει. Παρ’ όλα αυτά, λέγεται πως χρειάστηκαν πάνω από δέκα χρόνια για να συνέλθει η οικονομία της χώρας του Νείλου από την επέλαση εκείνου του αφιονισμένου καραβανιού της αφθονίας.
Μετά από αυτό το χρυσό (κυριολεκτικά) προσκύνημα, η φήμη του βασιλιά του Μάλι έφτασε στην Ευρώπη. Αντανάκλαση αυτής της φήμης μπορεί να δει κανείς στον περίφημο «Καταλανικό Άτλαντα», έναν παγκόσμιο χάρτη του Μεσαίωνα που σχεδιάστηκε από Ισπανούς γεωγράφους το 1375 μ.Χ. Εκεί, φαίνεται ο βασίλειο του Μάλι και όλη η δυτική Αφρική. Με τον παρά του ο Μάνσα Μούσα κατάφερε τελικά να βάλει τη χώρα του στο χάρτη. Μάλιστα, ο προσεκτικός παρατηρητής θα δει σε αυτό τον άτλαντα ένα μικρό πορτραίτο του πλούσιου βασιλιά, που απεικονίζεται πάνω στο θρόνο του κρατώντας στο ένα χέρι ένα σβόλο χρυσού και στο άλλο χέρι το χρυσό ραβδί του.
Όταν γύρισε στο Μάλι το καραβάνι του Μάνσα Μούσα ήταν πια στεγνό από χρυσάφι. Οι υπήκοοί του άρχισαν να μουρμουρίζουν πίσω απ’ την πλάτη του για την αλόγιστη σπατάλη τόσου πλούτου που θα μπορούσε να ξοδευτεί για να βελτιώσει τη ζωή τους. Το αυτί του βασιλιά όμως δεν ίδρωσε. Οι πόροι του ήταν ανεξάντλητοι και γρήγορα κατάφερε να αναπληρώσει τις απώλειες. Κανείς δεν αμφισβήτησε την εξουσία του μέχρι τον θάνατό του το 1337 μ.Χ. σε ηλικία πενήντα επτά χρόνων. Όμως, το βασίλειό του δεν επέζησε για πολύ μετά από αυτόν. Οι γιοι και διάδοχοί του μπλέχτηκαν σε εμφύλιες διαμάχες. Η αυτοκρατορία του έσπασε σε κομμάτια και στο τέλος κατέρρευσε. Σκληρή και αμείλικτη η έρημος, κέρδισε ξανά το χώρο της. Η άμμος σκέπασε τα θαυμαστά οικοδομήματα, τον πλούτο, τη φήμη και τη δόξα του πλουσιότερου ανθρώπου που έζησε ποτέ στη Γη.








