Γράφει ο
Γιώργος Κοτζαερίδης
συνέχεια….
Αν πρέπει να είμαι περήφανος στη ζωή μου για κάτι, αυτό είναι γιατί αφιέρωσα ένα κομμάτι της ακούγοντας εξομολογήσεις από τα γεροντάκια αυτά, τα οποία μου εμπιστεύονταν τα εσώψυχά τους, και τον πόνο τους για τη μεγάλη Καταστροφή.
Στο μυαλό τους, επανέρχονταν τα ευτυχισμένα παιδικά τους χρόνια, και εκείνη την στιγμή γίνονταν παιδιά.
Τραγουδούσαν και χόρευαν μαζί μου με πάθος τον Τσακιτζή ή το … μπεγκλεντήμ ντε γκέλμεντην, παλιά τούρκικα παραδοσιακά τραγούδια…
«Ιζμιρίν καβακλαρί, ντοκιουλούρ γιαπρακλαρί
μπιζέ ντεντέρλερ Τσακιτζή, γιαρ φιντάν μπόϊλουμ
γιακαρίζ κονακλαρί.
Σέρβιμ σέντεν ούζουν γιόκ,γιαπραούντα ντούζουν γιόκ
Καμαλούντα ζέμπεκ βουρουλντού γιάρ φιντάν μπόϊλουμ
τσακιτζή για σώζουμ γιόκ».
…..Γιασασίν μπρέ Γιώργο εκατό χρόνια να ζήσεις, τι θυμήθκαμε πάλι οι έρμοι!»
Και αργότερα, πάλι ιστορίες από την Έξοδο, γεμάτες πόνο και δάκρυα. ιστορίες που δε βγαίνουν εύκολα από το νου και δύσκολα ξεπερνιούνται.
Ανεβαίνοντας το σοκάκι του τζαμιού, βγήκαμε σε μια μικρή πλατεία όπου ήταν η ανακαινισμένη βρύση του Αγίου Γεωργίου. Υπάρχει ακόμη η επιγραφή της αλλά δύσκολα μπορεί κανείς να διαβάσει τα γράμματα που είναι σκαλισμένα πάνω της.
«Η ΒΡΥΣΗ ΑΥΤΗ ΕΓΙΝΕ ΜΕ ΤΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΚΟΥΒΟΥΚΛΙΑΝΩΝ ΚΤΙΤΟΡΩΝ Τ΄ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΕΙΘΕ ΝΑ ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΙ ΠΑΡ΄ΟΛΩΝ ΑΙΩΝΙΑ. ΕΤΟΣ 1896, ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 5.
Στην αρχή, το μπέρδεψα με το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, αλλά αυτό μου είπαν ότι είχε κατεδαφιστεί παλαιότερα. Δίπλα υπήρχε το βαθύ παλιό πηγάδι, το οποίο όμως σκέπασαν με χώματα και ξύλα. Μέσα σε αυτό το πηγάδι Γιώργη μου, όταν φύγαμε ρίξαμε ότι τιμαφλή, μπακίρια, εικόνες, μεταξωτά, είχαμε με την ελπίδα όταν θα γυρίζαμε πίσω να τα παίρναμε, μου εκμηστηρεύτηκε ο θείος ο Δημήτρης Καραμπουτσακίδης από την Γαλάτεια Πτολεμαίδας. Χάθηκαν όλα!!
Ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο, βρεθήκαμε στη μεγάλη πλατεία του Αγιοπήγαδου. Όπως και στην πλατεία Στέρνας, έτσι και εδώ, υπήρχε ένα κιονόκρανο που φανέρωνε την ύπαρξη του πηγαδιού. Δίπλα στο πηγάδι υπήρχε το μπακάλικο-καφενείο του Θανάση Κούσουντη και το ξυλουργείο των Νικόλα, Γιάννη Λιτρίδη και Χατζήγιωργη Ζαφείρογλου.
Λίγο πιο πάνω από το πηγάδι ήταν το σπίτι του προπάππου μου, του Παπά Θόδωρου. Στις ιστορίες του ο παππούς ο Γιώργης ανέφερε συχνά ότι στην αυλή του σπιτιού του ο Παπά Θόδωρος είχε κρύψει λίρες με σκοπό να τις ξαναπάρει όταν θα γύριζαν πίσω. Έτσι πίστευαν οι περισσότεροι…
Η νύφη του, η θεία Στρατία, ήρθε με το γιο της μετά από πολλά χρόνια στα Κουβούκλια για να βρει τις λίρες αλλά δυστυχώς δε βρήκε τίποτε.
Πιο τυχερός στάθηκε ο γείτονας Τούρκος που πήρε το σπίτι του πιο πλούσιου Κουβουκλιώτη, του Χατζηθοδωρή Βαλσαμίδη.
Αυτός είχε κρύψει τις λίρες του στο παχνί και έτσι πολύ εύκολα τις βρήκε ο Τούρκος. Θα ευχήθηκε προφανώς να ζήσει εκατό χρόνια ο Χατζηθοδωρής, που του άφησε αυτό το πεσκέσι και έκτισε εκεί τριώροφη πολυκατοικία, τη στιγμή που οι άλλοι Τούρκοι έμεναν ακόμη στα παλιά Ελληνικά σπίτια. «Μπερεκέτ ολσούν!»
Γύρω στα εκατό μέτρα παρακάτω, στο δρόμο προς την περιοχή Χάνια, υπήρχε κάποτε το σπίτι του παππού μου. Το κατάλαβα από τις περιγραφές του και από το πηγάδι που ήταν μπροστά από το σπίτι, στο οποίο μια σαλεμένη γειτόνισσα πέταξε και έπνιξε το παιδί της.
Γεμάτος λαχτάρα κατευθύνθηκα προς το πηγάδι. Δυστυχώς όμως στη θέση του σπιτιού, υπήρχαν μόνο ερείπια. Πέρυσι δεν άντεξε και έπεσε μου είπαν. «Τώρα θα χτίσουμε καινούργιο.»
Στεναχωρημένος γι’ αυτήν την εξέλιξη, πήρα το Μουσταφά και πήγαμε στην κεντρική πλατεία της Στέρνας, όπου μας περίμεναν πολλοί κάτοικοι του χωριού.
Καθίσαμε σε ένα μικρό καφενεδάκι. Στους τοίχους υπήρχαν πολλές φωτογραφίες του Ατατούρκ. Γενικά, αυτό που δεν περνά απαρατήρητο, όταν επισκέπτεσαι την Τουρκία, είναι ότι παντού, στους δρόμους, στα κτίρια, στους τοίχους, στις πλατείες, υπάρχουν κάθε είδους και μεγέθους φωτογραφίες, πανό και ανδριάντες του Κεμάλ Ατατούρκ, συνοδευόμεναπάντα από τουρκικές σημαίες.
Αυτό βέβαια σημαίνει σεβασμό και μεγάλη αγάπη στον ιδρυτή του τουρκικού κράτους και τη σημαία του, και τους αξίζει ένα πολύ μεγάλο μπράβο. Για ένα ξένο μάτι όμως, είναι λίγο κουραστικό και μάλιστα για ένα ελληνικό… ίσως και προκλητικό…
Το καφενεδάκι βρωμούσε υπερβολικά τσιγαριλίκι, διότι όλοι οι θαμώνες είχαν ένα τσιγάρο στο στόμα και το ντουμάνιαζαν. Σιγά – σιγά άρχισαν να έρχονται πολλά άτομα στο τραπέζι μας.
Ο Μουσταφά τους εξηγούσε ποιος ήμουν και με καλωσόριζαν εγκάρδια. Τους ενδιέφερε πολύ να μάθουν πως ήταν οι τόποι καταγωγής των γονιών τους, η Παλιά Καβάλα, η Δάφνη Σερρών και ο Σοχός Λαγκαδά.
Την ίδια ώρα σχόλασε και το τζαμί και το καφενεδάκι γέμισε με γεροντάκια. Γεροντάκια με τραγιάσκα και ένα μπαστουνάκι στο χέρι. Όλα τους σχεδόν είχαν κάτασπρο μούσι που φανέρωνε ότι είχαν πάει στο χατζηλίκι στη Μέκκα και είχαν γίνει χατζήδες. Αντίστοιχα με εμάς τους χριστιανούς, που όταν επισκέπτεται κάποιος τους Αγίους Τόπους γίνεται χατζής.
Μόνο που οι Μουσουλμάνοι χατζήδες αφήνουν απαραίτητα μούσι για να ξεχωρίζουν.
Ο Μουσταφά, που μέχρι τότε η γλώσσα του δεν έστεκε καθόλου, τα προσκάλεσε στο τραπέζι μας. Με κοιτούσαν παράξενα αυτά τα γλυκύτατα, γεμάτα σοφία, γεροντάκια που δεν διέφεραν σε τίποτε από τα αντίστοιχα γεροντάκια του χωριού μου. Όταν έμαθαν ποιος είμαι μια λάμψη χαράς και συμπάθειας φάνηκε στο πρόσωπό τους.
«Μπρε εσύ, δικό μας παιντί», μου είπε ο παππούς Χασάν Κιζίλ και τελείως αυθόρμητα με αγκάλιασε και με φίλησε στοργικά.
«Αχ μπρε Γιώργκη», αναστέναξε, «εγώ είμαι από τη Δάφνη Σερρών και έφυγα σε μεγάλη ηλικία από το πολυαγαπημένο μου χωριό. Θυμάμαι τα πάντα διότι έφυγα μεγάλος. Στο χωριό μου ήταν και Τούρκοι και Έλληνες, είχαμε πολύ καλές σχέσεις και στεναχωρήθηκαν όταν φύγαμε. Ο γείτονάς μου ο κασάπης ο Χαράλαμπος ήρθε και με βρήκε πριν πολλά χρόνια… Τρελαθήκαμε από την χαρά μας.»
Ακολούθησε μια παύση και ένα νοσταλγικό ατένισμα… και συνέχισε…
«Αν πάς εκεί να του δώσεις πολλούς χαιρετισμούς από το Χασανάκι.
Πήγαινα και σχολείο…» σταμάτησε και πάλι, καθώς τα μάτια του πλημμύρισαν με δάκρυα.
«Δε θέλαμε να φύγουμε διότι εκεί ήταν η πατρίδα μας, εκεί μεγαλώσαμε και εκεί θάψαμε τους δικούς μας. Δεν είχαμε άλλη επιλογή. Όποιος ήταν μουσουλμάνος έπρεπε να φύγει».
«Γκαρσόν» φώναξε με δυνατή φωνή, «φέρε στο πατριωτάκι μου έναν καϊβέ.»
Δάκρυσα και εγώ, διότι μου θύμισε τους παππούδες μου. Δε διέφεραν σε τίποτε άλλωστε από αυτούς. Μαζεύτηκαν τριγύρω μου, με περικύκλωσαν, και με τη βοήθεια του Μεχμέτ Απάκ, του δασκάλου των Αγγλικών, ζητούσαν πληροφορίες για τα χωριά τους. Ο παππούς Ραμαζάν Κιβράκ από την Παλιά Καβάλα, ο παππούς Σαμπάν Σαβασερί από τον Σοχό.
Όλοι τους ρουφούσαν στην κυριολεξία τις πληροφορίες μου. Όσες μπορούσα βέβαια να τους δώσω.
Εν τω μεταξύ το τσάι έδινε και έπαιρνε. Ήταν σε μικρά ποτηράκια και καταναλίσκονταν γρήγορα. Πρέπει να ήπιαν από πέντε ο καθένας τους.
Προσπαθούσαν να μιλήσουν χρησιμοποιώντας τα λίγα Ελληνικά που θυμόντουσαν. Ζόριζαν τη μνήμη τους για να μου δείξουν ότι έχει μείνει κάτι από Ελλάδα μέσα τους…
«Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ
να μαθαίνω γράμματα του θεού τα πράματα.»
Γεμάτος περηφάνια ο παππούς Χασάν, απάγγειλε το γνωστό τραγουδάκι και οι υπόλοιποι τον χειροκρότησαν.
«Κουσκουτούρα νε ιστέρ? Αλαχτάν γιαμούρ ιστέρ.» Τι θέλει η κουσκουτούρα; Από το θεό βροχή θέλει…
«Αυτό το λέγαμε όταν είχε ανομβρία και παρακαλούσαμε τον Αλλάχ να φέρει βροχή, είπε ο Ραμαζάν ντεντές. Χρησιμοποιούσαμε ένα κοντάρι που στη μια άκρη του είχε ένα χοντρό πανί, που ονομάζαμε κουσκουτούρα, και με αυτό καθαρίζαμε το φούρνο όταν φουρνίζαμε ψωμιά.
Τρέχαμε σε όλο το χωριό υψώνοντας το κοντάρι και τραγουδούσαμε το μικρό αυτό τραγουδάκι.
Οι κάτοικοι του χωριού μας έδιναν τότε καραμέλες και ζαχαρωτά. Το κάναμε και μετά όταν ήρθαμε στην Τουρκία».
Μετά από λίγο μπήκε στο καφενείο ένας μεσήλικας ο οποίος με χαιρέτησε ευγενικά και κάθισε στο τραπέζι μας. Ο κύριος Χουσείν Ινάκ, που καταγόταν από την Παλιά Καβάλα, μου είπε ο Μουσταφά, ξέρει πολλά Ελληνικά σπίτια και μαχαλάδες διότι, όταν έρχονταν επισκέπτες από την Ελλάδα, αυτός τους συνόδευε και έμαθε πολλά πράγματα φια το χωριό.
Έτσι λοιπόν ανέλαβε να με ξεναγήσει και να μου δείξει τα σπίτια και τα Αγιάσματα του χωριού. Ευχαρίστησα τους παππούδες, ανανεώσαμε το ραντεβού μας για το βράδυ και βγήκαμε από το καφενείο. Καιρός ήταν… ο καπνός από τα τσιγάρα κόντευε να φράξει τα πνευμόνια μου.
Κατευθυνθήκαμε προς το χωριό Ντάνσαρι ή Αγίους Θεοδώρους, όπου στην μέση της διαδρομής, ήταν το Αγίασμα του Αγίου Βαραδάτου. Μέχρι να φθάσουμε στο Αγίασμα αντικρύσαμε πολλά ελληνικά σπίτια που έστεκαν εκεί σαν φαντάσματα του παρελθόντος, ασοβάτιστα και απεριποίητα.
Το παλιό κτίσμα του Αγίου είχε κατεδαφιστεί το 1894, ενώ αυτό που υπάρχει τώρα είχε κτιστεί τον Ιανουάριο του 1922. Ήταν αφιερωμένο στον άγνωστο σε εμάς Άγιο Βαραδάτο, που καταγόταν από την Αντιόχεια, για τον οποίο όμως είχα ακούσει πολλά από τους Κουβουκλιώτες παππούδες.
Στα Κουβούκλια Κοζάνης, ο παππούς Νίκος Θωμίδης, με τη βοήθεια του γιου του Μιχάλη και πολλών Κουβουκλιωτών, έχτισαν σε μια πολύ όμορφη περιοχή, δίπλα στο φράγμα του Αλιάκμονα, μια εκκλησία προς τιμή του Αγίου.
Σε αυτό το σημείο συγκεντρωνόμασταν κάθε χρόνο, τρώγαμε, πίναμε, τραγουδούσαμε και συναντούσαμε τους συγγενείς μας που έρχονταν από όλα τα μέρη της Ελλάδος.
Είδε ο παπάς του διπλανού χωριού ότι αυτήν τη μέρα το παγκάρι γέμιζε πολύ και έδιωξε το θείο Νίκο και τους Κουβουκλιώτες από την επιτροπή του ναού, για να καρπώνεται ο ίδιος τα έσοδα.
Τα κατάφερε, αλλά έκτοτε κανείς Κουβουκλιώτης δεν ξαναπήγε στην εκκλησία. Ο θείος Νίκος πέθανε με το μαράζι ότι του έκλεψε ο παπάς, για λίγα χρήματα, την εκκλησία για την οποία τόσο πολύ μόχθησε.
«Θα λα τον καρυδώσω δεν θα την γλυτώς», μουρμούριζε κάθε φορά που τον συναντούσα.








