Πρόγραμμα εκδηλώσεων της Ημαθίας
[ditty id=231425 category="h-thesh-tou-laou"]

Ιστορίες της καθημερινότητας: Ο Παππούλης

Του Θανάση Μελετίδη

Πρόσφατα κυκλοφορούσε σε όλη τη Βέροια ένας πολύ συμπαθητικός παππούλης που υπέφερε, δυστυχώς, από πολύ προχωρημένη άνοια. Ρωτούσε, διαρκώς, κάθε δημότη που αντάμωνε : «μήπως ξέρεις που είναι τ’ αμπελοχώραφά μου»; κανείς δεν ήξερε …
Σύντομα τον «πήραν χαμπάρι» τα μικρά πειραχτήρια και τρέχανε όλη μέρα από πίσω του, όχι μόνον για να διασκεδάσουν αλλά και για να τον προσέχουν όταν περνούσε σε απέναντι πεζοδρόμια, χωρίς να κοιτά, ανάμεσα από τους δεκάδες τετράτροχους και δίτροχους «χάρους»!
Κάποια στιγμή, ένας από τους μικρούς φύλακες άγγελούς του δεν άντεξε άλλο το απορημένο και λυπημένο αθώο βλέμμα του και όταν βρέθηκαν στο πάρκο της Ελιάς, του είπε : «Να, παππούλη! Αυτό είναι το αμπελοχώραφό σου»!
Ο παππούλης χάρηκε τόσο πολύ που άρχισε να κουνά ενθουσιασμένος πάνω κάτω τα χέρια του. Καταχάρηκε και ο μικρός του άγγελος, καθώς και όλα τα άλλα παιδάκια, που ευχαριστημένα που έφτασαν σε πέρας το ευλογημένο τους έργο, έφυγαν χοροπηδώντας προς την οδό Μητροπόλεως.
Δυστυχώς δε χάρηκε για πολύ τα χωράφια του, καθώς σε λίγες ώρες τον εντόπισε η Νικολούλη και αφού τον έβγαλε στην τηλεόραση, κάνοντάς τον διάσημο σε όλη τη χώρα, εμφανίστηκε πανικόβλητη η οικογένειά του, που τον μάζεψε και τον πήγε άρον άρον σε ένα άλλο μεγάλο «αμπελοχώραφο» στο οποίο πολλοί αγρότες και πολλές αγρότισσες κυκλοφορούσαν με άσπρες ποδιές και ακουστικά στον λαιμό τους…
Ευτυχώς για εκείνον, η αυλή του μεγάλου κτηρίου ήταν γεμάτη πανέμορφα οπορωφόρα δέντρα. Μάλιστα ήταν και περιφραγμένη με δεκάδες καταπράσινα λαμπερά αμπέλια, που τα περιποιούνταν ολημερίς! Και όποιος περίεργος πήγαινε να του δώσει συμβουλές τού έλεγε νευρικά : «Έλα παππού να σου δείξω τ’ αμπελοχώραφά σου»!
Η κόρη του τον επισκεπτόταν, σχεδόν, καθημερινά φέρνοντάς του ένα σωρό λιχουδιές, καθώς είχε διαπιστώσει πως, ο πατέρας της, είχε μείνει «πετσί και κόκαλο». Κι εκείνος, όταν την έβλεπε, καθόταν δίπλα της χαμογελώντας παράξενα και έτρωγε με μανία ό,τι υπήρχε μπροστά του! Εκείνη δεν άντεξε άλλο:
-Καλά! δεν τους ταΐζετε; ρώτησε, μες στα νεύρα, τον υπεύθυνο του «αμπελοχώραφου».
-Τρώνε κανονικότατα! Οι μερίδες τους είναι οι ενδεικνυόμενες. Στην ηλικία τους έχουν χαμηλό μεταβολισμό. Αν θέλετε, μπορείτε να τον πάτε στο νοσοκομείο για εξετάσεις, αλλά με δικά σας έξοδα!
Η καημένη δεν απάντησε. Χαμήλωσε το κεφάλι σκεπτόμενη πως αν τον έπαιρνε στο σπίτι της δε θα μπορούσε να ελέγχει τις αιφνιδιαστικές του εξόδους. Εξάλλου ο άνδρας της τής το είχε ξεκόψει : «ούτε να το συζητήσω», της είχε πει την ώρα που άλλαζε, χωρίς να την κοιτά, με κρότο σελίδα στην εφημερίδα που διάβαζε.
Έφυγε περίλυπη. Απελπισμένη.
Τηλεφώνησε στις δυο της αδερφές ψάχνοντας λύση, αλλά εκείνες τής είπαν τα ίδια, λες και ήταν συνεννοημένες: «Εμείς είμαστε μακριά. Εξάλλου εμείς πληρώνουμε τη νοσηλεία του».
Όσο κι αν προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία της, δεν άντεξε: «Βέβαια! Ερχόσασταν με σκουπιδοτρόφιμα μέχρι που τον πείσατε και σας άφησε ό,τι είχε. Από τότε που σας το βεβαίωσε ο συμβολαιογράφος, ούτε που πατήσατε να τον δείτε… Λες, και, επειδή δεν έχω παιδιά είμαι η αμαρτωλή της οικογένειας …», απάντησε κλείνοντας με απόγνωση το τηλέφωνο.
Ήταν η τελευταία φορά που τις μίλησε. Και το μυαλό της, από τότε, άρχισε να παίρνει ανάποδες στροφές που χειροτέρεψαν λόγω των εξελίξεων στη ζωή του πατέρα της (όπως συμπέρανε, έφταιγε που «έβγαλε γλώσσα» στον υπεύθυνο του «αμπελοχώραφου» ):
Τού απαγόρεψαν να ασχολείται με τα δέντρα …
Τής απαγόρεψαν να τού πηγαίνει τρόφιμα με το επιχείρημα πως θα μπορούσε να πνιγεί!;!
Ο παππούλης δεν άγγιζε, πια, τίποτα (προφανώς είχαν κάνει «πλύση εγκεφάλου στο ανυπεράσπιστο πλάσμα του Θεού) από όσα του έφερνε η κόρη του – που είχε γράψει στα «παλιά της τα παπούτσια» τις εντολές του «τρολ».
Πολλές φορές δε σηκωνόταν, καν, από το κρεβάτι του.
Σύντομα άρχισε να αρνείται οποιαδήποτε λήψη τροφής.
Η συμμορία πανικοβλήθηκε: «Να τού βάλεις οισοφαγικό καθετήρα! Ταΐζε τον με το ζόρι», διέταξε το «τρολ»… «Θα χάσουμε το χιλιάρικο»…
Όμως, η άπειρη εργάτρια με τα άσπρα (διαλεγμένη από «καλάθι της Ομόνοιας») – τέτοια έκανε το «τρολ» – έβαλε τον καθετήρα στην τραχεία!;!…
Η γνωμάτευση ήταν : κατέληξε από πνευμονική εισρόφηση, αγνώστου αιτιολογίας, που προκάλεσε πνευμονία.
Στην κόρη του, όταν τον αναζητούσε, μιλούσαν για αδιαθεσία…
Όταν μπόρεσε να τον δει, μετά από χίλια παρακάλια και απειλές, εκείνος ψηνόταν στον πυρετό: Ούτε το χέρι του δεν μπορούσε να κρατήσει όρθιο. Μόνον μπόρεσε να της σφίξει το χέρι πριν ξεψυχήσει…
Εκείνη μάζεψε τα κομμάτια της και, μες σε λυγμούς, πήγε στη Βέροια περπατώντας σαν να πίστευε πως η σωματική ταλαιπωρία – κάπου πέντε χιλιόμετρα απόσταση – θα γαλήνευε τα ψυχικά της ερείπια…
Δεν πήγε σπίτι της. Πήγε σε δικηγόρο και έκανε αίτηση διαζυγίου. Κατόπιν έκατσε σε ένα καφενέ και ήπιε καμιά δεκαριά τσίπουρα.
Άμαθη στο ποτό, όπως ήταν, σωριάστηκε χάμω και χτύπησε όσο πιο άσχημα γινόταν. Ξεψύχησε, σύντομα, από εγκεφαλική αιμορραγία.
Όταν το έμαθαν οι αδερφές της, τη μάζεψαν και της έκαναν κηδεία πολυτελείας … με καλεσμένους που αστειεύονταν, με ανήψια που ούτε γνώριζε, με γείτονες που δυσανασχετούσαν, επειδή είχαν παρατήσει τις δουλειές τους, με μια «φίλη» της που ψιθύρισε :» Άχρηστη είχε γίνει…Είχε αρχίσει να τρελαίνεται… «, με τα σχόλια των αδερφών της: «Καλά έκανε ο συγχωρεμένος και δεν της άφησε τίποτα. Θα τα έτρωγε στο ποτό…».
Έτυχε να βρεθώ στη κηδεία της και να ακούσω, όταν την κατέβαζαν μες στον λάκκο, να λέει: «Άνθρωπος που δεν είναι ευαίσθητος, δεν είναι παρά μια σκατομηχανή… Τι καλά που έφυγα!».
Χρόνια πέρασαν από τότε. Όμως, εγώ, πολύ σπάνια τη συναντώ στον καφενέ: «Θανάση, είμαι πια ευτυχισμένη», μού λέει χωρίς να παίρνει απάντηση.

Κοινοποίηση της ανάρτησης:

Σχετικές αναρτήσεις

Ιστορικό

[pmpro_login redirect="/account/"]