Γράφει ο Γιώργος Κοτζαερίδης
Συνέχεια από το προηγούμενο Σαββατοκύριακο
Επιστρέψαμε στην Κουρούντερε και στο καφενείο της πλατείας ήπιαμε το τελευταίο μας τσάι και φύγαμε για το σπίτι όπου μας περίμενε η οικογένεια του Κεμάλ για να φαμε.
Ήταν το τελευταίο δείπνο με την οικογένεια του Κεμάλ η οποία με αγκάλιασε σαν δικό τους άνθρωπο.
Εδώ πρέπει να τονίσω για πολλοστή φορά ότι η φιλοξενία των Τούρκων ήταν εγκάρδια. Πιο φιλόξενους ανθρώπους δεν ξανασυνάντησα και το παράξενο είναι ότι όταν καταλαβαίνουν ότι είσαι Έλληνας σου φέρονται πιο καλύτερα.
Θυμάμαι και τους πιο ηλικιωμένους που είχαν ζήσει τα φρικτά γεγονότα είχαν να πουν τα καλύτερα λόγια για τους Έλληνες και τόνιζαν την αναγκαιότητα Έλληνες και Τούρκοι να ζουν ειρηνικά διότι δεν έχουν τίποτε να μοιράσουν.
Καταπονημένος από την κουραστική μέρα και την απερισκεψία μου να παίξω σε τέτοια ηλικία και με 110 κιλά λίπους ένα ολόκληρο ποδοσφαιρικό παιχνίδι, πήγα γρήγορα για ύπνο αποφεύγοντας έτσι και τον Κεμάλ με τα μηχανήματά του που ήθελε σώνει και καλά να του φανερώσω το μέρος όπου είχαν κρύψει τις λίρες οι παππούδες μου.
Την άλλη μέρα σηκώθηκα πολύ πρωί, αποχαιρέτησα την οικογένεια του Κεμάλ αφού τους ευχαρίστησα όλους για την ανεπανάληπτη φιλοξενία τους, και έφυγα με κατεύθυνση το επόμενο χωριό, το Τσομπάν Γιατάκ .

TΣΟΜΠΑΝ ΓΙΑΤΑΚ
Τσομπάν Γιατάκ σημαίνει καλύβα του τσομπάνη. Το χωριό επειδή ήταν πολύ αραιοκατοικημένο το είχαν χωρίσει σε Άνω και Κάτω Τσομπάν Γιατάκ.
Ήταν ακριβώς απέναντι από την Κουρούντερε. Ανάμεσα στα δυο αυτά χωριά κυλούσε ο ποταμός Καράσου.
Οι κάτοικοί του ήταν πρόσφυγες από την περιοχή Μελανθίου της Ορντού και ασχολούνταν με την γεωργία και την κτηνοτροφία. Παρήγαγαν φασόλια, λαχανικά, φουντούκια και εκτρέφανε βοοειδή αιγοπρόβατα και βουβάλια.
Πολλοί από τους κατοίκους του χωριού δούλευαν σαν υλοτόμοι στα γειτονικά δάση και στα εργοστάσια ξυλείας του Κοτσαλί ενώ άλλοι δούλευαν σαν οικοδόμοι και ξυλοκατασκευαστές.
Το χωριό είχε 45 σπίτια σε δυο μαχαλάδες με 200-250 ψυχές.
Η εκκλησία ήταν λιθόκτιστη σκεπασμένη με κεραμίδια και αποτελούσε το στολίδι της περιοχής.
Την είχαν κτίσει τεχνίτες που έκαναν εργολαβίες ύδρευσης στα γύρω χωριά. Ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο .
Το σχολείο είχε έναν δάσκαλο ο οποίος δίδασκε σε πολύ λίγα παιδιά. Τα περισσότερα προτιμούσαν να βόσκουν ζώα παρά να μαθαίνουν γράμματα. Οι κάτοικοι του χωριού μετά την φυγή τους στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν κυρίως στα χωριά του νομού Ημαθίας, στον Άγιο Δημήτριο, στην Κοιλάδα και στον Άγιο Χαράλαμπο Κοζάνης.
Σήμερα το χωριό δεν παρουσιάζει τίποτε το ιδιαίτερο. Είναι πάντα αραιοκατοικημένο και χαμένο μέσα στις φουντουκιές.
Έχει βέβαια καινούργια σπίτια, όμως δεν υπάρχει κάτι που να θυμίζει την Ελλάδα. Το ίδιο ισχύει και για το επόμενο χωριό το Καρά Πελίτ.
ΚΑΡΑΠΕΛΙΤ
Καράπελιτ στην Τουρκική γλώσσα σημαίνει μαύρη βελανιδιά. Το χωριό πήρε το όνομά του από τις πολλές βελανιδιές που βρίσκονταν στα γύρω δάση.
Είναι κτισμένο σε υψόμετρο 300 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας, απέχει 78 χιλιόμετρα από την Νικομήδεια,44 χιλιόμετρα από το Ατάπαζαρ, 2 χιλιόμετρα από το Κεστανέ Πινάρ και 3 χιλιόμετρα από το Τσομπάν Γιατάκ. Το Καράπελιτ πριν την Μικρασιατική Καταστροφή είχε 75 σπίτια με 499 κατοίκους. Οι πρώτες οικογένειες που εγκαταστάθηκαν σε αυτό ήταν οι Μουράτογλου που ήρθαν από το Ντερένταμον της Ορντού.
Από τις αρχές του 20ού αιώνα (1905), σύμφωνα με την επίσημη στατιστική του Οθωμανικού Πατριαρχείου, στο Καραπελίτ κατοικούσαν 38 ελληνορθόδοξες οικογένειες· βλ. Εθνικά Φιλανθρωπικά Καταστήματα, Ημερολόγιον έτους 1906(Κωνσταντινούπολη 1905), σελ. 134.
Παρόμοια στοιχεία (38 οικογένειες) δίνει και ο Θ. Καβαλιέρος-Μαρκουίζος, Από Κωνσταντινουπόλεως εις Νίκαιαν.
Ταξειδιωτικαί εντυπώσεις εκ Βιθυνίας, μετ’ εικόνων (Κωνσταντινούπολη 1909), σελ. 142. Βλ. και Αναγνωστοπούλου, Σ., Μικρά Ασία, 19ος αι. – 1919. Οι ελληνορθόδοξες κοινότητες: από το μιλλέτ των Ρωμιών στο ελληνικό έθνος (Αθήνα 1997), σελ. 222.
Η στατιστική του Οικουμενικού Πατριαρχείου για το 1922 δίνει τον αριθμό των 400 ελληνορθόδοξων κατοίκων· Patriarcat Oecumenique, Les atrocités Kémalistes dans les régions du Pont et dans le reste de l’Anatolie (Κωνσταντινούπολη 1922), σελ. 85, 221.
Το Καραπελίτ υπάγονταν στο καϊμακαμλίκι του Ατάπαζαρ του μουτεσαριφλικιού της Νικομήδειας..
Στο χωριό υπήρχε ένας μουχτάρης που εκλέγονταν δια βοής, μαζί με 3-4 αζάδες. Το κλίμα στο Καράπελιτ ήταν εύκρατο και υγιεινό.
Το χειμώνα έπεφτε πάρα πολύ χιόνι και είχε πολύ κρύο, ενώ το καλοκαίρι είχε πολύ δροσιά. Τα σπίτια του χωριού ήταν ξυλόκτιστα με σκεπή από χάρτωμα αραιοκτισμένα και γι’ αυτόν τον λόγο κατείχε μεγάλη έκταση.
Τα χαρτώματα γίνονταν από ξύλο λευκού έλατου, δέντρο που οι Πόντιοι αποκαλούσαν τεβόρ και φυτρώνει αποκλειστικά στα δάση του Πόντου. Για να κάνουν τα χαρτώματα έκοβαν τον κορμό του λευκού έλατου σε κυλινδρικά κομμάτια μήκους 1.40 τα οποία στην συνέχεια έσκιζαν με κοφτερά τσεκούρια σε παραλληλόγραμμα κομμάτια.
Αργότερα τα κομμάτια αυτά τα έσκιζαν πάλι σε λεπτά ισόπαχα τα οποία κάρφωναν με μικρά καρφιά πάνω στην στέγη.Το ρετσίνι που περιείχε το έλατο προφύλαγε το δέντρο από το σάπισμα. Στο χωριό δεν υπήρχαν καφενεία ή άλλα μαγαζιά και οι δρόμοι του ήταν στενοί και χωμάτινοι.
Οι άνδρες του χωριού μιλούσαν Ποντιακά και Τουρκικά σε αντίθεση με τις γυναίκες που μιλούσαν μόνο Ποντιακά. Οι πιο μορφωμένοι του χωριού όταν ήθελαν να αγοράσουν κάποια εφημερίδα, πήγαιναν στο Ατάπαζαρ και αγόραζαν την ΑΝΑΤΟΛΗ που γράφονταν στα Καραμανλήδικα, δηλαδή Τουρκικά με Ελληνικούς χαρακτήρες.
Κύριες παραγωγές των κατοίκων ήταν το καλαμπόκι, σιτηρά, κεράσια μήλα, φουντούκια και πολύ νόστιμα δαμάσκηνα. Έκαναν τις εμπορικές συναλλαγές τους στο Ατάπαζαρ και στην Καράσου.
Κάθε οικογένεια είχε κατοικίδια ζώα για τις προσωπικές της ανάγκες.
Η εκκλησία ήταν κτισμένη σε ψηλότερο μέρος της κεντρικής πλατείας του χωριού και ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Κωνσταντίνο.
Ήταν πέτρινη, με σκεπή από χάρτωμα που αντικαταστάθηκε αργότερα από κεραμίδια.
Είχε σχήμα μακρόστενο με σαμαρωτή στέγη. Πάνω από την είσοδο υπήρχε ξύλινος σταυρός. Στο εσωτερικό της υπήρχε μία πολύ όμορφη εικόνα του Αγίου Κωνσταντίνου.
Έξω από το χωριό υπήρχε παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννη που λειτουργούσε μόνο την ημέρα της γιορτής του.
Την παραμονή της γιορτής του Αγίου Ιωάννη, οι περισσότεροι κάτοικοι έκαναν νηστεία και μετέπειτα κοινωνούσαν. Στην εκκλησία υπήρχε εκκλησιαστική επιτροπή που μεριμνούσε για την επίλυση των τυχόν προβλημάτων.
Πίσω από την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου υπήρχε μια τεράστια βελανιδιά. Λένε πως για να την αγκαλιάσουν χρειάζονταν 10 άντρες.
Πάνω σε αυτήν την βελανιδιά είχαν τοποθετήσει την καμπάνα και την χρησιμοποιούσαν σαν καμπαναριό.
Κάτω από αυτό το δέντρο κάθονταν τα καλοκαίρια οι άντρες του χωριού και συζητούσαν τα προβλήματά και τα σχέδιά τους για το μέλλον του χωριού.
Τα νεκροταφεία βρίσκονταν πίσω από την εκκλησία.
Αξιοσημείωτο ήταν ότι σε μια κηδεία οι γυναίκες συνόδευαν τον νεκρό μέχρι την εκκλησία. Στην ταφή παρευρίσκονταν μόνο οι άνδρες.
Το Kαράπελιτ υπάγονταν κι‘ αυτό στην Μητρόπολη Νικομήδειας. Ο Δεσπότης έρχονταν στο χωριό μια φορά στα δυο χρόνια και έδινε συμβουλές και οδηγίες στους κατοίκους.
Άδειες γάμου εξέδιδε ο εκπρόσωπος του Δεσπότη που είχε την έδρα του στο Κίρεζλι.
Η Θεία Λειτουργία ψάλλονταν στην Ελληνική γλώσσα την οποία όμως δεν γνώριζαν οι κάτοικοι και ο ιερέας που είχε περισσότερη μόρφωση αναγκάζονταν να επεξηγήσει το Ιερό Ευαγγέλιο στα Ποντιακά.
Ο τελευταίος ιερεύς του χωριού ο Παπά Γιώργης, δίδασκε πολλές προσευχές στους κατοίκους στην Ελληνική γλώσσα. Το δημοτικό σχολείο ήταν εξατάξιο και βρίσκονταν δίπλα στον Άγιο Κωνσταντίνο. Ήταν ξύλινο και τον χειμώνα οι λιγοστοί μαθητές τουρτούριζαν από το πολύ κρύο.
Δυστυχώς οι μαθητές που αποφοιτούσαν ήταν λιγοστοί και καθώς μεγάλωναν αναγκάζονταν να βοηθούν τους γονείς τους στις γεωργικές εργασίες.
Τα κορίτσια πήγαιναν στο σχολείο μόνο 1-2 χρόνια και μετέπειτα βοηθούσαν και αυτά την μητέρα τους στο σπίτι. Πριν το 1990 χρέη δασκάλου εκτελούσε ο ιερέας, αλλά αργότερα ήρθε δάσκαλος ο οποίος δίδασκε στα παιδιά ανάγνωση, γραφή, ιερά ιστορία, αριθμητική, αρχαία ελληνική ιστορία.
Τον δάσκαλο πλήρωναν οι κάτοικοι του χωριού και η ετήσια σχολική δαπάνη ανέρχονταν στις 10 οθωμανικές λίρες. Στο σχολείο υπήρχε σχολική εφορεία, που ασχολούνταν με τα προβλήματα του σχολείου.
ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
Στην τοποθεσία Αλώνια ήταν όλα τα κτήματα των κατοίκων.
Σε αυτήν την περιοχή που είχε μεγάλη απλωσιά διοργανώνονταν τα πανηγύρια και οι χοροί των κατοίκων.
Στην τοποθεσία Αβιτσιλέρ υπήρχε ένα μεγάλο δάσος όπου κατέφευγαν πολλά άγρια ζώα και πουλιά και για τον λόγο αυτό αποτελούσε ξεχωριστό μέρος για κυνήγι.
Στην τοποθεσία Τσομπανλάρ υπήρχαν πολλά βοσκοτόπια όπου οι περισσότεροι κάτοικοι βοσκούσαν τα ζώα τους.
Η τοποθεσία Ντελήχαμπου πήρε το όνομά της από έναν εύθυμο κάτοικο τον Ντελήχαμπο, που είχε εκεί πολλά χωράφια, με σιτηρά και καλαμπόκια.
Ο Σαγγάριος ποταμός απείχε 16 χιλιόμετρα από το χωριό ενώ πολύ κοντά ήταν και ο άλλος μεγάλος ποταμός της περιοχής, ο Καράσου που πήγαζε από το Τσάμ Ντάγ και χύνονταν στην Μαύρη θάλασσα.
Στον Καράσου ποταμό που τον χειμώνα είχε πολλά ορμητικά νερά, οι υλοτόμοι έριχναν τους κορμούς δέντρων που υλοτομούσαν από το Τσάμ Ντάγ και αυτός τους μετέφερε στην Μαύρη θάλασσα απ΄όπου τους έπαιρναν και τους πουλούσαν.
Ανατολικά του χωριού έρεε το ποταμάκι Άκ Μπουνάρ με τα νερά του οποίου λειτουργούσε ο νερόμυλος του χωριού.
ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ
Πολύ διαδεδομένο ήταν στο χωριό το έθιμο του Κλήδονα. Σαράντα μέρες μετά το Πάσχα, παραμονή της Ανάληψης ένα μικρό κορίτσι και ένα μικρό αγόρι έπαιρναν ένα μπακιράκι με μεγάλο χερούλι το τοποθετούσαν στην μέση ενός χοντρού ξύλου και κρατώντας το, ένας δεξιά και ένας αριστερά, επισκέπτονταν τα σπίτια του χωριού.
Το μπακιράκι το γέμιζαν με νερό και πέταλα λουλουδιών, το σκέπαζαν και το άφηναν έξω από ένα σπίτι .
Την άλλη μέρα μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, μαζεύονταν όλοι οι νέοι και νέες στην αυλή και έριχναν μέσα στο μπακιράκι προσωπικά τους αντικείμενα π.χ δαχτυλίδια, κουμπιά.
Αργότερα ένα παιδί με σκεπασμένο πρόσωπο έβγαζε με σειρά τα αντικείμενα αυτά, ενώ οι υπόλοιποι τραγουδούσαν διάφορα στιχάκια.
Ότι ανέφερε το στιχάκι που τραγουδούσαν θα συνέβαινε σε εκείνον ή εκείνη που αυτήν την στιγμή ανασύρονταν το προσωπικό του αντικείμενο.
Αυτήν την διαδικασία την αποκαλούσαν «αμίλητο νερό» διότι τα δυο παιδιά που κρατούσαν το μπακιράκι, δεν μιλούσαν καθόλου.
Οι σχέσεις των κατοίκων με τους Τούρκους μέχρι το 1914 ήταν πάρα πολύ καλές. Καλύτερες σχέσεις είχαν με τους Τσερκέζους που τους βοήθησαν κατά την έξοδο η οποία ήταν εφιαλτική.
Τράβηξαν τα πάνδεινα μέχρι να καταφέρουν να περάσουν τον Σαγγάριο ποταμό και να αποφύγουν την μανία των τσετών του Κεμάλ. Το 1919 οι κάτοικοι του χωριού δεχόμενοι επιθέσεις από ατάκτους Τούρκους κατέφυγαν στην Νικομήδεια και μετά την Μικρασιατική Καταστροφή στην Ελλάδα όπου εγκαταστάθηκαν οι περισσότεροι σε χωριά του νομού Ημαθίας και Κοζάνης.
Η λαϊκή μούσα με το παρακάτω δίστιχο περιγράφει το δράμα ενός κοριτσιού.
ISMIT ORASINDA DUMAN CIKER
ANKARA MILICI HICIM EDER
KOCALI YOLARDA YARALI KALDIM
BANA ILAC YOKUM KISLARA SORDUM
Στον κάμπο της Νικομήδειας βγήκε καταχνιά.
Από την Άγκυρα στρατιώτες εξόρμησαν.
Στου Κοτζάαλι τους δρόμους απόμεινα τραυματισμένη
Για μένα δεν έχει γιατρειά? Ρώτησε το κορίτσι.
Το Καράπελιτ όπως προανέφερα, δεν έχει κάποια διαφορά από τα άλλα χωριά που επισκέφθηκα. Παραμένει αραιοκατοικημένο και πνιγμένο μέσα στις φουντουκιές. Ελληνικά σπίτια δεν υπάρχουν.
Πλησίαζα πλέον στο τέλος του ταξιδιού μου. Από τα 14 χωριά που είχα βάλει σκοπό να επισκεφθώ είχαν μείνει μόνο τρία.Το Κεστανέ Πουνάρ, το Άκτας και το Κίραζλι.








