Γράφει ο Θωμάς Γαβριηλίδης
Ο ΤΕΤΤΙΞ (Ο ΠΡΟΑΓΓΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ)
(αρχαίο κείμενο)
1 Μακαρίζομέν σε, τέττιξ,
2 ότε δενδρέων επ’άκρων
3 ολίγην δρόσον πεπωκώς
4 βασιλεύς όπως αείδεις.
5 Σα γαρ εστί κείνα πάντα,
6 οπόσα βλέπεις εν αγροίς
7 κοπόσα φέρουσιν ύλαι.
8 Συ δε φείδεαι γεωργών
9 από μηδενός τι βλάπτων∙
10 συ δε τίμιος βροτοίσιν
11 θέρεος γλυκύς προφήτης
12 Φιλέουσι μεν σε Μούσαι,
13 φιλέει δε Φοίβος αυτός,
14 λιγυρήν δ’έδωκεν οιμήν∙
15 το δε γήρας ου σε τείρει.
16 Σοφέ, γηγενής, φίλυμνε
17 απαθής, αναιμόσαρκε∙
18 σχεδόν έι θεοίς όμοιος.
Ο ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ
(μετάφραση)
1 Σε καλοτυχίζουμε, ω Τζίτζικα, εσένα
2 όταν απάνω στις κορφές των δένδρων
3 ολίγη δρόσο μονάχα πιωμένος
4 παρόμοια ψάλλεις όπως ψάλλει βασιλέας.
5 Δικά σου βέβαια είναι όλα εκείνα
6 όσα τα βλέπεις μέσα στα χωράφια
7 κι όσα άλλα προερχόμενα απ’ τα δάση.
8 Όμως εσύ τους γεωργούς φροντίζεις
9 πως ούτε και λιγάκι δε θα βλάψεις
10 και είσαι ανεκτίμητος για τους ανθρώπους
11 γιατί είσαι ο γλυκός προάγγελος του θέρους.
12 Σε αγαπούν πρωταρχικά οι Μούσες
13 αλλά κι ο ίδιος σ’ αγαπάει ο Φοίβος
14 όπου σου έδωσε τραγούδημα καθάριο.
15 Και τα γεράματα διόλου δε σε χαλάνε.
16 Ω συ σοφέ, γέννα της γης, των ύμνων φίλε,
17 με δίχως πάθη και με σάρκα δίχως αίμα
18 με τους θεούς εσύ ‘σαι σχεδόν όμοιος.
ΣΧΟΛΙΑ
Η παρουσιαζόμενη στο σημερινό μου σημείωμα ανακρεόντεια ωδή είναι ένα εγκώμιο αποθέωσης του προάγγελου του καλοκαιριού, του τζίτζικα, του αγαπημένου τέττιγα των Μουσών και του ηγέτη τους, του Μουσαγέτη Φοίβου- Απόλλωνα, του θεού της μουσικής, που του χάρισε το καθάριο (λιγυρό) τραγούδημα, το τερέτισμα, το οποίο άρεζε πάρα πολύ στους αρχαίους μας προγόνους και τον λάτρευαν, επειδή τους κρατούσε συντροφιά όταν εργάζονταν τα καλοκαίρια στους αγρούς και στα δάση.
Ο τζίτζικας, σύμφωνα με την ανακρεόντεια ωδή που μας απασχολεί τώρα, ήταν για τους ανθρώπους ένας ψάλτης που έψελνε σα βασιλιάς (ψάλλει δεξιά ο βασιλιάς, ζερβά ο πατριάρχης…) χωρίς να τους φορτώνει με βασιλικά έξοδα εφόσον, όπως πίστευαν, τρεφόταν μόνο με λίγη δροσιά, δώρο των θεών. Είχαν τον καλύτερο τραγουδιστή δωρεάν!
Επειδή ο τζίτζικας ήταν λιτοδίαιτος, είχε ασκητική μορφή, ήταν «πετσί και κόκαλο» μελαμψός, σάρκα χωρίς αίμα, και επειδή, όπως πιστευόταν, ήταν γηγενής, παιδί της γης, και όχι γέννημα ερωτικής πράξης, ήταν απαλλαγμένος από το ερωτικό πάθος και απ’ όλα τ’ άλλα πάθη, που αυτό συνεπάγεται, θεωρούνταν και σοφός, ως βγαλμένος από τα σπλάχνα της γης και κάτοχος της, απρόσιτης για τους επιφανειακούς ανθρώπους, σοφίας της. Είχε, με άλλα λόγια, όλα τα βασικά γνωρίσματα των θεών, ήταν επομένως σχεδόν όμοιος με τους θεούς, όπως τους φανταζόταν μια μερίδα σκεπτόμενων αρχαίων ανθρώπων και όχι όπως τους έβλεπαν οι πολλοί, όμοιούς τους, γεμάτους ανθρώπινα πάθη μεγάλων διαστάσεων.
Βέβαια, δεν έβλεπαν τον Τζίτζικα όλοι οι αρχαίοι μας πρόγονοι όπως παρουσιάζεται στο συγκεκριμένο ανακρεόντειο ποίημα, υπήρχαν και εκείνοι με πρώτο-πρώτο τον παραμυθά Αίσωπο, που τον έβλεπαν ως έναν επιπόλαιο γλεντζέ που με το τραγούδι ξεχνούσε να φροντίζει για το πώς θα περνούσε το χειμώνα, όταν η τροφή του, η δρόσος, λόγω παγωνιάς, δεν θα τρωγόταν. Δεν έβλεπε καθόλου τα προνοητικά μυρμήγκια…
Ήταν σχεδόν όμοιος με τους θεούς. Δεν ήταν θεός… Έμοιαζε πολύ και με κάποιους επιπόλαιους ανθρώπους…
ΑΝΑΚΡΕΟΝΤΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Στην Ελληνική Ανθολογία, τη γνωστή και ως Παλατινή, περιλήφθηκαν, και έτσι διασώθηκαν και εξήντα (60) μικρά ποιήματα θεωρούμενα έργα του Ανακρέοντα (6ος αι. π.Χ.), τα οποία όμως η φιλολογική έρευνα αποκάλυψε ότι δεν είναι γνήσια έργα του μεγάλου Τήιου ποιητή (από την πόλη Τέω της Μικράς Ασίας, απέναντι από τη Σάμο) αλλά μεταγενέστερων θαυμαστών του, ποιητών των ελληνιστικών και βυζαντινών χρόνων, οι οποίοι τον μιμήθηκαν και υπέγραψαν με το όνομά του (κάτι όχι ασυνήθιστο στην αρχαιότητα). Τα ποιήματα αυτά τώρα είναι γνωστά ως Ανακρεόντεια, ανάμεσα στα οποία υπάρχουν και κάποια εκλεκτά που οι δημιουργοί τους αδίκησαν τον εαυτό τους, μη υπογράφοντάς τα. Ένα από τα εκλεκτά είναι και το αφιερωμένο στον τέττιγα (τζίτζικα) του σημερινού μου σημειώματος.
Τα Ανακρεόντεια ποιήματα, τα γνωστά στο παρελθόν ως «Ανακρέοντος Ωδαί» ενέπνευσαν πολλούς νεότερους ποιητές, Έλληνες και ξένους, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζουν ο Αθανάσιος Χριστόπουλος (1772 Καστοριά – 1847 Βουκουρέστι) και ο γερμανός Γκαίτε.
Νεανική μετάφραση του ανακρεόντειου «Τέττιγος» του μεγάλου νεοέλληνα φιλολόγου και ποιητή Κώστα Βάρναλη, παρμένη από το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, (sarant 5 Απριλίου 2026) μου προσφέρθηκε από τον παλιό μου άριστο μαθητή και τώρα εκλεκτό φίλο, τον νομικό – ερευνητή Απόστολο Ιωσηφίδη. Αυτή μου έδωσε την ευκαιρία να μεταφράσω και εγώ τον ανακρεόντειο τέττιγα και να σας τον παρουσιάσω τώρα που είναι ο καιρός που βγαίνει από τη γη…
ΑΝΑΠΟΛΗΣΗ
Μεταφράζοντας τώρα, (τέλη Απριλίου – αρχές Μαΐου 2026) τον ανακρεόντειο τέττιγα, αναπόλησα τα παιδικά μου χρόνια στην Νάουσα, τότε που με τους παιδικούς μου φίλους πηγαίναμε στα χωράφια με τα καλαμπόκια και τις φασουλιές και στις εξοχές και προσπαθούσαμε να πιάσουμε τζιτζίκια για να παίξουμε μ’ αυτά, πιέζοντας την κοιλιά τους για να τζιτζικίζουν. Αγοραστά παιχνίδια μόνο οι πλούσιοι μπορούσαν να έχουν τότε (δεκαετία του 1940), τα φτωχαδάκια παίζαμε με ζωντανά (βαρβαρικά θα τα λέγαμε τώρα) παιχνίδια: λιουλιακάδια (κωλοφωτιές – πυγολαμπίδες), μπακακάδια (βατραχάκια), σαλιγκάρια (κοχλίες, ποντιακά κοχλίδια), απηδουλάδια (ακρίδες), μπουμπουράδια (βομβυλιοί), τζιτζικάδια (τέττιγες) και κάποια άλλα πιο βάρβαρα ή πιο ήμερα…
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΝΤΟΜΟ
Ο γνωστός μας τζίτζικας (ή το τζιτζίκι) είναι ένα μεγαλόσωμο έντομο (υπάρχουν και μικρόσωμα τζιτζίκια). Ο αρσενικός έχει στην περιοχή της κοιλιάς του ένα όργανο που παράγει το τζιτζίκισμα (τερέτισμα) κάτι που ο θηλυκός δεν έχει, γι’ αυτό και δεν τζιτζικίζει, αλλά έχει ένα άλλο όργανο αντί εκείνου, το τέρετρον, με το οποίο κάνει τομές στα κλαδιά των δέντρων μέσα στις οποίες βάζει τα αυγά του. Όταν φτάνει ο καιρός τους, μέσα από τα αυγά βγαίνουν προνύμφες που μοιάζουν με ψύλλους. Οι προνύμφες βγαίνοντας από τα αυγά πηδούν στο έδαφος και χώνονται μέσα στη γη, όπου έπειτα από διάφορες μεταμορφώσεις γίνονται νύμφες και την Άνοιξη βγαίνουν από τη γη ως τέλεια έντομα.
Οι τζίτζικες έχουν χρώμα μαυριδερό και το στόμα τους είναι ένα είδος προβοσκιδοειδούς απορροφητικού οργάνου με το οποίο απομυζούν (ρουφούν) τους χυμούς των φύλλων και των κλαδιών και έτσι τρέφονται.
ΜΟΥΣΩΝ ΥΠΟΦΗΤΗΣ – ΤΙΘΩΝΟΣ
Ο μεγάλος φιλόσοφος Πλάτων (Πλάτωνας) αποκαλεί τον τζίτζικα «Μουσών υποφήτην» (πλάτωνος Φαίδρος 262) και γράφει ότι οι τζίτζικες κάποτε ήταν άνθρωποι, οι οποίοι μαγεμένοι από τις μελωδίες των Μουσών ξέχασαν ότι έπρεπε και να τρώνε για να ζήσουν και πέθαναν από την ασιτία. Οι Μούσες, όπως ήταν φυσικό, συγκινήθηκαν και τους μεταμόρφωσαν, όπως ήταν «πετσί και κόκαλο» σε έντομα με σάρκα δίχως αίμα.
Σύμφωνα με έναν αρχαίο μύθο, ο τζίτζικας αρχικά ήταν ένας πολύ ωραίος νεαρός άνθρωπος που λεγόταν Τιθωνός. Τον Τιθωνό μόλις τον είδε η θεά Ηώς (η Αυγή) τον ερωτεύτηκε παράφορα και τον έκανε άντρα της, και όπως ήταν τρελά ερωτευμένη, ζήτησε από τον Δία, τον πατέρα θεών και ανθρώπων, να κάνει τον αγαπημένο της αθάνατο, χάρη που της έγινε αμέσως. Ζούσαν ζωή χαρισάμενοι, ως αθάνατο ζευγάρι, αλλά όταν πέρασαν τα χρόνια, ο Τιθωνός γέρασε και μεταμορφώθηκε σε ένα λιπόσαρκο, ρυτιδιασμένο άσχημο γεροντάκι, επειδή η θεά γυναίκα του, ξεμυαλισμένη, ξέχασε να ζητήσει από τον Δία να τον κάνει όχι μόνο αθάνατο, αλλά και αγέραστο.
Τελικά, όταν η πάντοτε νέα και όμορφη θεά, Ηώς (Αυγή) βαρέθηκε τη γκρίνια του γέροντα άντρα της, από γκρινιάρη λιπόσαρκο άνθρωπο, τον μεταμόρφωσε σε λιπόσαρκο έντομο, σε τζίτζικα, για να γλυτώσει από την γκρίνια του… Να’ ταν τα νιάτα δύο φορές, τα γηρατειά καμία! Πάντως, όσο ήταν στα νιάτα του ακόμη ο Τιθωνός, είχε αποκτήσει από την ροδοδάχτυλη Ηώ, δύο γιους, τον Μέμνονα και τον Ημαθίωνα.








