Πρόγραμμα εκδηλώσεων της Ημαθίας
[ditty id=231425 category="h-thesh-tou-laou"]

Ιστορίες της καθημερινότητας – «Οι ιδιοφυείς σκύλοι»

Γράφει ο Θανάσης Μελετίδης

Σίγουρα ένας από τους σκύλους αυτούς ήταν και ο «πάλε ποτέ» σκύλος μου, ο Άρης. Τον είχε φέρει κουτάβι στο πατρικό μου σπίτι ο αδερφός μου ακούγοντας τυχαία το κλάμα του που ερχόταν από έναν σκουπιδοτενεκέ… Ελλάδα είναι εδώ και μόνον Έλληνες δεν την κατοικούν – δεν αναφέρομαι στους αλλοδαπούς, αλλά στους δίποδους δαίμονες…
Όσο ήταν κουταβάκι ο αδερφός μου τον είχε σε μια κούτα στο δωμάτιό του, καθώς, αν ήταν μόνο του, έκλαιγε και σου σπάραζε την καρδιά. Το άλλο που αγαπούσε πολύ ήταν να ορμά και να παίζει με τα κορδόνια κάθε επισκέπτη. Με αυτά τα παιχνίδια, τα χάδια και φαγητό πολυτελείας (κοτόπουλο με ρύζι – και χωρίς κόκαλα) μεγάλωσε ο Άρης. Φυσικό ήταν μεγαλώνοντας να έχει συμπάθεια και εμπιστοσύνη σε όλους τους περαστικούς!
Σαν φύλακας ήταν πλήρως αποτυχημένος! Μέχρι και οι αδέσποτες γάτες κουλουριάζονταν επάνω του όταν είχε παγωνιές. Τις ανέχονταν καλόκαρδα παρά τα πού και πού γρυλίσματα διαμαρτυρίας, επειδή εκείνες κάθε τόσο άλλαζαν θέση και τον ξεβόλευαν…
Εμάς, βέβαια, δε μας πείραζε καθόλου που ως «προσωπικό ασφαλείας» δεν ανταποκρινόταν. Δεν τον είχαμε υιοθετήσει για να κάνει τον φύλακα. Το κάναμε, γιατί τόσο εμείς όσο και όλη η γειτονιά τον αγάπησαν πολύ! Μια αγάπη που παρέμεινε μέχρι τα βαθιά του γεράματα και το αναπόφευκτο τέλος του… Ωστόσο, όταν κάποτε χρειάστηκε, έδειξε τη μεγάλη του κλάση :
Ήταν στις πρωινές ώρες και προς το τέλος του καλοκαιριού όταν και όλη η γειτονιά άκουσε το κάλεσμα: «Ήρθε ο Λαδάς! Ελαιόλαδο έξτρα από το νησί! Ελάτε να προλάβετε!»
Ο Λαδάς, ένας ψηλέας τύπος με κρεμαστή μουστάκα, είχε έρθει στη γειτονιά μας και πέρσι. Τότε οι νοικοκυρές είχαν αγοράσει από έναν τενεκέ ελαιόλαδο και είχαν μείνει όλες πολύ ευχαριστημένες. Όμως φέτος ο Άρης έφερνε μικρές βόλτες γαβγίζοντας συνεχώς στο ψηλότερο σημείο της γειτονιάς – στην τότε πολύ κατηφορική γειτονιά μας ο δημόσιος δρόμος και γενικά όλοι οι δρόμοι κυκλοφορίας τροχοφόρων δεν είχαν πρόσβαση μέσα της – σαν να ήθελε να πάμε εκεί που βρισκόταν. Βέβαια, στην αρχή μόνο, κανείς δεν έδινε σημασία…
Ο Λαδάς την είχε πέσει σε μια από τις αυλές της γειτονιάς και απολαμβάνοντας το κέρασμά του – «ελληνικός» και γλυκό του κουταλιού – χάζευε ευχαριστημένος και σίγουρος τις νοικοκυρές που δοκίμαζαν το ελαιόλαδό του από ένα δίλιτρο μπουκάλι προτρέποντας να το δοκιμάσουν:
-Είναι αρχή μου να μην πουλάω, αν δεν έχει δοκιμάσει ο πελάτης, έλεγε κάθε τόσο με περηφάνια ο Λαδάς.
«Θαυμάσιο», «Υπέροχο», «Φάρμακο», ήταν μερικά από τα σχόλια των γυναικών. Μέσα σ’ αυτές και η «συγχωρεμένη» η μάνα μου, η κυρά – Νίκη.
– Καλέ! Τι έπαθε ο Άρης; Δε σταμάτησε να γαβγίζει, είπε η κυρά – Νούλα.
-Τι να πάθει, Νούλα; Τη δουλειά του κάνει που είναι να γαβγίζει, απάντησε η κυρά – Νέλη.
-Ααααα!
Πάνω που όλες οι νοικοκυρές έτρεχαν στα σπίτια τους να φέρουν τα χρήματα που είχε ζητήσει ο Λαδάς για τον κάθε τενεκέ λάδι, και για πολύ κακή τύχη του Λαδά, «σκάει μύτη» ο κυρ Σωτήρης! Απόρησε η γυναίκα του, η κυρά – Νέλη που τον είδε τέτοια ώρα, καθώς ως αγρότης και στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, είχε ατελείωτες δουλειές στα κτήματά του.
Ο κυρ Σωτήρης ήταν ένας δίμετρος λεβεντάνθρωπος, εξαιρετικά λιγομίλητος και με πολύ ανεπτυγμένο το αίσθημα της τιμής. Ήταν από εκείνους που και να τους αδικούσες απαντούσαν με τη σιωπή τους. Όχι όμως και όταν αδικούσαν γυναικόπαιδα:
-Καλημέρα, γειτόνισσες. Νέλη, ήρθα στα γρήγορα να πάρω χρήματα, για να πληρώσω τον ραντιστή. Κύριε, μπορώ να δοκιμάσω κι εγώ;
-Βεβαίως, κύριε…
-Σωτήρης!
-Λοιπόν, κύριε Σωτήρη. Δεν είναι καλό το λάδι μου;
-Άριστο είναι. Αγουρέλαιο! Και πόσο το πουλάς;
-Τζάμπα! 17.000 χιλιάδες δραχμές (περίπου 50 ευρώ) τον τενεκέ. Δεκαεφτά λίτρα ειδικό έξτρα παρθένο ελαιόλαδο!
-Ούτε τα έξοδά σου δε βγάζεις…
-Μπορώ και πουλάω φθηνά, γιατί είμαι παραγωγός…
-Και το καραβάνι εκεί πάνω με τους εκατοντάδες τενεκέδες παραγωγοί είναι;
-Εεεεε! Ναι! Ήρθαμε φέτος παρέα για να έχουμε ο ένας τη συντροφιά και τη βοήθεια του άλλου…
-Για παρέα κουβαληθήκατε με τόσους τόνους λάδι από νησί ή για να μη φάτε ξύλο, απάντησε γελώντας.
Άλλαξε χρώμα ο Λαδάς, αλλά προσπάθησε να ξεγλιστρήσει:
-Χα! χα! Πολύ καλό, κυρ Σωτήρη!
-Κοίτα, μάστορα. Κι εγώ θα την «έτρωγα», αν δεν έβλεπα τις κινήσεις του Άρη. Τον ακούς; Σαν τρελός γαβγίζει. Μάλλον δεν ξέρεις πως τα σκυλιά έχουν 100.000 φορές πιο ισχυρή όσφρηση από τη δική μας … Για φέρε έναν τενεκέ να δούμε τι έχει μέσα. Θανασάκη (είπε σε μένα) πετάξου επάνω με τον κύριο και διάλεξε εσύ τον τενεκέ που θα μας φέρει…
Μόλις έφτασα επάνω στο, όντως, καραβάνι λαδιών ο Άρης ήρθε δίπλα μου και επιτέλους σταμάτησε το γάβγισμα.
Με γρήγορες κινήσεις ο Λαδάς, χωρίς να με κοιτά, πήρε στα χέρια του έναν τενεκέ και ετοιμάστηκε να τον κουβαλήσει στην αυλή που ήταν μαζεμένοι οι γυναίκες κι ο κυρ Σωτήρης.
«Δε θέλουμε τον τενεκέ αυτόν!» Εκείνον θέλουμε! και έδειξα έναν που ήταν κάτω κάτω στις στοίβες.
Στάθηκε ακίνητος, με κοίταξε με κακία και αποφάσισε:
-Άκου, σπόρε. Τράβα πες τους πως δεν πουλάω. Φεύγουμε. Εμείς φταίμε που κουβαληθήκαμε στον βρωμότοπό σας από το πανέμορφο νησί μας.
Ο Άρης έδωσε σύνθημα και σε δευτερόλεπτα κατέφθασε ο κυρ Σωτήρης. Πρώτη φορά τον έβλεπα να έχει χάσει ένα ίχνος της ψυχραιμίας του…
-Κυρ Σωτήρη, ο…
-Δεν χρειάζεται, αγόρι μου! Κατάλαβα! Άσε τον τενεκέ κάτω είπε στον Λαδά.
-Δεν πουλάω. Φεύγουμε! φώναξε και φόρτωσε τον τενεκέ σ’ ένα από τα πολλά σταθμευμένα φορτηγάκια του «καραβανιού».
Σαν να μην υπήρχε Λαδάς, πήγε ο κυρ Σωτήρης και έσφιξε με την παλάμη του το καπάκι ενός τενεκέ.
-Μην κάνεις τον κόπο. Είναι σφραγισμένα. Μόνο με μεγάλο γαλλικό κλειδί … ξεκίνησε να πει.
Βέβαια, εκείνος δεν είχε δει τον κυρ Σωτήρη να μαζεύει μήλα. Όμως εγώ τον είχα δει: τα έπιανε δυο δυο και με τις δυο παλάμες του και πριν προλάβουμε οι υπόλοιποι εργάτες να ρίξουμε ένα στον κουβά μας, εκείνος τον είχε ήδη γεμίσει!
Ξεβίδωνε καπάκια και πετούσε τους τενεκέδες μες στο δρόμο. Νερά πλημμύρισαν τον τόπο – στην αρχή έτρεχε και κάνα λίτρο λάδι – θυμίζοντας τις συνέπειες σπασίματος σωλήνα νερού ύδρευσης. Αφού άνοιξε καμιά δεκαριά περπάτησε λίγα μέτρα, ώστε να βλέπει τη γυναίκα του:
-Νέλη, πάρε στην αστυνομία. Πες τους «συμμορία απατεώνων λαδέμπορων».
Το τι συνέβη μετά ούτε το έμαθα ούτε ρώτησα να το μάθω. Κατάλαβα, όμως, πως ο Άρης, αν και ήταν άχρηστος σαν φύλακας, ήταν τόσο έξυπνος που «άφηνε το καραβάνι να περάσει», όχι από ανικανότητα, αλλά για να το στείλει εκεί που του άξιζε!

 

Κοινοποίηση της ανάρτησης:

Σχετικές αναρτήσεις

Ιστορικό

[pmpro_login redirect="/account/"]