Γράφει ο Θωμάς Γαβριηλίδης.
Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
Προχτές συνάντησα στην αγορά έναν παλιό μου γνωστό, φίλο ενός μακαρίτη κοινού μας φίλου. Εξηγούμε ότι συνηθίζω να λέω προχτές, όταν δεν θυμάμαι καλά πριν από πόσες μέρες ακριβώς μου συνέβη κάτι αξιόλογο.
Με τον γνωστό μου αυτόν, εδώ και κάμποσα χρόνια, έχουμε μια «καλημέρα, Πώς τα πάμε;» τίποτα παραπάνω, αλλά προχτές, από τον τρόπο που με χαιρέτησε κατάλαβα ότι ήθελε να με ρωτήσει κάτι, και δεν έπεσα έξω, γιατί αφού δέχτηκε την καλημέρα μου, με ρώτησε χαμηλόφωνα και πολύ διακριτικά: «Πόσων χρονών είσαι;»
Ο τρόπος που με ρώτησε, χαμηλώνοντας τη φωνή του και κοιτώντας ερευνητικά ένα γύρο, με επηρέασε και του απάντησα στον ίδιο τόνο. «Ογδόντα οχτώ, εσύ πόσων χρόνων είσαι;»
– ενενήντα, μου αποκρίθηκε, ακόμη πιο χαμηλόφωνα, σαν να φοβόταν μήπως τον ακούσει κάποιος. Στη συνέχεια, μιλώντας άνετα, ανταλλάξαμε ευχές για υγεία και καλά γεράματα. «Εύχομαι να τα εκατοστίσουμε, του είπα στο τέλος, εφόσον βέβαια είμαστε όπως τώρα στο πόδι και αυτοεξυπηρετούμαστε, αλλιώς ας μας πάρει ο Θεός μια ώρα γρηγορότερα». Ευχόμενος, πρόσεξα ότι ο συνομιλητής μου κρατούσε μπαστούνι, κάτι που και εγώ εδώ και καιρό σκέφτομαι να αποκτήσω, αλλά το αναβάλλω συνεχώς.
Όταν έμεινα μόνος, έβγαλα από την τσέπη μου το σημείωμα για τα ψώνια που έπρεπε να κάνω και τότε συνειδητοποίησα ότι και εγώ στηριζόμουν στο χερούλι από το καροτσάκι των ωνίων, το οποίο εδώ και μερικά χρόνια το σέρνω πάντα μαζί μου όταν βγαίνω για ψώνια, ακόμη και όταν πηγαίνω στα μαγαζιά της γειτονιάς μας. Στις στάσεις μου γίνεται το μπαστούνι μου.
Αγόρασα ό,τι έγραφε το ψωνιοσημείωμα, αλλά ο νους μου δεν ξεκολλούσε από το συναπάντημα με τον παλιό μου γνωστό, ώσπου άρχισα να αναρωτιέμαι: Γιατί μιλούσε σιγανά; Ποιος άραγε δεν ήθελε να ακούσει την ηλικία του; Γιατί και εγώ συντονίστηκα με εκείνον σχεδόν αυτόματα;
Ο ΜΠΑΡΜΠΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣ
Τα πράγματα φωτίστηκαν όταν ξαφνικά άκουσα τη φωνή της μακαρίτισσας της μάνας μου, «Μήπως και εμένα όταν γεράσω, θα με βγάλετε στο μπαλκόνι για να με δει ο Θεός και να θυμηθεί να με πάρει, όπως έκανε ο γιος της γείτονά μας, του μπαρμπα-Σταμάτη;». Μου ήρθε να γελάσω, αλλά συγκρατήθηκα επειδή βρισκόμουν μέσα σε κόσμο. Σαν σε βίντεο πέρασε μπροστά από τα μάτια μου η σχετική σκηνή της περασμένης μου ζωής: Ήταν καλοκαίρι. Καθόμασταν η μάνα μου και εγώ στο μπαξέ του σπιτιού μας στην Νάουσα, στη σκιά μιας πυκνόφυλλης φουντουκιάς, (ο σπόρος της προερχόταν από τον Πόντο) και συζητούσαμε για τα συμβάντα της γειτονιάς μας: Γάμοι, γεννήσεις, βαφτίσια, θάνατοι, έκτακτα περιστατικά όπως αυτό με τον μπαρμπα-Σταμάτη.
Ο μπαρμπα-Σταμάτης, καλός άνθρωπος, νοικοκύρης σωστός, άβλαβος, είχε μερικά χρόνια, τότε, που δεν τον έβλεπε η γειτονιά. Κόντευε τα 100 και ζούσε κλεισμένος στην κάμαρά του αναπολώντας τα περασμένα ώσπου ένα πρωινό άκουσε το γιο του, με τον οποίο συγκατοικούσε, να λέει στη νύφη του: «Βρε γυναίκα, λες, έτσι που ο πατέρας μας κάθεται κλεισμένος στην κάμαρά του, να τον ξέχασε ο Θεός; Δεν τον βγάζουμε και λίγο στο μπαλκόνι να τον δει ο ήλιος; μήπως τον θυμηθεί και ο Θεός;»
– «Τι να σε πω άντρα μου, πατέρας σου είναι, αλλά λίγος ήλιος του χρειάζεται οπωσδήποτε». Και έτσι πάρθηκε η απόφαση και βγάλθηκε ο μπαρμπα-Σταμάτης στο μπαλκόνι του και τον είδε και του μίλησε για τελευταία φορά και γειτόνισσά του, η μάνα μου…
ΉΡΩΕΣ-ΗΡΩΙΣΣΕΣ
Λες, αναρωτήθηκα, μετά την αναπόληση του παραπάνω συμβάντος γι’ αυτό να μιλούσε σιγανά ο παλιός μου ενενηντάρης γνωστός, επειδή δηλαδή δεν ήθελε να τον ακούσει ο πανταχού παρών Χάροντας; «Κούφια η ώρα που τ’ ακούει».Είπα και σταυροκοπήθηκα αδιαφορώντας που με κοιτούσαν παραξενεμένοι περαστικοί.
Είχε πολύ δίκαιο λοιπόν, όπως φαίνεται, ο αρχαίος μεγάλος τραγικός ποιητής, ο Ευριπίδης, «ο αποσκηνής φιλόσοφος», όταν μεταξύ των άλλων έγραφε στην τραγωδία του «ΑΛΚΗΣΤΙΣ» ότι «ην εγγύς έλθη θάνατος, ουδείς βούλεται θνήσκειν». (=Όταν πλησιάζει ο θάνατος, κανένας δεν θέλει να πεθάνει.) Επειδή, όπως το λέει και ο λαός μας σε ένα δημοτικό τραγούδι, «Και με τα χίλια βάσανα πάλι η ζωή γλυκιά ‘ναι».
Γλυκιά είναι, αναμφίβολα, η ζωή, αλλά όσο είναι κάποιος γερός, αυτοεξυπηρετείται και δεν πονάει,αλλιώς δεν έχει καμία γλύκα, απεναντίας γίνεται πικρή, ανυπόφορη και πρέπει να έχει κάποιος πολύ μεγάλη ψυχική δύναμη για να μην βαρυγκωμήσει ως το τέλος.
Γι’ αυτό, κατά πάσα πιθανότητα, οι γνωστοί για τη σοφία τους αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν τους νεκρούς και τις νεκρές ήρωες και ηρώισσες αντίστοιχα, χαρακτηρισμούς που τους βλέπουμε χαραγμένους και σε αρκετές από τις επιτύμβιες στήλες και τους επιτύμβιους βωμούς του Αρχαιολογικού Μουσείου της Βεροίας.
Φωτογραφία, ήρωας Αφροδείσιος, επιτύμβιος βωμός, Αρχαιολογικό Μουσείο Βέροιας








