Του Ηλία Τσιαμήτρου
Όταν ο Αττίλας ο βασιλιάς των Ούννων ηττήθηκε στα καταλαυνικά πεδία από τον Ρωμαίο στρατηγό και φίλο του, τον Αέτιο, μάζεψε τα βρεγμένα του και επέστρεψε στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του, το μυθικό Έτσελμπουργκ. Ο στρατός του, παρά την ήττα, ήταν ακόμη αξιόμαχος. Οι φιλοδοξίες του, αν και ψαλιδισμένες, ήταν ακόμη ζωντανές. Πέρασε τον χειμώνα με πυρετώδεις πολεμικές προετοιμασίες και την επόμενη χρονιά, το 452 μ.Χ. εισέβαλλε από βορρά στην ίδια την Ιταλία.
Η Ακουιληία ήταν εκείνη την εποχή μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της δυτικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με πληθυσμό που ίσως ξεπερνούσε τις εκατό χιλιάδες ψυχές. Χτισμένη λίγο βορειότερα της Τεργέστης στο μυχό της Αδριατικής θάλασσας, μέσα σε έλη και κανάλια, θεωρούνταν απόρθητη. Όταν τρομοκρατημένοι χωρικοί έφτασαν στην πόλη αναγγέλλοντας την άφιξη του Αττίλα, όλοι έπεσαν σε μαύρη απελπισία. Ο κυβερνήτης της πόλης έστειλε αγγελιοφόρους στην Ραβέννα όπου βρισκόταν η Αυλή του αυτοκράτορα Βαλεντινιανού και ετοιμάστηκε για πολιορκία.
Πράγματι οι Ούννοι είχαν εισβάλλει στην Ιταλία μέσω των Ιουλιανών Άλπεων. Αφού πέρασαν απ’ το μαχαίρι τις αποδυναμωμένες φρουρές των συνόρων είχαν ξεχυθεί στις πεδιάδες του Βένετο. Μετά από λίγο, κι ενώ όλη η ύπαιθρος είχε ισοπεδωθεί, οι Ούννοι έφτασαν κάτω απ’ τα τείχη της Ακουιληίας. Η Αυλή της Ραβέννας παραλυμένη από τρόμο, γυρεύει από τον Αέτιο να ηγηθεί του πολέμου. Αυτός φτάνει στη Ρώμη και γνωρίζοντας πως δεν έχει τις δυνάμεις για να πολεμήσει ανοικτά τον Αττίλα, γράφει στον Μαρκιανό, τον αυτοκράτορα της ανατολής στην Κωνσταντινούπολη, ζητώντας βοήθεια. Ο Μαρκιανός ετοιμάζει τις λεγεώνες του, αλλά θα του πάρει χρόνο για να φτάσει στην Ιταλία και χρόνος πλέον δεν υπάρχει. Ο Αττίλας πολιορκεί ήδη την πλούσια Ακουιληία.
Η πολιορκία τραβούσε για μήνες. Οι πολιορκητές, καθώς είχαν ερημώσει την ύπαιθρο δεν έβρισκαν τίποτε να φάνε. Πείνα έπεσε στο στρατόπεδο των Ούννων. Σ’ αυτήν προστέθηκαν και λοιμώδεις ασθένειες όταν άρχισαν να τρώνε ψοφίμια και ποντίκια. Αντίθετα, οι πολιορκούμενοι διέθεταν αφθονία τροφής. Ο Αττίλας άρχισε να αποθαρρύνεται. Ήταν έτοιμος να λύσει την πολιορκία, όταν παρατήρησε ένα κοπάδι πελαργών να απομακρύνεται από την πόλη σε σχηματισμό. Αυτό το θεώρησε καλό σημάδι και την επόμενη ολόκληρος ο στρατός των Ούννων ρίχτηκε στα τείχη με πρωτοφανή μανία. Μέχρι το μεσημέρι η πόλη είχε πέσει και άρχισε η ατέλειωτη σφαγή. Όταν ο Αττίλας και οι ορδές του έφυγαν, η Ακουιληία δεν υπήρχε πια.
Αμέσως οι Ούννοι ξεχύθηκαν σε ολόκληρη τη βόρεια Ιταλία σαν σμήνος πεινασμένων ακρίδων. Στο διάβα τους δεν απέμεινε όρθιο ούτε κλαράκι πράσινου χόρτου. Έκαιγαν, έσφαζαν, βίαζαν, άρπαζαν. Οι άμαξες που ακολουθούσαν το στρατό ξεχείλισαν από την πλούσια λεία. Τρομοκρατημένος ο αυτοκράτορας και οι αυλικοί μετακίνησαν την Αυλή από τη Ραβέννα στη Ρώμη. Ο Αέτιος συγκέντρωνε το στρατό νότια του Πάδου. Όλοι πίστευαν όμως πως δεν υπήρχε σωτηρία. Οι Ούννοι σύντομα θα έφταναν μπροστά στην Αιώνια πόλη. Η μόνη (μικρή αλλά υπολογίσιμη) ελπίδα ήταν η ζέστη και οι αρρώστιες που είχαν αρχίσει να ταλαιπωρούν ξανά τους Ούννους.
Απελπισμένος ο αυτοκράτορας Βαλεντινιανός, στράφηκε προς τον Πάπα. Εκείνα τα χρόνια Πάπας της Ρώμης ήταν ο Λέων ο Α΄ ο οποίος αργότερα ονομάστηκε Μέγας και έγινε άγιος της καθολικής εκκλησίας. Ο Λέων έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από τον λαό. Ήταν ένας κληρικός μορφωμένος, με καλό λόγο, καθαρό μυαλό και περίσσεια αυτοσυγκράτηση. Ο Βαλεντινιανός τον παρακάλεσε να μεσολαβήσει προς τον Αττίλα. Ο ίδιος ο Πάπας συμφώνησε πως ίσως το κύρος και η ιερότητα του αξιώματός του μπορούσαν να αποτρέψουν την καταστροφή της Ρώμης.
Ο Αττίλας στρατοπέδευε εκείνες τις μέρες στη Μάντουα όπου ξεκούραζε τον στρατό του ενόψει της καθόδου προς το νότο. Ο Αέτιος χωρίς να γνωρίζει τις καινούριες εξελίξεις βρισκόταν στις όχθες του ποταμού Μίντσιο επιθεωρώντας τις λεγεώνες του. Είχε αντιληφθεί την κόπωση και τις ταλαιπωρίες των Ούννων και αισιοδοξούσε πως μέχρι το τέλος του καλοκαιριού θα κατάφερνε να τους νικήσει, ίσως και να τους εξοντώσει. Του περνούσε απ’ το μυαλό πως θα μπορούσε ακόμη και να σκοτώσει ή να αιχμαλωτίσει τον ίδιο τον Αττίλα!
Τότε, είδε με απορία μια παράξενη πομπή να καταφθάνει απ’ την μεριά της Ρώμης. Παπάδες ντυμένοι στα άμφια να ψέλνουν, κρατώντας σταυρούς, θυμιατά και λάβαρα. Μοναχούς με μάλλινα ράσα πάνω σε γαϊδούρια να προσεύχονται χαμηλόφωνα. Επίσκοπους με χρυσές μίτρες πνιγμένους στην πορφύρα και το χρυσάφι να καβαλικεύουν μουλάρια με ασημόχρυσα χάμουρα. Κι ανάμεσά τους, ο ίδιος ο Πάπας Λέων ο Α΄ πάνω στο άλογο! Ο στρατηγός έμεινε άφωνος.
Στο στρατόπεδο του Αττίλα υπήρχε διχογνωμία. Να επιτεθούν αμέσως στη Ρώμη όσο είχαν ακόμη δυνάμεις ή να υποχωρήσουν με την ανυπολόγιστη λεία που είχαν στα κάρα τους; Τότε, οι ανιχνευτές ανακοίνωσαν πως ερχόταν εναντίον τους ένας εχθρικός στρατός. Ο Αττίλας έσπευσε να ετοιμαστεί για πόλεμο, όμως άλλοι ανιχνευτές έφτασαν λέγοντας πως επρόκειτο για μια συνοδεία άοπλων ιερωμένων πάνω σε μουλάρια που έψελναν και καίγανε θυμιάματα. Αρχηγός τους ήταν ένας γέρος με μακριά λευκή γενειάδα πάνω σ’ ένα άσπρο άλογο.
Ο Αττίλας τράβηξε προς τον ποταμό να δει με τα μάτια του την παράξενη εκείνη πομπή. Μπήκε με το άλογό του στο νερό, καθώς ο ποταμός σε ‘κείνο το σημείο ήταν διαβατός. Απέναντί του ξεχώρισε ο γέρος με τη λευκή γενειάδα ντυμένος στα άσπρα. Απορημένος ο Ούννος πέρασε το ποτάμι και πλησίασε τον ιερωμένο. «Είμαι ο Αττίλας ο αυτοκράτορας του Κόσμου» του είπε. «Είμαι ο Λέων, Πάπας της Ρώμης» απάντησε ο ιερωμένος και ξαφνικά οι ψαλμωδίες έπαψαν. Οι δυο τους άρχισαν μια συνομιλία που κράτησε πολλή ώρα. Ήταν πέντε Ιουλίου του 452 μ.Χ.
Κανείς ποτέ δεν έμαθε τι ειπώθηκε ανάμεσα σε ‘κείνους τους δύο τόσο ανόμοιους άντρες. Υπήρξε μια συνάντηση εκπληκτική, ασύμβατη, γεμάτη μυστήριο. Όταν η κουβέντα τους τελείωσε, ο Αττίλας έστρεψε το άλογό του, ξαναδιάβηκε τον ποταμό και διέταξε τους αξιωματικούς του να διαλύσουν το στρατόπεδο. Το ίδιο βράδυ οι Ούννοι ξεκίνησαν την υποχώρηση προς την πατρίδα τους. Ο Πάπας Λέων επέστρεψε στη Ρώμη όπου ανακοίνωσε περιχαρής στον αυτοκράτορα Βαλεντινιανό τη σωτηρία της πόλης.
Οι ιστορικοί που προσπάθησαν να ερμηνεύσουν την απρόσμενη υποχώρηση των Ούννων, την απέδωσαν στην κόπωση, στις ασθένειες και στις πληροφορίες που είχε ο Αττίλας για τις λεγεώνες του Μαρκιανού που κατέφθαναν από την ανατολή. Άλλοι, μίλησαν για την έμφυτη δεισιδαιμονία του Ούννου που ενισχύθηκε από το κακό τέλος του Αλάριχου οκτώ μόλις μέρες μετά που είχε λεηλατήσει τη Ρώμη το 410 μ.Χ. Η Εκκλησία θεωρεί πως η θεόπνευστη μορφή του Λέοντα επιβλήθηκε με τη χάρη του Θεού πάνω στο βάρβαρο βασιλιά. Ο θρύλος τέλος λέει, πως την ώρα της συνάντησης, ο Αττίλας είδε έντρομος πίσω απ’ τον Πάπα τους αγίους Πέτρο και Παύλο να τον απειλούν αγριεμένοι κρατώντας στα χέρια τους μακριά σπαθιά!








