Γράφει ο
Θανάσης Μελετίδης
Όταν ο μπάρμπα – Λάμπρος κατάλαβε πως πλησιάζει το τέλος του, αποφάσισε να ζήσει, έστω και για μια μέρα, αποκλειστικά για τον εαυτό του, καθώς όλη του τη ζωή έτρεχε όλη μέρα δουλεύοντας, για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα – και όχι μόνον – στην οικογένειά του.
Αφού πήγε σε ένα σωρό γραφεία υπηρεσιών και τακτοποίησε κάθε μια εκκρεμότητα που υπήρχε ή που θα προέκυπτε από τον θάνατό, που ένιωθε όλο και πιο κοντά του, καθόταν με τις ώρες σε ένα παγκάκι της καταπράσινης και μες στα δέντρα αυλής του και σκεφτόταν. Το μόνο που κρατούσε πάντα ήταν ένα ξερό αγριολούλουδο – λυπόταν να ξεριζώνει κάθε μέρα καινούριο – που το στριφογύριζε και το κοιτούσε σαν να ήταν η γυάλα μέντιουμ. Το άφηνε πάντα στο παγκάκι του για την επόμενη ημέρα…
Οι άλλοι στην οικογένειά του ανησύχησαν και έφεραν γιατρό να τον εξετάσει: «Πάσχει από κατάθλιψη. Να παίρνει αυτά τα χάπια και να τον αφήσετε στην ησυχία του μέχρι να γίνει καλά» ήταν η διάγνωσή του γιατρού και με την οποία ο μπάρμπα – Λάμπρος ικανοποιήθηκε απόλυτα: Είχε εξασφαλίσει την ησυχία που χρειαζόταν για να σκεφθεί! Όσο για τα χάπια… να είναι καλά τα ψηλά χορτάρια!
«Πώς πέρασε έτσι η ζωή; Γιατί δε στάθηκα ποτέ χωρίς τη «στολή» μου, έστω για ένα λεπτό, να σκεφτώ τι είμαι, τι κάνω, γιατί το κάνω, από πού έρχομαι, πού πηγαίνω; Μήπως διέφερα από τα μυρμήγκια που κουβαλάνε συνεχώς κάθε λογής φαγώσιμα και τα χώνουν στις φωλιές τους; Γιατί συνέβαινε αυτό; Γιατί δεν είχα ποτέ χρόνο να δημιουργήσω κάτι νέο, όμορφο και χρήσιμο; Μήπως δε μάς το επιτρέπει η ίδια η ύπαρξή μας; Μήπως είμαστε φτιαγμένοι να υπακούμε είτε αυτό είναι «οι νόμοι» είτε μια ανώτερη δύναμη; Αλλά, αν ήταν η «ανώτερη δύναμη», γιατί τώρα νιώθω τελείως ελεύθερος; Γιατί να μού ξεφεύγει η «εντολή του Θεού;», σκεφτόταν συχνά.
Μετά από πολλά, τέτοια, απογεύματα σκέψεων διαπίστωσε πως αυτές σιγά σιγά περιορίζονται και αρχίζουν να συγκλίνουν σαν τις φωτεινές ακτίνες που ψάχνουν έναν συγκλίνοντα φακό και που στο τέλος συγκεντρώνονται σε ένα και μόνο σημείο: ό,τι ξεφεύγει από το πεδίο του φακού είναι και άσχετο και άχρηστο. Ό,τι μένει στο τέλος είναι μια «τελίτσα» άπειρης πυκνότητας, ενέργειας και μηδενικού μεγέθους που δημιουργούν συγκλίνοντας οι φωτεινές ακτίνες και που κάποια στιγμή θα εκραγεί, θα γίνει το μεγάλο «big bang» και θα προκύψει η δημιουργία!
«Γιατί να μην τα είχα καταλάβει αυτά νωρίτερα»; αναρωτήθηκε το χάραμα που ξεκίνησε να βρει εκείνο «το σημείο σύγκλισης» και να γίνει μέρος της «τελίτσας». «Να γίνω άπειρος, αιώνιος και αθάνατος! Θα πρέπει να βρω τους «γαλάζιους λόφους»!
Όπως το περίμενε στην αρχή αντίκριζε μόνο λόφους σκουπιδιών. Ήταν βέβαιος πως δεν ανήκε ακόμη στις ακτίνες φωτός που προσπαθούν να συγκλίνουν. Όμως δεν υπήρχε περίπτωση να τα παρατούσε. Το ήξερε πως θα έπρεπε να κοπιάσει και να επιμένει. Το ήξερε πως θα τα κατάφερνε. Η «κλεψύδρα» του άδειαζε…
Και ήταν ένα σούρουπο που είδε δυο τρεις φωτεινές ακτίνες να τού χαμογελούν. Κατάλαβε, ξέχασε τα γεράματα και σαν παιδάκι άρχισε ένα τρελό τρεχαλητό πίσω τους. Οι δυο τρεις ακτίνες γίνανε εκατοντάδες, κατόπιν εκατομμύρια και τελικά άπειρες. Με έναν πήδο έφυγε από το φυσικό περιβάλλον και βρέθηκε στους «γαλάζιους λόφους». Έγινε σε μια στιγμή μέρος της φωτεινής τελίτσας που χοροπηδούσε στα χέρια μικρών παιδιών που έπαιζαν χαρούμενα ολόγυρα!








