Η είδηση των προηγούμενων ημερών για την Πιερία, την Κεντρική Μακεδονία και την Ελλάδα ολόκληρη είναι η εγγραφή του Ολύμπου στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Η απόφαση σημαίνει ότι το «βουνό των Θεών» αναγνωρίζεται ως φυσικό και πολιτιστικό αγαθό εξέχουσας αξίας για την ανθρωπότητα, ενώ, παράλληλα, η ελληνική πολιτεία αναλαμβάνει μεγαλύτερες ευθύνες για τη διαφύλαξη της βιοποικιλότητας και του φυσικού περιβάλλοντος του βουνού. Σημειώνεται ότι ο Όλυμπος αναγνωρίστηκε ως ο πρώτος εθνικός δρυμός της Ελλάδας το 1938, προς τιμήν της μοναδικότητας του τοπίου του. Το 1981 αναγνωρίστηκε από την UNESCO ως Απόθεμα Βιόσφαιρας ενώ το 2021 ανακηρύχθηκε εθνικό πάρκο με προεδρικό διάταγμα.
Η είδηση, εκτός από την αυτονόητη ικανοποίηση που προκάλεσε στην Πιερία, αναζωπύρωσε και τις προσδοκίες για δημιουργική αξιοποίηση του βουνού και γενικότερη αναβάθμιση της περιοχής, μέσω του τουρισμού. Με αύξηση της επισκεψιμότητας, διεύρυνση του κοινωνικού πλούτου και ενίσχυση της απασχόλησης. Διότι η Πιερία είναι τουριστική περιοχή μεν, αλλά μάλλον χαμηλών επιδόσεων. Κατά γενική ομολογία δεν εξαντλεί επουδενί τις δυνατότητες που υπάρχουν.
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Ο Όλυμπος είναι από μόνος του -δηλαδή χωρίς την αναγνώριση της UNESCO- τοπόσημο με παγκόσμια εμβέλεια. Λόγω της ελληνικής μυθολογίας και της αρχαίας ιστορίας του τόπου μας. Οι 12 Θεοί του Ολύμπου πρωταγωνιστούν, συμμετέχουν και παρεμβαίνουν σε κάθε δραστηριότητα στην Ελλάδα της αρχαιότητας. Επομένως η ύπαρξή τους, όπως και του Ολύμπου που ήταν το… σπίτι τους, είναι οικεία σε κάθε άνθρωπο στον πλανήτη, ο οποίος προσεγγίζει τη χώρα μας με ιστορικούς όρους, ειδικά ως θαυμαστής του αρχαίου ελληνικού πνεύματος. Για παράδειγμα η Αθήνα βασίζει τη μεγάλη της επισκεψιμότητα και την τουριστική της άνθηση στον ρόλο της ως επίκεντρο της κλασικής περιόδου της Αρχαίας Ελλάδας, αλλά και στα μνημεία που φιλοξενεί. Το ίδιο ισχύει και για τις περιοχές της Αργολίδας και της Κορινθίας, που επίσης είχαν σημαντικό ρόλο στην αρχαιότητα και φιλοξενούν στο έδαφός τους σημαντικότατα μνημεία, όπως τις Μυκήνες και το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Κατά περίεργο τρόπο όλη αυτή η τουριστική κινητικότητα, που εδώ και δεκαετίες αποτελεί μια κανονική παραγωγική βιομηχανία, ελάχιστα συνδέεται με τον Όλυμπο, που ως το υψηλότερο βουνό της χώρας απλώς είναι «παραδομένο» στους ορειβάτες, στους περιπατητές και στους φυσιολάτρες.
Στην ευρύτερη περιοχή της Πιερίας το κενό αξιοποίησης του Ολύμπου ως τουριστικής αιχμής έχει καταγραφεί κατ’ επανάληψη εδώ και πολλά χρόνια, χωρίς, όμως, να γίνει κάτι για να καλυφθεί. Όσα ακούγονται τις τελευταίες ώρες, με αφορμή την απόφαση της UNESCO, από τους τοπικούς παράγοντες έχουν διατυπωθεί κι άλλες φορές. Ακόμη και συγκεκριμένες ιδέες έχουν προταθεί για να αυξηθεί η απήχηση του βουνού, αλλά παρέμειναν στα χαρτιά. Ίσως διότι πρόκειται για μεγάλα πρότζεκτ, που στη χώρα μας οι περιφερειακές δυνάμεις δεν μπορούν να αναλάβουν ούτε στρατηγικά ούτε σχεδιαστικά, ούτε οικονομικά, ούτε οργανωτικά. Και μπορεί η αποκέντρωση να συνιστά βασικό αναπτυξιακό αίτημα στην Ελλάδα, αλλά μια τέτοια εξέλιξη απαιτεί ουσιαστικές προϋποθέσεις που ακόμη δεν υπάρχουν. Κάπως έτσι οι μείζονες παρεμβάσεις εναπόκεινται, ακόμη, στη βούληση και τη δυνατότητα του κεντρικού κράτους.
Όπως ακριβώς συμβαίνει με την ενοποίηση και ανάπλαση του παραλιακού μετώπου της Θεσσαλονίκης, το οποίο δεν πρόκειται να προχωρήσει ριζικά, εάν το κράτος δεν αντιληφθεί τη ζωτική σημασία του για την ανάπτυξη της πόλης και αναλάβει τα ηνία -σήμερα οι παρεμβάσεις επαφίονται στη συνεννόηση (sic) πέντε δήμων της Περιφέρειας Κ. Μακεδονίας και τριών ή τεσσάρων δημοσίων οργανισμών! Έτσι και η ανάδειξη και αναβάθμιση του Ολύμπου σε -ας πούμε- θεματικό βουνό, μπορεί να υλοποιηθεί μόνον υπό την ευθύνη και την κεντρική καθοδήγηση του ελληνικού κράτους. Εάν υποθέσουμε ότι υπάρχει ή θα υπάρξει ενδιαφέρον σε αυτό το επίπεδο, κάτι που είναι εξαιρετικά αμφίβολο.
Διότι το πιθανότερο σενάριο είναι η ένταξη του Ολύμπου στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO να προκαλέσει παρεμβάσεις για την περιβαλλοντική προστασία του βουνού και να υποχρεώσει την πολιτεία να πραγματοποιήσει βασικά έργα που έπρεπε να έχουν γίνει εδώ και δεκαετίες. Αλλά πέραν τούτου… ουδέν! Ομίχλη και θολό τοπίο. Ακόμη και το απαραίτητο μάρκετινγκ και η διαφημιστική προβολή του Ολύμπου ως τουριστικού προορισμού, με βάση την ελληνική μυθολογία και τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, είναι διαχρονικά από περιορισμένα έως ανύπαρκτα. Εάν το βουνό βρισκόταν στο νότιο κομμάτι της χώρας, δηλαδή πιο κοντά στην τουριστική της καρδιά, ίσως η μοίρα του σε αυτό το επίπεδο να ήταν διαφορετική. Μάλλον θα ήταν διαφορετική. Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι υποβαθμισμένη. Κάτι που μακάρι να αλλάξει, αλλά από μόνη της η απόφαση της UNESCO δεν μπορεί να εγγυηθεί.








