Του Θανάση Μελετίδη
Σε ένα καταπράσινο χωριουδάκι επρόκειτο να γίνει ένας γάμος μεταξύ δύο νέων: της Αλίκης και του Πασχάλη. Ήταν καλά και όμορφα παιδιά, αλλά φτωχά και βασανισμένα από τη ζωή. Κάνανε παρέα για καιρό και τελικά αγαπήθηκαν.
Την παραμονή του γάμου ο Πασχάλης ήταν όλη μέρα στο καφενείο καλαμπουρίζοντας και κουτσοπίνοντας με τους φίλους του. Η Αλίκη είχε κλειστεί στο σπίτι με τις φίλες και τη μάνα της και, μες στην τρελή χαρά, ετοιμαζόταν: της χτένιζαν τα μαλλιά, την έβαφαν, της δοκίμαζαν ρούχα και ένα σωρό άλλα που μόνο αν είναι κανείς γυναίκα τα γνωρίζει. Δυστυχώς τα πράγματα δεν πήγαν όπως περιμένανε …
Μόλις νύχτωσε η κυρά – Βάσω, η μάνα της Γαγαβούλας – την φωνάζανε όλοι έτσι, επειδή ήταν τσεβδή και λίγο χαζούλα – επισκέφτηκε την κυρά – Παρθένα που ήταν η προξενήτρα του χωριού.
-Άκου, κυρά – Παρθένα: Η μοναχοκόρη μου βαλαντώνει στο κλάμα. «Χάνω τον Πασχάλη, τη μεγάλη μου αγάπη» φωνάζει και χτυπιέται. Αν μπορούσες να κάνεις κάτι, κι εγώ αχάριστη δεν είμαι … Ξέρεις τι μεγάλη περιουσία μ’ άφησε ο συγχωρεμένος …
-Άντε, καλέ! Τι θες; να ακυρωθεί ο γάμος; Ααααα! πα! πα! Μεγάλη αμαρτία! Και παραμονή του γάμου; Γιατί δεν ήρθες νωρίτερα; Ίσως τότε κάτι θα μπορούσα να κάνω …
-Γιατί η κόρη μου τώρα μού το είπε. Άμα το ‘ξερα νωρίτερα … Τι με κοιτάς έτσι; Δεν πιστεύεις και συ πως η μοναχοκόρη μου είναι χαζούλα. Πανέξυπνη είναι! Να ξέρεις πως έχει μυαλό δέκα μαζί κοκόρων!
Η άλλη την κοίταζε ανήσυχα και δε μιλούσε. Μόνον σκέφτηκε «κι εγώ ακριβώς το ίδιο θα έλεγα για την κόρη σου, αλλά ας μη σε πικράνω έτσι που σε κατάντησε».
-Τι μπορώ να κάνω η κακομοίρα; ρώτησε απελπισμένα.
-Να πας να βρεις τον Πασχάλη και να του πεις να μην πάει αύριο στον γάμο. Και όταν περάσει λίγος καιρός και ξεχαστεί το θέμα, παντρεύεται την κόρη μου. Να του πεις πως θα πάρει προίκα μια ολοκαίνουρια πολυκατοικία στο κέντρο της Αθήνας με μαγαζί ίσα με την πλατεία του χωριού μας και επιπλέον διακόσιες χιλιάδες ευρώ σε μετρητό!
-Μμμμμ! Τώρα αρχίζει να μπορεί να γίνει κάτι! Κι εγώ τι θα βγάλω;
-Εκατό χιλιάρικα!
-Πες πως έγινε!
Την επόμενη μέρα η καημένη η Αλίκη, ντυμένη νυφούλα, περίμενε και περίμενε στην εκκλησία! «Δεν μπορεί! Αποκλείεται να μού κάνει τέτοια λαχτάρα ο Πασχαλάκος μου. Σίγουρα κάτι έπαθε!», σκεφτόταν.
Δεν άντεξε άλλο να περιμένει και ζήτησε από τον ενωμοτάρχη – που είχε έρθει για τον γάμο – να διατάξει τους χωροφύλακες να τον ψάξουν.
-Λυπάμαι πολύ, καρδούλα μου. Μόλις έμαθα πως χθες τα μεσάνυχτα ο Πασχάλης έφυγε στα κρυφά για την Αθήνα, της είπε περίλυπος εκείνος.
Η Αλίκη σωριάστηκε χάμω …
Μήνες έκανε να συνέλθει και να σταθεί στα πόδια της. Προσπαθούσε, μετά από όσα την πληροφόρησαν οι φιλενάδες της για τον ρόλο της προξενήτρας και την εγκατάσταση του ζευγαριού στην Αθήνα, να πείσει τον εαυτό της πως εκείνος δεν άξιζε ούτε μια πεντάρα. Συχνά, όμως, την έπιανε τέτοια κατάθλιψη που την έκανε να απομονώνεται και να μισεί όλο το χωριό. Μια τέτοια μέρα ήταν που ξέσπασε μια τεράστια πυρκαγιά στο χωριό της που έκαψε αρκετά σπίτια. Ευτυχώς για κείνην και τη μάνα της το σπίτι τους δεν έπαθε τίποτα, μια και η φωτιά σταμάτησε στο ρέμα που περνούσε κάπου στη μέση του χωριού. Όμως τα σπίτια της προξενήτρας και της κυρά – Βάσως, της μητέρας του Πασχάλη, έγιναν «στάχτη κι αποκαΐδια».
Τότε ήταν που αποφάσισε να ακολουθήσει τη συμβουλή της καλύτερής της φίλης. Ντυμένη η ίδια νύφη και οι φιλενάδες της παρανυφάκια πήγαν και στόλιζαν η μια την άλλη έξω από το σπίτι της προξενήτρας που έκλαιγε με «μαύρο δάκρυ» την απώλεια του σπιτιού και του μεγαλύτερου μέρους των χρημάτων της που είχε κρυμμένα κάτω από ένα σανίδι του.
Ένας πυροσβέστης τις είδε και σάστισε:
– Κορίτσια, τι συμβαίνει εδώ;
-Δε βλέπεις, βρε ομορφόπαιδο; Το χωριό καιγότανε κι η νύφη στολιζότανε, είπε ένα από τα «παρανυφάκια».








