Γράφει ο Γιώργος Μακαρατζής
Οι φετινές Πανελλαδικές αποκάλυψαν μια κοινωνική αντίφαση που, παραδόξως, δεν έχει ακόμη απασχολήσει σοβαρά τον δημόσιο διάλογο. Οι σχολές που οδηγούν στους τρεις σημαντικότερους παραγωγικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας –τη ναυτιλία, τη γεωργία και τον τουρισμό– έμειναν σχεδόν άδειες. Στη Σχολή Μηχανικών Εμπορικού Ναυτικού επτά στις δέκα θέσεις δεν καλύφθηκαν. Στο Τμήμα Τουρισμού του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής εισήχθησαν μόλις 51 φοιτητές σε σύνολο 300 θέσεων, ενώ στη Γεωπονία Φλώρινας οι εισακτέοι μετριούνται κυριολεκτικά στα δάχτυλα.
Κι όμως, πρόκειται για τομείς που εδώ και δεκαετίες παράγουν σημαντικό μέρος του εθνικού πλούτου, φέρνουν πολύτιμο συνάλλαγμα και κρατούν την ελληνική οικονομία όρθια ακόμη και σε περιόδους κρίσης. Κάθε κυβέρνηση επαναλαμβάνει ότι η ναυτιλία αποτελεί τη «βαριά βιομηχανία» της χώρας, ο τουρισμός την «ατμομηχανή» της οικονομίας και ο πρωτογενής τομέας τη βάση της διατροφικής μας ασφάλειας. Αν όλα αυτά είναι αλήθεια, γιατί οι νέοι απορρίπτουν μαζικά τις σπουδές που οδηγούν σε αυτούς τους κλάδους;
Μια απάντηση είναι ότι οι νέοι δεν ακούνε τι λέει η Πολιτεία, αλλά βλέπουν τι κάνει. Στον τουρισμό αντικρίζουν εποχική εργασία, εξαντλητικά ωράρια και περιορισμένες προοπτικές εξέλιξης. Στη γεωργία βλέπουν υψηλό κόστος παραγωγής, αβεβαιότητα, γραφειοκρατία και εγκατάλειψη της υπαίθρου. Στη ναυτιλία αναγνωρίζουν τις υψηλές αποδοχές, αλλά και το βαρύ προσωπικό τίμημα της πολύμηνης απουσίας από την οικογένεια.
Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη αιτία. Η Ελλάδα εξακολουθεί να παράγει περισσότερους πτυχιούχους από όσους μπορεί να απορροφήσει σε πολλούς επιστημονικούς κλάδους. Αντίθετα οι τομείς που δημιουργούν πραγματικό πλούτο στερούνται ανθρώπινου δυναμικού. Το εκπαιδευτικό σύστημα λειτουργεί συχνά αποκομμένο από τις ανάγκες της οικονομίας, καλλιεργώντας προσδοκίες που δύσκολα συναντούν την πραγματικότητα της αγοράς εργασίας. Πόσοι από τους σημερινούς αποφοίτους θα βρουν εργασία στο αντικείμενό τους; Πόσοι θα αναγκαστούν να μεταναστεύσουν, να εργαστούν με μισθούς που δεν ανταποκρίνονται στις σπουδές τους ή να παραμείνουν οικονομικά εξαρτημένοι από τις οικογένειές τους;
Οι άδειες θέσεις στις συγκεκριμένες σχολές δεν αποτελούν ένα στατιστικό εύρημα των Πανελλαδικών. Είναι ένας δείκτης της βαθιάς αναντιστοιχίας ανάμεσα στην εκπαίδευση, την αγορά εργασίας και το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας. Μιας χώρας που δηλώνει ότι ζει από τη θάλασσα, τη γη και τη φιλοξενία, αδυνατεί να εμπνεύσει τους νέους να ασχοληθούν επαγγελματικά με αυτούς τους τομείς.
Το πραγματικό ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι γιατί οι μαθητές δεν επιλέγουν αυτές τις σχολές. Είναι γιατί η ίδια η χώρα δεν έχει καταφέρει να καταστήσει ελκυστικά τα επαγγέλματα που αποτελούν τη βάση της οικονομίας της. Αν οι νέοι δεν βλέπουν προοπτική εκεί όπου η Ελλάδα παράγει τον πλούτο της, τότε το πρόβλημα δεν είναι εκπαιδευτικό, αλλά αναπτυξιακό. Και όσο αυτή η αντίφαση παραμένει άλυτη, η χώρα θα συνεχίσει να παράγει πτυχιούχους για επαγγέλματα που δεν χρειάζεται αρκετά και να αναζητά εργαζομένους για εκείνα που δεν επέλεξε να αναδείξει.








