Του Ηλία Τσιαμήτρου
Σε κάποια αίθουσα των Βασιλικών Μουσείων Καλών Τεχνών του Βελγίου στις Βρυξέλλες, μπορεί κανείς να θαυμάσει τον πίνακα του ζωγράφου Ζακ Λουί Νταβίντ με τίτλο «Ο θάνατος του Μαρά». Είναι ένα έργο εμβληματικό και ταυτόχρονα εξόχως προπαγανδιστικό, μια οιονεί αγιοποίηση, του σκοτεινού υπέρμαχου της Γαλλικής Επανάστασης Ζαν Πολ Μαρά που οι θηριωδίες που διέπραξε την περίοδο της Τρομοκρατίας του προσπόρισαν αργότερα το προσωνύμιο «το τέρας». Μια μέρα πριν τη δολοφονία του φίλου του Μαρά, ο Νταβίντ τον είχε επισκεφτεί στο αυτοσχέδιο γραφείο του μέσα σε μια μπανιέρα, αφού ο Μαρά υπέφερε από κάποια δερματοπάθεια που του επέβαλλε να βρίσκεται το μεγαλύτερο διάστημα της μέρας μέσα στο νερό. Σε κείνη την ίδια μπανιέρα βρήκε το επόμενο βράδυ το θάνατο απ’ το μαχαίρι μιας ευγενούς, της Σαρλότ Κορντέ. Η Κορντέ αποκεφαλίστηκε μετά το έγκλημα και ο πίνακας μετά το τέλος της εποχής της Τρομοκρατίας αντιμετωπίστηκε αρνητικά, ενώ ο ζωγράφος Νταβίντ έπεσε σε δυσμένεια για πολλά χρόνια.
Ο Μαρά, κυρίως με όπλο τη φαρμακερή του πένα, υπήρξε υπαίτιος αμέτρητων καρατομήσεων κατά τα σκοτεινά τελευταία χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης (1793-1794) που ονομάστηκαν αργότερα Τρομοκρατία. Μαζί με τον Δαντών και τον Ροβεσπιέρο, αποτέλεσαν τη φρικτή τριανδρία που συνέλαβε και εκτέλεσε αυτή τη χορογραφία του τρόμου. Τριακόσιες χιλιάδες Γάλλοι συνελήφθησαν, δεκαεπτά χιλιάδες έχασαν το κεφάλι τους στη γκιλοτίνα και άλλοι δέκα χιλιάδες πέθαναν στις φυλακές. Μετά τη δολοφονία του Μαρά, καρατομήθηκε από τους φανατικούς και ο Δαντών ως μετριοπαθής! Τελευταίο έπεσε το κεφάλι του Ροβεσπιέρου, γεγονός που σηματοδότησε το τέλος της Τρομοκρατίας με την ανάληψη της εξουσίας από το λεγόμενο Διευθυντήριο, που έστρωσε το δρόμο για τον Αυτοκράτορα Ναπολέοντα Α΄ Βοναπάρτη, τον πασίγνωστο Μέγα Ναπολέοντα.
Στις 8 Μαΐου του 1794, αρκετές ξύλινες άμαξες-κλουβιά μετέφεραν εικοσιοκτώ καταδικασμένους σε θάνατο προς την Πλας ντε λα Κονκόρντ όπου είχε στηθεί η γκιλοτίνα που θα τους έπαιρνε τα κεφάλια. Ήταν μια μέρα βροχερή, με ουρανό γκρίζο και σκοτεινό. Στους λασπωμένους δρόμους του Παρισιού κυριαρχούσαν η μυρωδιά του καμένου ξύλου, του φτηνού κρασιού και του αίματος. Εκατέρωθεν της πομπής των μελλοθανάτων περπατούσαν πολιτοφύλακες της «Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας» με τα όπλα υπό μάλης. Σε όλη τη διαδρομή, χιλιάδες πολίτες, οι λεγόμενοι «αβράκωτοι» (sansculottes), χειροκροτούσαν και πανηγύριζαν, εκτοξεύοντας ύβρεις, κατάρες και βρωμιές εναντίον των καταδικασμένων. Ένας από αυτούς τους εικοσιοκτώ, ήταν ο μέγας χημικός Αντουάν Λαβουαζιέ (Antoine Laurent Lavoisier), ο οποίος αργότερα θα ονομαζόταν «πατέρας της χημείας».
Ως χημικός ο Λαβουαζιέ μελέτησε τη συμπεριφορά των αερίων και ήταν ο πρώτος που εξήγησε το μηχανισμό της καύσης, ονομάζοντας το στοιχείο του οξυγόνου. Εισήγαγε τους ποσοτικούς προσδιορισμούς στα πειράματα και διατύπωσε το νόμο της διατήρησης της μάζας (αρχή της αφθαρσίας της ύλης) και το νόμο Λαβουαζιέ-Λαπλάς της θερμοχημείας, ενώ κατάφερε αυτός πρώτος να διασπάσει το νερό στα συστατικά του. Εξήγησε ακόμη τι είναι και πως γίνεται η αναπνοή στο ανθρώπινο σώμα, ασχολήθηκε με το φαινόμενο της ζύμωσης και με άλλα ζητήματα, που θα ήταν σίγουρα πολλά περισσότερα, αν το πρωινό της 8ης Μαΐου του 1794 δεν βρισκόταν σ’ εκείνη την άμαξα που κατευθυνόταν προς τη γκιλοτίνα.
Αρκετά χρόνια νωρίτερα, ο Αντουάν Λαβουαζιέ είχε την ατυχία να απορρίψει μια πραγματεία ενός νεαρού επίδοξου χημικού, του Μαρά, που αφορούσε μια θεωρία περί καύσης. Ο Λαβουαζιέ είχε χαρακτηρίσει όσα διαλαμβάνονταν στην εν λόγω πραγματεία ως «ανοησίες». Ο Μαρά, μνησίκακος από χαρακτήρα, ποτέ δεν ξέχασε την προσβολή. Όταν βρέθηκε στα πράγματα μετά τη Γαλλική Επανάσταση, άρχισε να συκοφαντεί τον Λαβουαζιέ με πύρινα άρθρα στην εφημερίδα που εξέδιδε εκείνη την εποχή με τίτλο «ο φίλος του Λαού».
Εκτός από την εχθρότητα του Μαρά, ο Λαβουαζιέ είχε εναντίον του και την καταγωγή του. Ήταν δυστυχώς γι’ αυτόν γόνος ευγενούς και ευκατάστατης οικογένειας του Παρισιού. Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος και η μάνα του είχε μεγάλη περιουσία την οποία κληρονόμησε μετά το θάνατό της. Ο ίδιος προοριζόταν επίσης για δικηγόρος αλλά τον κέρδισαν οι φυσικές επιστήμες. Σπούδασε βοτανολογία, χημεία, αστρονομία και μαθηματικά. Παντρεύτηκε την κόρη ενός μεγάλου κρατικού φοροεισπράκτορα και άσκησε κι αυτός αργότερα (όχι με μεγάλη θέρμη είναι αλήθεια) αυτό το μισητό για τους πολίτες επάγγελμα. Όλα αυτά υπήρξαν μαζί με τις καταγγελίες του Μαρά επιβαρυντικά στοιχεία εναντίον του εκείνα τα σκοτεινά και άγρια χρόνια της Τρομοκρατίας.
Το Νοέμβριο του 1793 ο Λαβουαζιέ συνελήφθη μαζί με άλλους συναδέλφους του και η περιουσία του δημεύτηκε. Εκείνα τα χρόνια, με τον περίφημο «νόμο περί υπόπτων» μπορούσες να συλληφθείς, να δικαστείς και να καταδικαστείς χωρίς την παραμικρή απόδειξη. Έφτανε μια απλή καταγγελία, το μίσος κάποιου «επαναστάτη» και η κακεντρέχεια του πλήθους των «αβράκωτων». Ο Λαβουαζιέ εμφανίστηκε μόνος στο λεγόμενο «επαναστατικό δικαστήριο» (κάτι ανάλογο με τα λεγόμενα «λαϊκά δικαστήρια» του καθ’ ημάς εμφυλίου πολέμου) και προσπάθησε να υπερασπιστεί την αθωότητά του αναφέροντας το σύνολο του επιστημονικού του έργου. Ο αγράμματος πρόεδρος του «επαναστατικού δικαστηρίου» είπε τότε τη μνημειώδη φράση «η δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από επιστήμονες» και τον καταδίκασε χωρίς δεύτερη σκέψη σε θάνατο δι’ αποκεφαλισμού. Ήταν 51 χρόνων, μια εξαιρετικά παραγωγική ηλικία για έναν επιστήμονα.
Ο Λαβουαζιέ ανέβηκε τα σκαλιά της γκιλοτίνας με αξιοπρέπεια και το σοφό του κεφάλι κύλισε στο ματωμένο καλάθι μαζί με όλα τα άλλα. Λίγο πριν την εκτέλεσή του, έγραψε σε συγγενικό του πρόσωπο: «Είχα μια καλή κι ευτυχισμένη ζωή. Το λεπίδι θα με απαλλάξει απ’ τα γηρατειά. Θα πεθάνω ήσυχος». Την επομένη του θανάτου του, ο φίλος του και σπουδαίος μαθηματικός Ζοζέφ Λουί Λανγκράντζ έγραψε: «Χρειάστηκε μονάχα μια στιγμή για να κόψετε αυτό το κεφάλι, αλλά δεν θα φτάσουν άλλα εκατό χρόνια για να εμφανιστεί κάποιο που να του μοιάζει». Μετά το 1795, όταν ανέλαβε το Διευθυντήριο, επεστράφησαν στη χήρα του τα εργαστηριακά όργανα και οι σημειώσεις του σκοτωμένου με ένα ολιγόλογο σημείωμα που έλεγε: «Στη χήρα του Λαβουαζιέ ο οποίος καταδικάστηκε άδικα». Αρκετά χρόνια αργότερα, το Γαλλικό κράτος του έκανε και μια μεγαλόπρεπη κηδεία δημοσία δαπάνη.








