Iσχυρές ενδείξεις ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα όχι μόνο θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα αλλά ενδέχεται να ενταθεί κατά τη διάρκεια της θερινής περιόδου προκύπτουν από τους βασικούς πρόδρομους δείκτες της οικονομίας.
Η εκρηκτική άνοδος του κόστους των εισαγωγών, οι αυξήσεις στις τιμές της αγροτικής παραγωγής σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη και η ήδη σημαντική απόκλιση του ελληνικού πληθωρισμού από τον μέσο όρο της ευρωζώνης συνθέτουν ένα σκηνικό που προμηνύει διατήρηση των ανατιμήσεων σε τρόφιμα, υπηρεσίες και βασικά αγαθά τους επόμενους μήνες.
Το πιο ανησυχητικό μήνυμα προέρχεται από τον Δείκτη Τιμών Εισαγωγών στη Βιομηχανία της ΕΛΣΤΑΤ, ο οποίος τον Απρίλιο κατέγραψε ετήσια αύξηση 18,4%.
Η επιβάρυνση αυτή δεν αφορά μόνο τα ενεργειακά προϊόντα αλλά συνολικά το κόστος των εισαγόμενων πρώτων υλών και ενδιάμεσων αγαθών που χρησιμοποιούν οι ελληνικές επιχειρήσεις.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η αύξηση 31,1% στις εισαγωγές από χώρες εκτός Ευρωζώνης, ενώ στην κατηγορία της ενέργειας η άνοδος έφτασε το 65,3%, αντανακλώντας τη νέα εκτίναξη των διεθνών τιμών πετρελαίου και καυσίμων.
Οι εξελίξεις αυτές θεωρούνται κλασικός πρόδρομος δείκτης για τον καταναλωτικό πληθωρισμό, καθώς το αυξημένο κόστος παραγωγής μετακυλίεται σταδιακά στις τελικές τιμές που πληρώνουν τα νοικοκυριά. Ήδη ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε τον Μάιο στο 5,2%, έναντι μόλις 3,2% στην Ευρωζώνη, με την απόκλιση των 2 ποσοστιαίων μονάδων να αποτελεί τη μεγαλύτερη των τελευταίων δώδεκα μηνών.
Την ίδια στιγμή, η εικόνα στον πρωτογενή τομέα επιβαρύνει περαιτέρω τις προοπτικές. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, ενώ σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης οι τιμές της αγροτικής παραγωγής υποχώρησαν κατά μέσο όρο 2,9% το πρώτο τρίμηνο του 2026, στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 4,8%. Η χώρα συγκαταλέγεται στις μόλις οκτώ της ΕΕ που κατέγραψαν άνοδο, καταλαμβάνοντας μάλιστα μία από τις υψηλότερες θέσεις μετά τη Μάλτα, την Κροατία και τη Φινλανδία.
Αντίθετα, σε μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες οι τιμές της αγροτικής παραγωγής κινούνται πτωτικά, με το Βέλγιο να καταγράφει μείωση 12,9%, τη Γερμανία 11% και τη Λιθουανία 10,8%.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι τιμές του γάλακτος μειώθηκαν κατά 15,5% και των δημητριακών κατά 11,7%, γεγονός που θεωρητικά θα έπρεπε να λειτουργεί αποπληθωριστικά για τα τρόφιμα. Ωστόσο, η ελληνική αγορά ακολουθεί διαφορετική πορεία, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι εγχώριες στρεβλώσεις και το αυξημένο κόστος παραγωγής υπερισχύουν των διεθνών τάσεων.
Ταυτόχρονα, οι συγκρίσεις με την ευρωζώνη αποκαλύπτουν ότι η ακρίβεια στα βασικά είδη διατροφής εξελίσσεται με σημαντικά ταχύτερους ρυθμούς στην Ελλάδα.
Το κρέας καταγράφει ετήσια αύξηση 11,8% έναντι 6,7% στην Ευρωζώνη, το φρέσκο γάλα αυξάνεται κατά 4,4% όταν στην Ευρώπη μειώνεται κατά 1,7%, ενώ τα λαχανικά και τα εσπεριδοειδή εμφανίζουν πολλαπλάσιους ρυθμούς ανόδου σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι διαφορές αυτές δείχνουν ότι η μετάδοση των διεθνών πιέσεων στην ελληνική αγορά είναι εντονότερη και πιο επίμονη.
Πρόσθετο παράγοντα ανησυχίας αποτελεί η έναρξη της τουριστικής περιόδου. Η αυξημένη ζήτηση για καταλύματα, εστίαση και μεταφορές ενισχύει τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να διατηρούν υψηλές τιμές, ενώ η άνοδος του ενεργειακού κόστους επιβαρύνει περαιτέρω τα λειτουργικά τους έξοδα.
Η εμπειρία των προηγούμενων ετών δείχνει ότι οι αυξήσεις στις υπηρεσίες κατά τους θερινούς μήνες μεταφέρονται ευρύτερα στην οικονομία, διατηρώντας τον δομικό πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα ακόμη και όταν αποκλιμακώνονται οι διεθνείς τιμές.
Πηγή:DNEWS








