Του Ηλία Τσιαμήτρου
Πέρ’ απ’ τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου ‘πανε μιαν κούφια ώρα στην Αθήνα.
Νίκος Καββαδίας, “Kuro Siwo”, 1947
Σε νεαρή ηλικία ο Ράμα, ένας σημαντικός θεούλης του Ινδουιστικού Πανθέου και έβδομη μετενσάρκωση του μεγάλου Βισνού, εξορίστηκε άδικα από τον πατέρα του τον Ντασαράτα, τον βασιλιά της Κοσάλα, για δεκατέσσερα πικρά και δύσκολα χρόνια σε ένα πυκνό και αδιαπέραστο τροπικό δάσος. Μαζί του εξορίστηκαν ο αδερφός του ο Λακσμάνα και η γυναίκα του η Σίτα. Ο Ράμα, που έζησε μια ζωή γεμάτη περιπέτειες και δοκιμασίες, είναι μαζί με τη Σίτα τα κεντρικά πρόσωπα στη Ραμαγιάνα, το δεύτερο σπουδαιότερο έπος της Ινδίας μετά τη Μαχαμπαράτα, ένα ποίημα 24.000 στίχων που περιγράφει την αιώνια μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό, το ηθικό και το φαύλο, το δίκαιο και το άδικο.
Μέσα από εκείνο το δάσος, ο δαίμονας βασιλιάς των Ρακσάσα, ο Ραβάνα, απαγάγει τη Σίτα και τη μεταφέρει στο βασίλειό του στη νήσο Λάνκα[1]. Η πιστή σύζυγος Σίτα αρνείται να μείνει στο παλάτι του Ραβάνα, κι εκείνος αναγκάζεται να την εγκαταστήσει μέσα σε ένα μυστικό κήπο γεμάτο ορχιδέες, ιβίσκους, λωτούς, βασιλικούς φοίνικες και μεγαλοπρεπείς συκιές της Ιάβας. Μέσα στην ομορφιά και τις εξαίσιες μυρωδιές των λουλουδιών, η Σίτα περνά τις μέρες της με λύπη και εγκαρτέρηση, ενώ η καρδιά της μένει πιστή κι αφοσιωμένη στον αγαπημένο της σύζυγο το Ράμα.
Ο θεός-πίθηκος Χάνουμαν, ο βασιλιάς όλων των πιθήκων και πιστός φίλος του Ράμα, ανακαλύπτει τον κρυφό κήπο του δαίμονα Ραβάνα και μια νύχτα επισκέπτεται τη φυλακισμένη Σίτα. Της φέρνει το δαχτυλίδι του άντρα της ως απόδειξη πως είναι απεσταλμένος του και της υπόσχεται πως πολύ σύντομα θα ελευθερωθεί απ’ τα δεσμά της. Ύστερα, ο βασιλιάς των πιθήκων χάνεται μέσα στο σκοτάδι σκαρφαλώνοντας με ευκολία τον ψηλό μαντρότοιχο του κήπου. Όπως στάθηκε για μια στιγμή στην κορυφή του φράκτη, η Σίτα είδε την αστεία και γυριστή ουρά του να αγγίζει τον ουρανό που ήταν γεμάτος με αστέρια.
Ο Χάνουμαν, αεικίνητος και μεγαλοπρεπής συνάμα, δεν χρειάστηκε πολύ χρόνο για να συνάξει για λογαριασμό του Ράμα ολόκληρο στρατό πιθήκων, τους Βανάρα. Ο στρατός αυτός, ξεκίνησε να κατασκευάζει μια μεγάλη γέφυρα μήκους δεκάξι μιλίων για να ενώσει την Ινδία με τη Λάνκα, ώστε να περάσει ο Ράμα με το στρατό του στο βασίλειο του δαιμονικού Ραβάνα. Μεγάλες πέτρες, ογκόλιθοι ολόκληροι, μετακινούνται από τους Βανάρα με θεϊκή βοήθεια και επιπλέουν στο μαύρο νερό σα να μην έχουν το παραμικρό βάρος. Πατώντας σε ‘κείνες τις πέτρες, ο Ράμα και ο στρατός του πέρασαν στη Λάνκα, κατανίκησαν τον φοβερό Ραβάνα με τα δέκα κεφάλια και ελευθέρωσαν τη Σίτα απ’ τα δεσμά της.
Παρά τη νίκη του όμως και την επιστροφή της Σίτα, ο Ράμα δεν ήταν ευτυχισμένος. Τον τυραννούσε η αμφιβολία αν η γυναίκα του όλο αυτό το διάστημα της αιχμαλωσίας της υπήρξε πιστή σε ‘κείνον. Η Σίτα αποφάσισε τότε να διασκεδάσει μια και καλή τις ανησυχίες του άντρα της. Διέταξε ν’ ανάψουν μια μεγάλη πυρά και κάτω απ’ το έντρομο βλέμμα του Ράμα ρίχτηκε μέσα στις φλόγες. Όταν οι φλόγες χαμήλωσαν, έκπληκτος ο Ράμα είδε τη γυναίκα του να βγαίνει από τη φωτιά χαμογελαστή κι αλώβητη. Με δάκρυα στα μάτια την έκλεισε στην αγκαλιά του και γύρισαν στο παλάτι τους όπου στήθηκε γλέντι τρικούβερτο για τη σωτηρία της βασίλισσας και την επιστροφή του θεού-βασιλιά.
Η γέφυρα που έστησε ο στρατός των πιθήκων ονομάστηκε προς τιμήν του βασιλιά Γέφυρα του Ράμα (Rama Sethu στα ινδικά) και έτσι έγινε γνωστή στη Δύση τον 9ο αιώνα μ.Χ. μέσα από τα γραπτά του Πέρση γεωγράφου Ιμπν Κορνταντμπέχ[2]. Αργότερα, σε νεότερους χάρτες, αναφέρεται ως «Γέφυρα του Αδάμ». Λέγεται πως το όνομα αυτό οφείλεται σε ισλαμικό θρύλο κατά τον οποίο, όταν ο Αδάμ εκδιώχθηκε από τον Παράδεισο, πέρασε από αυτή τη γέφυρα για να φτάσει στο όρος τού Αδάμ[3]. Αν επισκεφτείτε στις μέρες μας αυτό το βουνό της Σρι Λάνκα, οι ντόπιοι θα σας δείξουν στην κορυφή του το αποτύπωμα του ποδιού του Αδάμ!
Πέρα από τους μύθους και τους θρύλους, «Γέφυρα του Αδάμ» λέγεται στις μέρες μας μια στενή λωρίδα από αμμώδεις βραχονησίδες, υφάλους και ξέρες που εκτείνεται για τριάντα περίπου χιλιόμετρα ανάμεσα στη νοτιοανατολική Ινδία και τη Σρι Λάνκα. Η ηλικία αυτού του γεωλογικού σχηματισμού υπολογίζεται στα δύο εκατομμύρια χρόνια. Πρόκειται για μια σειρά από ιζηματογενείς αποθέσεις που χωρίζει τον κόλπο του Μανάρ από τον κόλπο του Παλκ. Τέτοιοι σχηματισμοί συνήθως αποτελούνται από άμμο, λάσπη και μικρά βότσαλα που συσσωματώθηκαν κατά τη διάρκεια του χρόνου. Κάποια κομμάτια αυτού του ισθμού είναι ακόμη και σήμερα πάνω απ’ το νερό, ενώ άλλα βρίσκονται σε ελάχιστο βάθος (ακόμη και ενός μέτρου).
Λέγεται πως μέχρι τον 15ο αιώνα μπορούσε κανείς να διασχίσει αυτό τον ισθμό με τα πόδια, καθώς ολόκληρη η Γέφυρα του Αδάμ βρισκόταν πάνω απ’ την επιφάνεια του νερού μέχρι το 1480 μ.Χ. Τότε, κάποια τμήματά της βυθίστηκαν στο νερό μετά από έναν τρομερό κυκλώνα. Ένας Ινδός γεωλόγος που έκανε γεωτρήσεις επιτόπου, κατέληξε στο συμπέρασμα πως πρόκειται για τεχνητή κατασκευή ηλικίας ενός εκατομμυρίου ετών. Οι περισσότεροι επιστήμονες όμως, επιμένουν πως η Γέφυρα του Αδάμ δημιουργήθηκε με φυσικό τρόπο και μέσα από μια απόλυτα εξηγήσιμη γεωλογική διεργασία.
[1]: Σημερινή Σρι Λάνκα ή παλιότερα Κεϋλάνη
[2]: στο βιβλίο του : Kitāb al Masālik w’al Mamālik (Βιβλίο των Οδών και των Βασιλείων)
[3]: όρος του Αδάμ (κορυφή του Αδάμ), το δεύτερο σε ύψος βουνό της Σρι Λάνκα








