Του Θανάση Μελετίδη
Όταν υπηρετούσα την Πατρίδα μάς υποχρέωσαν όλους να περάσουμε από μια γραπτή δοκιμασία στην οποία θα έπρεπε να απαντήσουμε σε δεκάδες καλά καμουφλαρισμένες ερωτήσεις. Μια από εκείνες ήταν: «Ελέγχετε πολλές φορές αν κλειδώσατε καλά την πόρτα του σπιτιού σας»; Αναρωτήθηκα αν ήθελαν να διαπιστώσουν αν ήμουν υπεύθυνος ή αν ήμουν ψυχαναγκαστικός. Τότε μού ήρθε στον νου η συμπεριφορά ενός φαντάρου με τον οποίο μέναμε στον ίδιο θάλαμο και κατέληξα γράφοντας στην απάντηση «όχι». Γιατί ; Επειδή εκείνος ο συνάδελφος πριν την πρωινή καθημερινή επιθεώρηση τέντωνε την κουβέρτα του δέκα φορές για να είναι απόλυτα συμμετρική, κάθε τόσο έπλενε τα χέρια του και όταν τον ρωτούσες την αιτία αναφερόταν αόριστα στα μικρόβια, όταν έβλεπε αιχμηρό αντικείμενο χλόμιαζε, μάλλον, επειδή ανησυχούσε μήπως με το αντικείμενο εκείνο βλάψει κάποιον.
-Ο τύπος είναι ψυχαναγκαστικός μου είχε πει ο φαντάρος που «κατοικούσε» από πάνω μου στον θάλαμο, όταν πίναμε καφέ και καπνίζαμε στο Κ.Ψ.Μ. (κέντρο ψυχαγωγίας μονάδας) του στρατοπέδου.
Εγώ, ως γνήσιος σκεπτικιστής, ήθελα να βεβαιωθώ. Έτυχε να αρχίσω να το «ψάχνω» ένα βράδυ που είχα «γερμανικό νούμερο» (σκοπιά από τις 02:00 έως τις 04:00). Έπινα στα κρυφά ρετσίνα καπνίζοντας, όταν ήρθε η περίπολος που έτυχε – ευτυχώς για μένα – οι δυο φαντάροι της να είναι από τον θάλαμο που ήμουν κι εγώ. Μόλις είδαν τη ρετσίνα καταχάρηκαν: «Ρε, μα… !Άρχοντας είσαι! πο! πο! ακούς και Καζαντζίδη! Έρχομαι σε δυο λεπτά με ρετσίνες»! είπε ο Σοφολόγης και πριν προλάβω να σκεφτώ τι είχε γίνει, επέστρεψε με πέντε μπουκάλια ρετσίνας.
Η σκοπιά ήταν σχετικά απόμερη και μες στα δέντρα. Έτσι το στρώσαμε στην οινοποσία με τη συνοδεία λαϊκών ασμάτων. Όμως εγώ, ως υπεύθυνος της σκοπιάς και «ψαρωμένος» ακόμη φαντάρος, ανησυχούσα μην και κάνει έφοδο κανένας «γαλονάς». Δεν ήθελα, όμως, και να τους «χαλάσω» και φύγουν. Ήθελα παρέα και μάλιστα από «χημεία» (έτσι λένε στον στρατό τους τσαπατσούληδες και αδιάφορους φαντάρους) σαν και μένα. Γι’ αυτό με τρόπο γύρισα την κουβέντα γύρω από τον «ψυχαναγκαστικό» του θαλάμου μας. Με τον τρόπο αυτό τούς ανάγκασα να σοβαρευτούν λίγο, να σκεφτούν κι εγώ να μπορώ να ρίχνω τριγύρω ματιές, μήπως κι εμφανιζόταν κανείς ένστολος με «κακές» προθέσεις.
-Ρε, μα…, αν περάσει καμιά «έφοδος» θα απολυθούμε στα γεράματα, είπε ο χοντρούλης Μπάμπης.
-Δε γ… και την «έφοδο» και τα γεράματα, είπε ο δεύτερος της περιπολίας, ο τεράστιος Σοφολόγης.
-Ρε, μάγκες, τι νομίζετε; Είναι ψυχαναγκαστικός ο Μανώλης; ρώτησα.
Παραξενεύτηκαν με τη συζήτηση που σκόπευα να ξεκινήσω. Φαίνεται πίστευαν πως ήταν η ιδανική ώρα να κουβεντιάσουμε για «μεγάλους» λαϊκούς συνθέτες, στιχουργούς και ερμηνευτές (μεταξύ μας κι εγώ αυτό πίστευα). Άρχισαν να χασμουριούνται και να σκέφτονται.
-Σίγουρα! Δε βλέπετε που όλη μέρα πλένει τα χέρια του; είπε ο Σοφολόγης.
-Καλά λες, ρε μα…! Τώρα που το λες θυμάμαι πως κάθε πρωί, πριν την επιθεώρηση, κάνει εκατό βόλτες γύρω από το κρεβάτι του και μια το τεντώνει από τη μια μεριά και μια το τεντώνει από την άλλη! είπε ο Μπάμπης.
-Κι εγώ αυτό πιστεύω. Έχετε παρατηρήσει πως τα πράγματά του είναι πάντα ακριβώς στα ίδια σημεία; ούτε εκατοστό δεν αλλάζουν θέση.
Κάπως έτσι έγινε η ώρα 04:00 και εμφανίστηκε «η απαλλαγή μου» (έτσι λένε στον στρατό τον φαντάρο που αντικαθιστά άλλον φαντάρο στην υπηρεσία που κάνει). Οι δυο της περιπολίας γράψανε «καλώς» στο βιβλίο της σκοπιάς, μαζέψαμε τα μπουκάλια και τα πετάξαμε στους κάδους σκουπιδιών και κουτουλώντας μπήκαμε στον θάλαμό μας, έτοιμοι να ξεραθούμε στον ύπνο.
-Ρε, μα…, έχω μια ιδέα. Τώρα που όλοι ροχαλίζουν να αλλάξουμε τη θέση που βάζει τα πράγματά του ο Μανώλης, ψιθύρισε ο Μπάμπης.
Καλώς … ή μάλλον – όχι μάλλον… σίγουρα! – κακώς το κάναμε…
Σε δυο ώρες πεταχτήκαμε όρθιοι καθώς ακούστηκε το εγερτήριο. Βολίδα τρέξαμε όλοι! Πλυθήκαμε, ξυριστήκαμε, φορέσαμε τις στρατιωτικές μας στολές, τακτοποιήσαμε το κρεβάτι μας και στηθήκαμε ακίνητοι, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή να αρχίσει η επιθεώρηση.
Μόνον τότε προσέξαμε πως υπήρχε ένα κενό στις γραμμές μας. Κάποιος έλειπε!
– Ρε, παιδιά. Πού είναι ο Μανώλης; ακούστηκε από το βάθος ο Λεωνίδας.
Σκύψαμε όλοι προς το κρεβάτι που κοιμόταν. Τον είδαμε κουλουριασμένο από κάτω να τρέμει. Άρχισε και να σιγοκλαίει μόλις μάς αντιλήφθηκε.
Η αναστάτωση της θέσης των πραγμάτων του τον είχε κάνει ψυχικό κουρέλι. Δυστυχώς … έτσι βεβαιωθήκαμε πως ήταν ψυχαναγκαστικός…
-Τι κάνεις εκεί, ρε ψοφίμι; Σώπα και σήκω! Ακούς; Σώπα και σήκω! Εδώ μέσα εγώ κάνω κουμάντο. Εγώ σας κρίνω όλους! του φώναξε, εκτός εαυτού, ο άπειρος νεαρός «καραβανάς» που μόλις είχε μπει για την επιθεώρηση – αργότερα πληροφορήθηκα πως είχε πάρει την τελευταία στιγμή τη θέση του λοχαγού μας.
Εκείνος πετάχτηκε όρθιος και με μάτια γουρλωμένα άρχισε να τσιρίζει επαναλαμβάνοντας συνεχώς:
-Σώπα συ να κρίνω γω, σήκω συ να κάτσω γω. Σώπα συ να κρίνω γω, σήκω συ να κάτσω γω. Σώπα συ …
Οι τρεις υπεύθυνοι γίναμε κατακόκκινοι από τη ντροπή μας. Δεν αντέξαμε άλλο. Κοιταχτήκαμε, παρατήσαμε την επιθεώρηση και βγήκαμε έξω.
-Πού πάτε, ρε στραβογαλάδες (από τα νεογέννητα κουτάβια που ψάχνουν τη θηλή της μαμάς τους για να θηλάσουν); ακούστηκε πίσω μας η φωνή του «καραβανά».
-Δε γα… και συ και το «σώπα» σου και «σήκω» σου, ούρλιαξε ο Σοφολόγης!
Για την ιστορία : Ο Μανώλης μεταφέρθηκε αμέσως στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Πεντέλης… Ο «καραβανάς» μετατέθηκε στον Έβρο με συνοπτικές διαδικασίες. Εγώ και ο Μπάμπης «φάγαμε» ο καθείς μας από τρεις μήνες φυλακή (που εδώ και δεκαετίες αντιπροσωπεύεται από την ανάλογη παραπάνω θητεία και που στο τέλος, συνήθως, χαρίζεται από τον στρατοπεδάρχη). Ο Σοφολόγης ακόμη να απολυθεί!
Πόσο μού λείπουν όλοι τους!








