Πρόγραμμα εκδηλώσεων της Ημαθίας
  Την Τετάρτη 29 Απριλίου: Εκδήλωση για την Παγκόσμια Ημέρα Καβάφη στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Νάουσας

  Την Τετάρτη 29 Απριλίου: Εκδήλωση για την Παγκόσμια Ημέρα Καβάφη στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Νάουσας

Στις 27 Απριλίου στο 16ο Δ.Σχ.  Βέροιας  Προβολή της βραβευμένης ταινίας “ο δάσκαλος που υποσχέθηκε τη θάλασσα”

Στις 27 Απριλίου στο 16ο Δ.Σχ. Βέροιας Προβολή της βραβευμένης ταινίας “ο δάσκαλος που υποσχέθηκε τη θάλασσα”

Την Τρίτη 28 Απριλίου στη Στέγη Συναυλία Χορωδίας και  Χοροθεατρικής ομάδας του 4ου Γυμνάσιου Βέροιας για την ΑΓΑΠΗ

Την Τρίτη 28 Απριλίου στη Στέγη Συναυλία Χορωδίας και Χοροθεατρικής ομάδας του 4ου Γυμνάσιου Βέροιας για την ΑΓΑΠΗ

Την Τετάρτη 29 Απριλίου στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Βέροιας Παρουσιάζεται το βιβλίο  του Βαλάντη Παπαγεωργίου  «Το Μακεδονικό Ζήτημα και η πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων μέσα από τον Βρετανικό Τύπο»

Την Τετάρτη 29 Απριλίου στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Βέροιας Παρουσιάζεται το βιβλίο του Βαλάντη Παπαγεωργίου «Το Μακεδονικό Ζήτημα και η πολιτική

ΚΥΡΙΑΚΗ  24 ΜΑΪΟΥ 2026       Το μπαλέτο «Δον Κιχώτης», από το Κρατικό Θέατρο του Νόβι Σαντ Σερβίας, στον Χώρο Τεχνών, με 35 χορευτές επί σκηνής

ΚΥΡΙΑΚΗ  24 ΜΑΪΟΥ 2026   Το μπαλέτο «Δον Κιχώτης», από το Κρατικό Θέατρο του Νόβι Σαντ Σερβίας, στον Χώρο Τεχνών, με 35 χορευτές

Την Πέμπτη 30 Απριλίου, στο φουαγιέ της Στέγης Παρουσιάζεται το βιβλίο  «Αλάτι Χοντρό», του δικηγόρου και συγγραφέα Μιχάλη Τοπαλίδη

Την Πέμπτη 30 Απριλίου, στο φουαγιέ της Στέγης Παρουσιάζεται το βιβλίο «Αλάτι Χοντρό», του δικηγόρου και συγγραφέα Μιχάλη Τοπαλίδη

Χορούς και τραγούδια από τα ημαθιώτικα Πιέρια, δίδαξε ο Γιάννης Τσιαμήτρος σε σεμινάριο στη Λευκάδα

Χορούς και τραγούδια από τα ημαθιώτικα Πιέρια, δίδαξε ο Γιάννης Τσιαμήτρος σε σεμινάριο στη Λευκάδα

[ditty id=231425 category="h-thesh-tou-laou"]

Ο Άγγλος ασκητής

Του Απόστολου Ιωσηφίδη

Τον Σεπτέμβριο του 1936 ο πολυπράγμων και πολυγραφότατος δημοσιογράφος της Θεσσαλονίκης Νίκος Φαρδής επισκέπτεται, ως περιοδεύων ανταποκριτής της αθηναϊκής εφημερίδας «Η Εθνική»[1], την γνώριμή του (από προγενέστερη «εκρηκτική» δικαστική του περιπέτεια[2]) Βέροια, όπου «ἀπὸ ἕναν ἀγαθὸν κληρικὸν» αρύεται την -εκπληκτικού δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος- πληροφορία: στο Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου και στη σπηλιά του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά ασκητεύει ένας Άγγλος!
Και ο Φαρδής σπεύδει «πέραν τοῦ Ἁλιάκμονος εἰς τὸ περίφημον μοναστῆρι», όπου συναντά τον πατέρα Ιωαννίκιο (Μηλιόπουλο), για να μεταφέρει την συνομιλία τους -και τις εντυπώσεις του- στην εφημερίδα του:
«Μιὰ καταπληκτικὴ ἱστορία
– Σἄν παραμῦθι
Ἄγγλος συνταγματάρχης, ἀσκητὴς σὲ μιὰ ἱστορικὴ σπηλιὰ τῆς Βερροίας
Ἡ μυθιστορηματικὴ ἱστορία ἑνὸς Ἄγγλου μὲ περιπετειῶδες παρελθόν,
ὁ ὁποῖος ἐζήτησε καταφύγιον εἰς τὴν σπηλιὰ τῆς μονῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου
εἰς τὴν Βέρροιαν.- Ὁ “δοῦλος τοῦ Θεοῦ” Σὲρ Ρέτζιναλ Ἄμποτ.-
Συνομιλία μὲ τὸν καλόγηρον Ἰωαννίκιον.- Τὰ σημειώματα ἑνὸς μυστηριώδους ξένου
Ἐπιτόπιος ἔρευνα τοῦ ἐν Θεσ)νίκῃ ἀνταποκριτοῦ μας

Βέρροια, Σεπτέμβριος. (Τοῦ περιοδεύοντος ἀνταποκριτοῦ μας).- Ἔπρεπε νὰ κάμω μίαν μακράν πεζοπορίαν, τρίωρον καὶ πλέον, διὰ νὰ φθάσω εἰς τὸ περίφημον μοναστῆρι τοῦ Τιμίου Προδρόμου πέραν τοῦ Ἁλιάκμονος, εἰς τὰ πυκνόφυτα δασώδη ἀντερείσματα τοῦ ἐντεῦθεν Ὀλύμπου.
Δὲν ἐπρόκειτο περὶ εὐλαβικοῦ προσκυνήματος μόνον εἰς τὴν ἱστορικὴν αὐτὴν Μονὴν ὅπου ἦλθε νὰ ἀσκητεύσῃ ἐπὶ μακρὸν ὁ μετέπειτα Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (1328) ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ἀρχηγεύσας ἐπὶ μακρὸν τῆς γνωστῆς καλογηρικῆς στρατιᾶς τῶν περιφήμων Ἡσυχαστῶν ἢ Ὁμφαλοσκόπων.
Κἄτι ἄλλο μᾶς ὡδηγοῦσεν ἐκεῖ. Ἡ δημοσιογραφικὴ περιέργεια. Ἀπὸ ἕναν ἀγαθὸν κληρικὸν τῆς Βερροίας ἐπληροφορήθην, ὅτι ἕνας νέος μιμητὴς Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ἄγγλος αὐτός, εἶχεν ἔλθει νὰ ἀσκητεύσῃ μέσα εἰς τὴν σπηλιάν, τὸ μέγα βραχῶδες κοίλωμα ποὺ εὑρίσκεται εἰς ὕψος 80 μέτρων καὶ ἀκριβῶς εἰς τὴν ἀπόκρημνον ὄχθην τοῦ Ἁλιακμονος, ἐκεῖ ὅπου τὸ ρεῦμα τοῦ ποταμοῦ τούτου κατέρχεται ὁρμητικώτατον καὶ πολύβοον[3], ἀνάμεσα ἀπὸ πανύψηλους βράχους, στὶς σχισμάδες τῶν ὁποίων φυτρώνουν ἀγριοσυκιὲς καὶ χλόες τεράστιες.
Ἐπέρασα τὸν Ἁλιάκμονα ἀπὸ τὸν μοναδικόν του πόρον κοντὰ εἰς τὸ γεφῦρι τῆς Κάκαβας[4]. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ὁ δρόμος εἶναι ἀνάντης καὶ εἰς πολλὰ σημεῖα του ὁ πεζοπόρος ἀναγκάζεται νὰ σταματήσῃ διστακτικός. Δεξιά του ἀνοίγεται μιὰ φοβερὰ χαράδρα μὲ τὸ μυστήριον τῆς σκοτεινῆς βαθυπράσινης φυτείας της, μὲ τὸ βούϊσμα τῶν νερῶν τοῦ ποταμοῦ ποὺ κυλοῦν στὸ ριζιμιό της. Τὸ μονοπάτι περνᾷ σύρριζα καὶ εἶναι τόσον στενή, ὥστε μόλις μπορεῖ νὰ περπατήσῃ, ὄχι βέβαια χωρὶς κινδύνους κατακρημνισμοῦ, ὁ ὁδοιπόρος.
Κάτω ἀπὸ τὸν πράσινο θόλο τῶν γιγαντόσωμων καστανεῶν, τῶν βαλανιδιῶν καὶ τῶν ἄλλων δένδρων τοῦ πυκνόφυτου δάσους ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ ἐκεῖ διὰ νὰ ἀπλωθῇ μέχρι Κατερίνης καὶ νὰ σκαρφαλώσῃ εἰς τὸν Ὄλυμπον, ἡ πορεία γίνεται εὐχάριστη, βραδύτερα. Καὶ ξεκουράζεται κανεὶς εἰς τὸν νέον ξενῶνα ποὺ ἀνήγειρεν ἐκεῖ ὁ Μητροπολίτης Βερροίας κ. Πολύκαρπος διὰ νὰ εὑρίσκουν ἄνετον καταφύγιον οἱ ὁδοιπόροι, οἱ προσκυνηταὶ καὶ οἱ περιηγηταὶ ποὺ θὰ ἤθελαν νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸν τόπον αὐτὸν τῆς γαλήνης καὶ τῆς ἀπολύτου ἡσυχίας.
Κανένα ἑλβετικὸν τοπίον δὲν μπορεῖ νὰ παραβληθῇ μὲ αὐτὸ ποὺ ἐκτείνεται μπροστά μας ἀπὸ τὴν ὡραίαν βεράνταν τοῦ ἐντελῶς μοντέρνου ξενῶνος τῆς Μονῆς ὅπου παίρνουμε τὸν καφέ μας μὲ τὸν πάτερ Ἰωαννίκιον τὸν μόνον ἐκ τῶν τεσσάρων ἀδελφῶν τῆς Μονῆς ποὺ δὲν ἐσαραβάλιασεν ἀκόμη ὁ χρόνος.
Ἀκούω τὴν ἀφήγησίν του ποὺ εἶναι γεμάτη ἐνδιαφέρον. Ὁ Ἰωαννίκιος, παλαιὸς δημοδιδάσκαλος, μιλεῖ ἁπλᾶ. Γεμάτη χρῶμα εἰς ἀφέλειαν Χριστιανικήν εἶναι ἡ ἀφηγησίς του. Καὶ ὁ τόνος τῆς φωνῆς του χαμηλὸς καὶ χαδιάρικος, σἄν τὸ θρόϊσμα τῶν βελωνωτῶν φύλλων τῶν πεύκων ποὺ φιλτράρουν τὴν μεσημβρινὴν ἀνάσαν τοῦ γύρω δάσους.
Ἕνας περιηγητὴς
― Ἕνα βράδυ, ἀφηγεῖται ὁ Ἰωαννίκιος, μᾶς ἦλθεν ἀπρόοπτα ἕνας ξένος. Ξεφόρτωσε τὰ μπαγκάζια του, μᾶς ἐδήλωσεν ὅτι ἦτο ἀπόστρατος Ἄγγλος συνταγματάρχης καὶ ὡνομάζετο Σὲρ Ρέτζιναλ Ἄμποτ[5]. Ὡς ἑξῆντα χρονῶν θὰ ἦταν. Τὰ ξανθὰ μακρυὰ μαλλιά του εἶχαν ξασπρίσει καὶ τὸ γεροντικό, ἀλλὰ ροδοκόκκινο πρόσωπό του ἦτο γλυκὺ καὶ συμπαθέστατο. Τὰ γαλανά του μάτια, πίσω ἀπὸ τοὺς μεγάλους φακοὺς τῶν διοπτρῶν του φωσφώριζαν γεμᾶτα ἐξυπνάδα καὶ ἀγαθωσύνη.
Οἱ ἀγωγιάτες ξεφόρτωσαν, ἐν τῷ μεταξύ, κάσσες, βαλίτσες, μπαοῦλα.
Τὸ πρῶτο βράδυ κοιμήθηκεν ἀνάμεσα σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα.
Τὴν ἄλλη ἡμέρα – πρωΐ, πρωῒ – μ᾿ ἐκάλεσε. Μὲ τὰ ἰδιόρρυθμα ἑλληνικά του μοῦ εἶπε:
― Ἦρθα ν᾿ ἀσκητεύσω στὴν σπηλιὰ τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ!
Καὶ ἐπειδὴ τὸν κύτταξα ἔκπληκτος συνέχισε:
― Ἔχω μαζί μου ὅ,τι μοῦ χρειάζεται: Κονσέρβες, τρόφιμα, βιβλία κλπ. Δὲν ζητῶ τίποτε ἀπὸ σᾶς παρὰ κάθε τόσο νὰ μοῦ φέρνῃ ἕνα σταμνὶ νερὸ ὁ ὑπηρέτης τῆς Μονῆς. Θὰ πληρώσω…
― Μὰ ποῦ τὴν ξεύρατε σεῖς τὴν σπηλιά; τὸν ρώτησα μὲ δικαιολογημένη περιέργεια…
― Τὴν ξεύρω… Ὑπηρέτησα στὸν μεγάλο πόλεμο ὡς ἀξιωματικὸς ἐδῶ… Μὲ δυὸ λόχους εἶχα καταλάβει τὸν πόρο τοῦ Ἁλιάκμονος καὶ εἶχα ἕδρα τοῦ τάγματος τὸ Μοναστῆρι…
Τίποτε ἄλλο.
Κουβαλήσαμε τὰ πράγματά του στὴν σπηλιά. Ἕνα κρεββάτι ἐκστρατείας, μιὰ μικρὴ κουζίνα πετρελαίου, μιὰ σαὶζ-λόγκ, ἕνα πλῆθος βιβλία καὶ κασσόνια γεμᾶτα διατηρημένα τρόφιμα.
― Χμμμ!… Τέτοια ἀσκητικὴ ζωὴ τὴν κάνει ὁ καθένας, εἶπα μὲ τὸν νοῦ μου… Ἰδιοτροπίες ἐγγλέζικες!
Ὡς τόσον ἔμεινε ἐκεῖ. Ἐρχόντανε τακτικὰ στὸ Μοναστῆρι, παρακολουθοῦσε τὸν ὄρθρο καὶ τὶς λειτουργίες καὶ τὶς νύχτες οἱ ὑλοτόμοι ἤκουαν νὰ βγαίνουν ψαλμωδίες ἀπὸ τὴν σπηλιά.

Δὲν ἦταν γιὰ ἅγιος
Μὲ τὴν ζωή του αὐτή, μὲ τὴν θερμὴ προσήλωσί του στὴν θρησκεία μᾶς ἔκαμε νὰ τὸν ἀγαπήσουμε ὅλοι καὶ νὰ τὸν σεβώμεθα.
Ἡ φήμη του σἄν ἀσκητοῦ καὶ ἁγίου ἁπλώθηκε στὰ γύρω χωριά. Ὅλοι ἔμαθαν τὴν ὕπαρξι τοῦ ἁγίου Ἄγγλου! Κι ἐγὼ ἤμουνα στὶς χαρές μου. Τὸ Μοναστῆρι θὰ ἔπαιρνε φήμη. Οἱ προσκυνηταὶ θὰ πλήθαιναν, τὰ δῶρα ἐπίσης. Δυστυχῶς τὸ πρᾶγμα δὲν βάσταξε πολύ…
― Πῶς!
― Ὁ Σὲρ Ρέτζιναλ Ἄμποτ ἔφυγε!
― Ἔφυγε;
― Δυστυχῶς!
― Κρῖμα στὸν κόπο! Καὶ πότε;
― Εἶναι λίγος καιρός.
― Μὰ στὴν Βέρροια λένε πὼς μένει ἀκόμη ἐδῶ…
― Ἔτσι πρέπει νὰ λένε… Ὑπάρχει λόγος…
Ὁμολογῶ πὼς ἔννοιωσα ἀμέσως τὴν κούρασι τῆς ὁδοιπορίας ἐκείνη τὴν στιγμή:
― Κρῖμα στὸν κόπο μου…
― Δὲν ἐχάσατε καὶ σπουδαῖο πράγμα… Δὲν ἦταν ἅγιος καὶ ἀσκητὴς ὁ σὲρ Ἄμποτ!
Ὁ ἀγαθὸς καλόγηρος δὲν μποροῦσε ν᾿ ἀντιληφθῇ τὶ ἔχανε. Ὡς τόσον ἐπέμεινα:
― Μήπως ἄφησε τίποτε φεύγοντας ὁ Ἄγγλος;
― Χμ…μ!… Κἄτι βιβλία καὶ σημειώματα.
― Μπορῶ νὰ τὰ ἰδῶ;
Ὁ Ἰωαννίκιος μοῦ προσεκόμισεν ἕνα πλῆθος βιβλίων καὶ τετραδίων. Ὅλα τὰ βιβλία ἦσαν βυζαντινοῦ περιεχομένου. Σλουμπερζέ[6], Ντήλ[7], Μιλλέ[8], Ταφραλῆ[9] κλπ. Ἱστορία, Χρονογραφία Βυζαντινή, συναξάρια. Καὶ στὰ τετράδια σημειώσεις, σημειώσεις. Κομμάτια ἀπὸ τὸ ψαλτῆρι, στίχοι τοῦ Ρωμανοῦ, φύλλα ἡμερολογίου. Ὅλα ἀνάκατα, μπερδευμένα, μαχλοῦτα[10]!

Σ᾿ ἕνα ἐξώφυλλο τετραδίου διαβάζω:
ΡΕΤΖΙΝΑΛ ΑΜΠΟΤ
δούλου τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ[11] ἐλαχίστου
ἀφήγησις τῆς κατὰ κόσμον ζωῆς
ΔΕΕΣΘΕ ΥΠΕΡ ΑΥΤΟΥ
Μηνὶ Ἰουλίου 1936
Σπήλαιον Παλαμᾶ
(Ἁλιάκμων)
Τὰ φυλλομέτρησα γρήγορα, νευρικά. Ἐπὶ τέλους εἶχα κἄτι[12]!

Ἡμερολόγιον
μαρτυρικῆς ζωῆς
Μὲ δυσκολία διάβασα τὰ πρῶτα, τὰ χειρόγραφα. Ἑλληνικὰ κακοποιημένα. Δημοτικὴ καὶ καθαρεύουσα καὶ ἀνάμεσα φράσεις ἀγγλικὲς ὁλόκληρες ποὺ κόβανε τὸ νόημα.
Ἀπὸ τὶς πρῶτες σελίδες ἐπείσθην ὅτι ὁ Σὲρ Ρέτζιναλ εἶχε …θάρρος! Ἡ ἀφήγησις ἦταν τόσον ἀποκαλυπτικὴ γιὰ τὸν ἰδιωτικό του βίο. Μιὰ ἐξωφρενική ἐξομολόγησις εἰς τὸ πλέον φλύαρον, τὸ μᾶλλον ἀκριτόμυθον “πνευματικὸν” τὸ χαρτί!
Βίβερε περικολοζαμέντε! Αὐτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ ἀνθυπολογαχοῦ ὑποκόμητος Ρέτζιναλ Ἄμποτ, ὁ ὁποῖος ἐξεκίνησεν ἀπὸ τὸ Ἐδιμπούργ διὰ τὴν φρουρὰν του Κεϊπτάουν τὴν 8 Αὐγούστου 1910 διὰ νὰ εὑρεθῇ ταγματάρχης τῶν Ἰνδικῶν στρατιῶν τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1916 εἰς τὸ Μακεδονικὸν μέτωπον.
Κάθε τόσον ἀπὸ τὶς σελίδες ἀναπηδᾶ μία περιπέτεια ἐξωτική. Ἕνα κυνῆγι στὰ δάση, μιὰ ἐρωτικὴ περιπέτεια, μιὰ μάχη.
Διαβάζω μὲ ἀσυγκράτητη περιέργεια. Πενῆντα σελίδες ἐξομολογήσεως. Τέλος τοῦ πρώτου τετραδίου. Ψάχνω γιὰ τὸ δεύτερο, γιὰ τὸ τρίτο! Καὶ ἡ ἀνάγνωσις συνεχίζεται… Καὶ τὸ ἐνδιαφέρον αὐξάνει. Ὠχρὲς μορφὲς γυναικῶν περνοῦν. Φευγαλέες ἐρωτικὲς ἀναμνήσεις. Ἀπὸ κάθε τόπο. Ἀπὸ κάθε πολιτεία. Μιὰ διεθνὴς πινακοθήκη ὡραίων Μαινάδων.
Ἔπειτα μιὰ διακοπή.
Ἡ αὐστηρὰ εἰκὼν κ. Ἔλγκε Ἄμποτ, μιᾶς Σουηδῆς εὐγενοῦς ποὺ τὴν συνήντησε στὸ Παρίσι καὶ τὴν παντρεύθηκε.
Γαλήνη.
Δυὸ παιδιὰ ἔρχονται στὸν κόσμο. Δύο θυγατέρες: ἡ Ἔντιθ καὶ ἡ Κάθριν.
Καὶ ἔπειτα ὁ μεγάλος πόλεμος, ὁ ἀποχωρισμός, νέες περιπέτειες, ὁ θάνατος τῆς Ἔλγκε, ἡ ἀπαγωγή τῆς Κάθριν, ἡ τύφλωσις τῆς Ἔντιθ.
Ἡ ψυχὴ τοῦ Σὲρ Ἄμποτ γεμίζει πικρίαν. Ἐπιστρέφει εἰς τὸν Θεόν. Μελετᾶ. Ὁ μυστικισμὸς τοῦ Βυζαντίου τὸν γοητεύει. Ἡ σπηλιὰ τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ ὑπεράνω τῆς φοβερᾶς χαράδρας τοῦ Ἁλιάκμονος τοῦ φαίνεται ἕνα λαμπρὸν καταφύγιον:
“Ἂς κρύψουμε ἐκεῖ, γράφει, τὸ αἶσχος τῆς ζωῆς. Ἂς ζήσουμε τὶς τελευταῖες μας ἡμέρες μὲ κάποια τιμή, ὅσον τὸ δυνατόν πλησιέστερα πρὸς τὸν Θεόν, τὸ ὁποῖον μὲ τόσον ἐλαφρὰν καρδίαν ἐλησμονήσαμεν…»
Καὶ πέραν τούτου τίποτε.


*-*-*
Ὁ καλόγηρος προπορεύεται καὶ τὸν ἀκολουθῶ. Ἕνας μικρὸς δρομίσκος, μόλις ἀντιληπτός, περνᾶ ἀνάμεσα ἀπὸ πυκνοὺς βάτους καὶ τσαλιά. Μακρυὰ χάνεται μέσα στὴν χρυσοσκόνη τοῦ ἥλιου τῆς αὐγῆς ἡ κορυφὴ τοῦ τεφροῦ βράχου στὴ μέση σχεδὸν τοῦ ὁποίου διακρίνεται σκοτεινὸ τὸ ἄνοιγμα τῆς σπηλιᾶς, στὴν ὁποία δὲν ἀργοῦμε νὰ βρεθοῦμε.
Ὑπολείμματα βυζαντινῆς τειχοδομίας στὸ ἄνοιγμα. Στοὺς παραστάτας τοῦβλα πλατειὰ ἑνωμένα σφιχτὰ μὲ κορασάνι. Κάποτε θὰ ὑπῆρχε στὸ ἄνοιγμα αὐτὸ πόρτα.
Μέσα ἡ σπηλιὰ πλατειὰ καὶ ἄνετη. Διακρίνεται καθαρὰ ἕνας λαξευτὸς τάφος μέσα στὸν κοκκινωπὸ βράχο.
― Ἐδῶ κοιμοῦνται ὁ ἅγιος Γρηγόριος καὶ ὁ σὲρ Ἄμποτ, μοῦ ἐξηγεῖ ὁ καλόγηρος.
Ἕνα μέρος τοῦ σπηλαίου εἶναι καπνισμένο.
Ξαφνικὰ κάνω μιὰ παρατήρησι:
― Γιατὶ ὑπάρχουν αὐτὰ τὰ λαγήνια ἐντειχισμένα στὰ κοιλώματα τοῦ βράχου μὲ κορασάνι;
― Ἡ παράδοσις ἀναφέρει ὅτι ὁ ἅγιος Γρηγόριος, σἄν αἰσθάνονταν κάποτε τὴν ἀνθρώπινη ἀνάγκη νὰ ἀκούσῃ μιὰ φωνὴ στέκονταν ἐκεῖ στὸ βάθος καὶ ἔψαλλε. Ἡ φωνή του ἐπαναλαμβάνονταν ἀπὸ τὰ ἀνοιχτὰ στόμια τῶν λαγηνιῶν…
Ἡ ἠχώ!
Πόσο βαθειὰ εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ λαϊκοῦ λογίου πὼς ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ζήσῃ μοναχός του οὔτε στὸν Παράδεισο!
Πολὺ περισσότερο στὴν σπηλιὰ ἐκείνη ποὺ τὴν γεμίζει ὁ ρόχθος τοῦ Ἁλιάκμονος ποὺ κυλᾶ μὲ φοβερή ὁρμητικότητα τὰ νερά του στὸ ριζιμιὸ τοῦ βράχου.
Στὴν λεία ἐπιφάνεια τῆς δεξιᾶς παρειᾶς τοῦ βράχου μιὰ λαξευτὴ ἐπιγραφή:
+ ΡΕΤΖΙΝΑΛ ΑΜΠΟΤ
ΔΕΕΣΘΕ ΥΠΕΡ ΑΥΤΟΥ
― Εἶναι κρίμα ποὺ ἔφυγε[13] καὶ μᾶς ἄφησε, ψιθυρίζει ὁ Ἰωαννίκιος. Θὰ ἁγίαζε, καὶ τὸ Μοναστῆρι μας θὰ ἔπαιρνε μεγάλη φήμη…
Νῖκος Φαρδῆς[14]»
«Ἡ Ἐθνική», 01-10-1936.

 

[1] «Ἡ Ἐθνική»: καθημερινή εφημερίδα των Αθηνών, όργανο του Γεωργίου Κονδύλη, ακολουθώντας και μετά την εκδημία του «κονδυλικές» αρχές, εκδοθείσα από το 1935 έως το 1939, με ιδιοκτήτη-διευθυντή τον Γεώργιο Κ. Τζιρακόπουλο, και αρχισυντάκτες (διαδοχικά) τους Γεώργιο Α. Κυριακίδη και Κωνσταντίνο Πολίτη.

[2] πιο κάτω σημ. [14].

[3] Στα χρόνια που ακολούθησαν, αλλεπάλληλα φράγματα τιθάσσευσαν την ορμή του ποταμού, έζεψαν τις όχθες του, φίμωσαν την βοή του, ανύψωσαν την κοίτη του, κατέκλυσαν παλαίστρες, καθήλωσαν τους εκατέρωθεν βράχους… κι έτσι, ημέρεψε το τοπίο (κι αγρίεψαν οι άνθρωποι…).

[4] ενν. «γέφυρα Κοκκόβης» (η προπολεμική γέφυρα του Αλιάκμονα)• σχετ. στο προηγούμενο σημείωμα του γράφοντος: «Ο μπάρμπα Γιάννης Κανατάς σε σχολική εκδρομή», «Λαός», 18-19 Απρ. 2026, σ. 9, υποσημ. [2].

[5] Πιθανότατα ήταν ο συνταγματάρχης Sir Reginald Stuart Abbott** (1882-1964), με στρατιωτική υπηρεσία στη Νότιο Αφρική, στην Ινδία και στην Μακεδονία, που αφυπηρέτησε, με το βαθμό του ταξιάρχου το 1942 [θερμές ευχαριστίες στον αδελφικό φίλο Δόκτορα της Αγγλικής Φιλολογίας και δεινό Γλωσσολόγο Σωτήρη Στασινόπουλο, που από την Πάτρα, όπου κατοικοεδρεύει, παρακολουθεί και στηρίζει τις καταδυτικές στο πέλαγος των παλαιών εφημερίδων απόπειρες του γράφοντος].
[** «ονομάτων επίσκεψις»: abbott = αββάς, ηγούμενος (!)].

[6] Γουσταύος-Λέων Σλουμπερζέ (Gustave-Léon Schlumberger, 1884-1929), Γάλλος βυζαντινολόγος.

[7] Καρόλος Ντηλ (Charles Diehl, 1859-1944), Γάλλος βυζαντινολόγος.

[8] Γαβριήλ Μιλέ (Gabriel Millet, 1867-1953), Γάλλος αρχαιολόγος και ιστορικός.

[9] Ορέστης Ταφραλή (Oreste Tafrali, 1876-1937), Ρουμάνος βυζαντινολόγος.

[10] μαχλούτα (makhlouta): παραδοσιακή ανατολίτικη σούπα, με βάση την κόκκινη φακή ανακατεμένη με διάφορα δημητριακά, μπαχαρικά και μυρωδικά.

[11] «Δούλος των Δούλων του Θεού» (Servus Servorum Dei): φράση από τον επίσημο τίτλο του Πάπα της Ρώμης, που υποδηλώνει την ιδιότητα (αρετή) της ταπείνωσης, με την οποία (πρέπει να) είναι συνυφασμένο το παπικό αξίωμα και ο εκάστοτε φορέας του• την εισήγαγε στον τίτλο ο Πάπας Γρηγόριος ο Μέγας (= ο Όσιος Γρηγόριος ο Διάλογος, συγγραφέας της Θείας Λειτουργίας των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων), σε αντιδιαστολή (ως αντίδραση) στον τίτλο «Οικουμενικός», που, με συνοδική απόφαση, είχε αποδοθεί (και έκτοτε καθιερώθηκε-ενσωματώθηκε) στον τίτλο του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως επί της πατριαρχείας του Ιωάννη Δ΄ του Νηστευτή (6ος μ.Χ. αιώ).

[12] Ο φιλέρευνος δημοσιογράφος συνέχισε, και μετά την λήξη της περιοδείας του και την επιστροφή του στην Θεσσαλονίκη, να «ἔχει κἄτι», καθώς, όπως φαίνεται, φεύγοντας από το Μοναστήρι, πήρε μαζί του (προφανώς με την ευλογία του πατρός Ιωαννικίου) τουλάχιστον ένα μέρος των χειρόγραφων τετραδίων του σερ Ρέτζιναλ• έτσι, δημοσιεύθηκε, στην «Ἐθνικὴ» (φ. της 14-10-1936 και εξής), σε συνέχειες, «Μία καταπληκτικὴ περιπέτεια», «Τὸ ἡμερολόγιον-ἐξομολόγησις τοῦ Ἄγγλου συνταγματάρχου Ρέτζιναλ Ἄμποτ. Τοῦ περιέργου καὶ μυστηριώδους ἀναχωρητοῦ τῆς ἱστορικῆς σπηλιᾶς τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ παρὰ τὴν Μονὴν τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Μία ἀφαντάστως περιπετειώδης ζωὴ εἰς τὸ Κεϊπτάουν, τὴν Καζαμίρα τῶν Ἰνδιῶν καὶ εἰς τὴν Μακεδονίαν κατὰ τὸν παγκόσμιον πόλεμον. Ἱστορία βγαλμένη ἀπὸ τὰς σημειώσεις τοῦ Σὲρ Ἄμποτ ποὺ εὑρῆκεν ὁ ἐν Θεσσαλονίκῃ ἀνταποκριτής μας εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Τιμίου Προδρόμου.»

[13] όπως προκύπτει από σημείωση «σ᾿ ἕνα ἐξώφυλλο τετραδίου» ο Ρ. Άμποτ διέμενε στο «Σπήλαιον Παλαμᾶ» τον Ιούλιο του 1936, ενώ είχε ήδη αποχωρήσει όταν, τον μεθεπόμενο μήνα Σεπτέμβριο, κατέφθασε στον Πρόδρομο ο Ν. Φαρδής• να σχετίζεται άραγε η (κατά τον Αύγουστο;) αιφνίδια αναχώρησή του, με την επιβολή, στο διάστημα αυτό (04 Αυγ.), της δικτατορίας Μεταξά;

[14] Νίκος Φαρδής (1890-1955), δημοσιογράφος, εκδότης και συγγραφέας. Τακτικός αρθρογράφος, κατά περιόδους αρχισυντάκτης («Μακεδονία», «Μακεδονικά Νέα) ή και συνεκδότης («Τὸ Φῶς») εφημερίδων της Θεσσαλονίκης και ανταποκριτής αθηναϊκών• εκδότης του βραχύβιου περιοδικού «Χαραυγή»• ιδρυτικό μέλος, επανειλημμένως διοικητικός σύμβουλος και σε δυο θητείες (1926 και 1941) πρόεδρος της Ενώσεως Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας-Θράκης.
«[…] Τον Ιούνιο 1931 σημειώθηκαν τα αντισημιτικά επεισόδια που κατέληξαν στον εμπρησμό {στις 29-30 Ιουν.} της εβραϊκής συνοικίας Κάμπελ στην περιοχή του Βυζαντίου {Θεσσαλονίκης}. Τα αιματηρά αυτά επεισόδια θεωρήθηκαν ως συνέπεια σειράς αντισημιτικών δημοσιευμάτων στον Τύπου και ειδικότερα της εφ. “Μακεδονία”, για τα οποία διώχθηκε ο αρχισυντάκτης της Ν. Φαρδής, ο οποίος μηνύθηκε και για την αρθρογραφία του εναντίον της εβραϊκής πολιτιστικής οργάνωσης “Μακαμπή”. Απαλλάχτηκε από τις κατηγορίες γιατί η “Μακαμπή” απέσυρε τη μήνυσή της και λόγω αμφιβολιών για την ηθική αυτουργία του εμπρησμού**. Στην περίοδο της Κατοχής εργάστηκε στο γερμανικό Γραφείο Τύπου (και λογοκρισίας). Για την υπηρεσία του αυτή διαγράφηκε μετά την Απελευθέρωση από την Ένωση {Συντακτών}, καθότι κατηγορήθηκε ως δωσίλογος, και παραπέμφθηκε σε δίκη που είναι άγνωστο αν ολοκληρώθηκε μετά τον διαχωρισμό της λόγω νοσηλείας σε νοσοκομείο. […]», Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974, έκδ. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / 103, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 2008, τ. Δ, σ. 231.
** Η δίκη για τον εμπρησμό του συνοικισμού Κάμπελ διεξήχθη τον Απρίλιο του 1932 στην Βέροια και ολοκληρώθηκε, μετά από 17 ημέρες, με την απαλλαγή όλων των κατηγορουμένων για όλες τις κατηγορίες.
Δικαστήριο: πρόεδρος Κ. Ζανετόπουλος, σύνεδροι Θεόδωρος Καμπέρης, Βασίλειος Χατζής. Εισαγγελέας: Σταμάτιος Χυτήρης. Γραμματέας: Γεώργιος Περδίκης.
Κατηγορούμενοι:
ως φυσικοί αυτουργοί («ὅτι ἔθεσαν πῦρ εἰς τὸν συνοικισμὸν Κάμπελ καὶ ὅτι ἐκ προθέσεως ἔφθειραν ξένην περιουσίαν, καὶ ὅτι ἀφήρεσαν χρήματα καὶ ἀντικείμενα ἀξίας κλπ.») οι: Μ. Αμπατζίδης (σωφέρ), Δ. Βελλίδης (υπάλληλος δημαρχίας), Β. Βελισαρίδης (παντοπώλης), Δ. Καφαντάρης (καφεπώλης), Σ. Μαυρομάτης (σωφέρ), Σ. Μπουσουλίδης (καφεπώλης), Κ. Νικολαΐδης (εργάτης), Π. Τατζίδης (σωφέρ)•
ως ηθικοί αυτουργοί οι: Νικόλαος Φαρδής δημοσιογράφος («ὅτι διὰ τῆς ἐν τῇ ἐφημερίδι “Μακεδονίᾳ” ἀρθρογραφίας ἠρέθισε τοὺς πολίτας προκαλέσας ἐξέγερσιν μεταξὺ αὐτῶν πρὸς δημιουργίαν ἐκτρόπων»), και οι Γεώργιος Κοσμίδης και Δημήτριος Χαριτόπουλος, πρόεδρος και γενικός γραμματέας, αντίστοιχα, της εθνικιστικής, αντισημιτικής, αντικομμουνιστικής οργάνωσης «Εθνική Ένωσις Ελλάς»-3Ε («ὅτι δι᾿ ἐμπιστευτικῶν ἐγκυκλίων πρὸς τὰ μέλη τῶν ΕΕΕ ἐξηρέθισαν αὐτὰ εἰς ἐπιθέσεις κατὰ τῶν συμπολιτῶν των»).
Συνήγοροι:
Υπεράσπισης (όλων των κατηγορουμένων πλην του Νικολαΐδη): οι βεροιείς Αβραάμ Γρηγοριάδης (π. βουλευτής), Αναστάσιος Κάππος (πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Βέροιας), Φώτιος Κατσαμπής (π. πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Βέροιας), και ο ναουσαίος Μαρκόπουλος• του Νικολαΐδη: Κεφαλίδης.
Πολιτικής αγωγής: Ζάχος, Γεώργιος Χατζηδήμος (ταμίας του Δικηγορικού Συλλόγου Βέροιας).
Ένορκοι:
Δημήτριος Αλεβιζάκος (προϊστάμενος των ενόρκων), Κωνσταντίνος Ζαρούκας, Αντώνιος Καραγαβριηλίδης, Μάρκος Κατσάνος, Γεώργιος Κύρκος, Κωνσταντίνος Μπουλασίκης, Γεώργιος Οικονομίδης, Εμμανουήλ Περδίκας, Γεώργιος Τζήκας, Εμμανουήλ Κ. Χατζηνικολάκης, Λάζαρος Χατζησαράντης, Μόντε Φιλοσίδης.
Την πολύκροτη δίκη (περαιτέρω παρουσίαση της οποίας υπερβαίνει, -παρά το εξαιρετικό ενδιαφέρον της,- τα όρια του παρόντος σημειώματος) παρακολούθησε και ο τότε (1932) γυμνασιόπαις Αντώνιος Κάππος, υιοθετημένο τέκνο του εκ των συνηγόρων Αναστασίου Κάππου (γιος της συζύγου του Αικατερίνης, από τον πρώτο της γάμο με τον Θωμά Μπαρτζάνη)• ο πολυτάλαντος (αλλά άτυχος: εκοιμήθη νεώτατος τον Ιανουάριο 1938) Αντώνιος αποτύπωσε σε σκίτσα ορισμένους από τους πρωταγωνιστές της δίκης αυτής.

Κοινοποίηση της ανάρτησης:

Σχετικές αναρτήσεις

Για τα «βανδαλισμένα» δημοτικά κτίρια, ρώτησε ο Χρ. Μακρίδη, στη Λογοδοσία της δημοτικής Αρχής -Β. Παπαδόπουλος: Γίνεται μεγάλη προσπάθεια, πρέπει να σεβόμαστε την δημόσια περιουσία

H αισθητική υποβάθμιση των δημοτικών χώρων του δήμου Βέροιας ήταν το θέμα που έθεσε στην ειδική συνεδρίαση λογοδοσίας της δημοτικής

Διαβάστε περισσότερα »

Ιστορικό

[pmpro_login redirect="/account/"]