Πρόγραμμα εκδηλώσεων της Ημαθίας
[ditty id=231425 category="h-thesh-tou-laou"]

«Μεταξύ Ιστορίας και Θρύλου»: ΤΟΥ ΚΟΛΟΜΒΟΥ ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΚΟΛΑΣΜΕΝΟΙ(*)

Του Ηλία Τσιαμήτρου

Ήτανε τρεις του Αυγούστου όταν αφήσαμε πίσω μας το Πάλος και ανοιχτήκαμε στον απέραντο ωκεανό. Η μέρα ήταν φωτεινή και ζεστή και είχαμε τον αέρα δεξιόπριμα καθώς κατεβαίναμε το ποτάμι. Μυριάδες κόσμου στα ξύλινα ντόκια[1], ναύτες, στρατιώτες, πραματευτάδες, τεχνίτες, αχθοφόροι, κολίγοι, γυναίκες του λιμανιού, μας επευφημούσαν πετώντας τα σκουφιά τους στον αέρα. Σημαίες, λάβαρα, φανφάρες μας συνόδευαν. Καβαλάρηδες με αστραφτερές πανοπλίες κάλπαζαν πλάι μας στις όχθες του Ρίο Τίντο. Η τελευταία εικόνα που πήραμε μαζί μας από τον μέχρι τότε γνωστό κόσμο, ήταν αυτή των μικρών παιδιών που ρίχνονταν ξοπίσω μας ξεβράκωτα στη θάλασσα, καθώς βάζαμε ρότα για τις Ινδίες.
Στη γέφυρα του Σάντα Μαρία, ντυμένος με φορεσιά σεμνή κι ανεπιτήδευτη, στεκόταν αγέρωχος ο μελλοντικός αντιβασιλεύς των Ινδιών. Πλάι του, ένας φλογερός καλόγερος που όλοι ήξεραν πως θα γινόταν Επίσκοπος στο νέο κόσμο και δυο ισχνοί ιησουίτες μοναχοί με τριμμένα ράσα και ξινισμένα μούτρα. Ο καπετάνιος και καραβοκύρης του μπάρκου, ο Πινθόν, έστεκε πλάι στο τιμόνι κοιτάζοντας αχόρταγα τα μαύρα νερά. Ο Άνχελ, ο τιμονιέρης, πατριωτάκι μου απ’ τη Χιό, χαμογελούσε πονηρά με τα μάτια καρφωμένα στο μπομπρέσο[2] του καραβιού. Εκείνος ήταν που με σύστησε στον αντιβασιλέα και γύρεψε να μπαρκάρω ως βοηθός του σε τούτο το παράτολμο ταξίδι.
Ο καιρός μας πήγε πρίμα και μέσα σε λίγες μέρες ήμασταν φτασμένοι στις Κανάριες. Από ‘κει, ανοιχτήκαμε στον μεγάλο ωκεανό με πορεία όλο δυτικά. Μέρες και μέρες, βδομάδες ολάκερες, πλέχαμε ανάμεσο ουρανού και θάλασσας. Το νερό λιγόστευε, το φαγί δεν έφτανε, το σκορβούτο[3] θέριζε. Κι από κοντά, ο άνεμος κόπασε. Κακιά μπουνάτσα μας χώνεψε μέσα της. Τα τρία μπάρκα, η Σάντα Μαρία, η Νίνα και η Πίντα η μικρότερη, στέκονταν ακίνητα σαν λαβωμένες πάπιες πάνω στο κίτρινο νερό. Το τσούρμο αρχίνησε να μουρμουράει, φόβος μας έζωσε πως θα πεθάνουμε από πείνα και δίψα• πως θα μας καταπιεί το άρρωστο νερό. Μέρες βάστηξε ‘κείνη η θανατερή ακινησία. Ανάθεμα αν βρισκόταν πια ένας μέσα στο τσούρμο, εξόν απ’ τον ίδιο τον αντιβασιλέα, που να έλπιζε πως θα φτάναμε μια μέρα στις Ινδίες. Τα νεύρα ολονών μας ήταν τεντωμένα όπως η στριμμένη χορδή σ’ ένα μακρύ εγγλέζικο τόξο.
Τα μαχαίρια βγήκαν μέρα μεσημέρι κάτω απ’ την τέντα της βαρδιόλας[4]. Τέσσερις ήμασταν που κλαίγαμε τη μοίρα μας, σαν ήρθε ο Σάντσο ο τυμπανιστής με λόγο κακό στα χείλη και μια λεπτή βενετσιάνικη κάμα στο ζωνάρι. Κουβέντα την κουβέντα ανάψανε τα αίματα. Το στιλέτο του τυμπανιστή χάραξε το μερί του Πορτογέζου απ’ το Σετούμπαλ. Βρεθήκαμε με μιας και οι πέντε βουτηγμένοι στα αίματα, τις βρισιές και τις κατάρες. Χρειάστηκε ο Λοστρόμος να μοιράσει καμτσικιές στο ψαχνό και τέσσερις γεροδεμένοι ναύτες για να μας χωρίσουν. Στεκόμασταν εκεί, πλάι στα παραπέτα[5] χωρίς ανάσα, με τις πληγές μας να στάζουν μαύρο αίμα. Μας βάλανε στα σίδερα ώσπου ν’ αποφασίσει ο αντιβασιλέας τι θα έκαμε με την κατάντια μας. Περάσαμε τη νύχτα στο μπαλαούρο, με πόνο, προσευχή και μετάνοια.
Σαν έφεξε ακόμα μια μέρα ορφανή από αγέρα, μας κάλεσε ο λοστρόμος στο κατάστρωμα. Ήταν παρών κι ο αντιβασιλέας που μας κοίταζε οργισμένος. Τρόμος μας έσφιξε, σκύψαμε τα κεφάλια γυρεύοντας λύπηση. Φορτώσανε μια απ’ τις δύο βάρκες που έσερνε ξοπίσω της η Σάντα Μαρία με λίγα χρειαζούμενα, νερό γλυφό, σάπια γαλέτα, ένα τσακμάκι, λίγο σκοινί, ένα φανάρι. Έπειτα, μας μπαρκάρανε μέσα με το ζόρι και κόψανε τη μπαρούμα[6]. Κλαίγαμε και παρακαλούσαμε για έλεος, μα ο αντιβασιλέας είχε απόφαση σταθερή να μας παρατήσει αβοήθητους καταμεσής στον ωκεανό σαν αχρείαστο έρμα. Ο ένας απ’ τους ιησουίτες μουρμούριζε ολίγα λόγια παρηγοριάς καθώς το ρέμα μας έπαιρνε αργά αργά μακριά απ’ τα τρία καράβια. Πρόλαβα να δω ανάμεσα στα δάκρυα, το λυπημένο πρόσωπο του Άνχελ στο ποδόσταμο[7] να μ’ αποχαιρετάει αργοκουνώντας το κεφάλι.
Τώρα που μολογάω τούτα τα λόγια είναι τρεις μέρες που αρμενίζω στην πλάτη του ατέλειωτου νερού μονάχος. Οι σύντροφοί μου χαθήκανε• άλλος απ’ τον ήλιο, άλλος απ’ τις πληγές του, άλλος από απελπισία, κι άλλος απ’ την τρέλα. Εγώ ο ίδιος έριξα με τα χέρια μου τα νεκρά κορμιά στον υγρό τους τάφο. Γνωρίζω πως έρχεται η ώρα μου. Μνήμα μου θα γίνει το αλμυρό νερό, κιβούρι μου τούτη η σάπια βάρκα όπου μ’ έριξε η κακιά μου η μοίρα. Αν γνώριζα γραφή, θα ιστορούσα όλα αυτά που γίνηκαν (ο αντιβασιλέας φάνηκε μεγαλόψυχος, μας προμήθεψε χαρτί, μελάνι και φτερό• αλίμονο όμως, κανείς μας δεν κάτεχε την τέχνη της γραφής). Θα σφράγιζα κατόπιν τη γραφή στο τελευταίο αδειανό μπουκάλι ρούμι (ναι, μας δόθηκε κι αυτή η παρηγοριά, ένα μπουκάλι ρούμι του καθενός), και θα την έριχνα στη θάλασσα μήπως την εύρει κάποιος χριστιανός.
Λίγο πριν χαθώ κι εγώ όπως οι άλλοι, μου φανερώθηκαν ως ενύπνια τα μελλούμενα, όπως γίνεται σε κάθε μελλοθάνατο από κτίσεως κόσμου. Κανείς δεν θα μιλούσε ποτέ για μας, τους πέντε κολασμένους του Κολόμβου. Μονάχα ο Άνχελ θα μνημόνευε καμιά φορά τ’ όνομά μου σαν έπινε φτηνό αλκοόλ στη σκιά του καμπαναριού της Σάντα Μαρία δε λα Ενκαρνασιόν[8], στο νησί που ονομάστηκε απ’ τον αντιβασιλέα Ισπανιόλα. Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν γραφτό να ξεχαστούμε ολωσδιόλου. Πολλά χρόνια αργότερα, ένας μαρκόνης ποιητής[9] θα μας ονειρευόταν ξυπνητός στη βάρδια, και θα μας χάριζε μ’ έναν στίχο του την αθανασία.

(*) Πρώτη δημοσίευση 12.08.2025 στο ιστολόγιο culturebook.gr

[1] : οι προβλήτες του λιμανιού
[2] : ο εμπρός πρόβολος του ιστιοφόρου
[3] : ασθένεια των ναυτικών
[4] : σκοπιά από συραμμένο πανί ή ξυλοκατασκευή για την προφύλαξη από τις κακές καιρικές συνθήκες
[5] : τα στηθαία της γέφυρας του καραβιού
[6] : σκοινί με το οποίο προσδένεται η βάρκα στο πλοίο για να τη σύρει
[7] : η άκρη της πρύμνης του καραβιού
[8] : ο πρώτος καθεδρικός ναός του νέου κόσμου στο Σάντο Ντομίνγκο σημερινή πρωτεύουσα της Δομινικανής Δημοκρατίας
[9] : ο ποιητής Νίκος Καββαδίας, στο ποίημα με τίτλο «Αρμίδα»

Κοινοποίηση της ανάρτησης:

Σχετικές αναρτήσεις

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΤΡΙΤΕΚΝΩΝ ΝΟΜΟΥ ΗΜΑΘΙΑΣ: Ειδικές εκπτώσεις για τα μέλη από τα Φροντιστήρια Πουκαμισάς

Στο πλαίσιο της διαρκούς προσφοράς του Συλλόγου Πολυτέκνων με 3 παιδιά Ν. Ημαθίας και αναγνωρίζοντας τις αυξημένες ανάγκες και τις

Διαβάστε περισσότερα »

Ιστορικό

[pmpro_login redirect="/account/"]