Του Ηλία Τσιαμήτρου
Το φθινόπωρο του 1543 ένα κινέζικο τζουνγκ[1], αναγκεμένο απ’ τη θύελλα, προσορμίστηκε στο μικρό γιαπωνέζικο νησάκι της Τανεγκασίμα. Το πλοίο ήταν μισθωμένο από δύο Πορτογάλους τυχοδιώκτες απ’ τη Γκόα[2], που γύρευαν να καζαντίσουν εμπορευόμενοι σε ‘κείνα τα άγνωστα μέρη της Ανατολής. Ανάμεσα στ’ άλλα εμπορεύματα που είχαν για πούλημα, ήταν και μερικά μουσκέτα με φυτίλι[3] κατασκευασμένα στη Γκόα από Πορτογάλους μηχανουργούς.
Ο άρχοντας του τόπου Τανεγκασίμα Τοκιτάκα εντυπωσιάστηκε από τα μουσκέτα και αγόρασε δύο απ’ αυτά επί τόπου. Όταν το τζουνγκ των Πορτογάλων απέπλευσε, αφού επιδιόρθωσε τις αβαρίες του, ο Τοκιτάκα φώναξε έναν ντόπιο σιδερά που έφτιαχνε σπαθιά και τον διέταξε ν’ αντιγράψει τα τουφέκια. Ο σιδεράς, που ήταν φιλότιμος κι επιδέξιος, κατάφερε να κατασκευάσει όλα τα εξαρτήματα του όπλου, αλλά στάθηκε αδύνατο να ανοίξει την ελικοειδή οπή του μηχανισμού του κλείστρου. Με απλά λόγια, δεν κατάφερνε ν’ ανοίξει τρύπα με εσωτερικά πάσα. Δεν έφταιγε ο δόλιος, ήταν καλός οπλουργός. Μαστόρευε κάτι μερακλήδικα κατάνα [4], που έφτανε να τα κοιτάξεις για να σου κόψουν το χέρι απ’ τον αγκώνα. Έφταιγε που αυτή η τεχνολογία δεν υπήρχε ακόμη διαθέσιμη στη γη του ανατέλλοντος ηλίου.
Χρειάστηκε να περάσει ολόκληρος χρόνος μέχρι να έχει ο Τοκιτάκα το “made in Japan” μουσκέτο του. Ένας Πορτογάλος σιδεράς που γνώριζε αυτή την τέχνη ξέπεσε για δικούς του λόγους στην Τανεγκασίμα και βοήθησε στην ολοκλήρωση της αντιγραφής. Έτσι ακριβώς ξεκίνησε η ιστορία των φορητών πυροβόλων όπλων στην Ιαπωνία. Όλα τα όπλα αυτού του είδους, ονομάστηκαν τανεγκασίμα από ‘κείνο το μικρό νησάκι όπου κατασκευάστηκε το πρώτο.
Σύντομα οι τοπικοί φεουδάρχες, οι λεγόμενοι Νταΐμιο, που ήταν σε πόλεμο μεταξύ τους τα τελευταία εκατό χρόνια, άρχισαν να εξοπλίζουν τους στρατούς τους με μουσκέτα τανεγκασίμα. Σχηματίστηκαν ειδικά σώματα μουσκετοφόρων πεζών, που αποτελούνταν κυρίως από απαίδευτους στον πόλεμο χωρικούς που λέγονταν ασινγκάρου. Συνήθως τους ασινγκάρου τους διοικούσαν σαμουράι που δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένοι μ’ αυτή την παρακατιανή όπως έλεγαν υπηρεσία. Γρήγορα θα άλλαζαν γνώμη, αφού τα πυροβόλα όπλα απέδειξαν την υπεροχή τους στη μάχη και οι μουσκετοφόροι ασινγκάρου αποτέλεσαν το συγκριτικό πλεονέκτημα σε πολλές νικηφόρες εκστρατείες.
Ο πρώτος Νταΐμιο που κατάλαβε την αξία του νέου όπλου, ήταν ο Όντα Νομπουνάγκα που παρήγγειλε αρχικά πεντακόσια τανεγκασίμα. Στην μάχη του Ναγκασίνο, που έκρινε την τύχη της Ιαπωνίας για τα επόμενα τριακόσια χρόνια, ο Όντα και ο σύμμαχός του, ο πολύς Ιεγιάσου Τοκουγκάουα διέθεταν ήδη ένα σώμα τριών χιλιάδων μουσκετοφόρων ασινγκάρου που έκριναν και τον νικητή. Απέναντί τους είχαν τον νεαρό, ορμητικό και φιλόδοξο Νταΐμιο του Κάι, τον Κατσουγιόρι Τακέντα, τον γιο του Σίνγκεν Τακέντα, ενός έμπειρου και ικανού στρατηγού, που δυο χρόνια πριν είχε σκορπίσει τον στρατό του Ιεαγιάσου Τοκουγκάουα στην πολύνεκρη μάχη της Μικαταγκαχάρα.
Λίγο μετά τον θάνατο του πατέρα του, Σίνγκεν, ο Κατσουγιόρι με ένα στρατό δεκαπέντε χιλιάδων ανδρών και αιχμή του δόρατος το περίφημο ιππικό των Τακέντα, που αποτελούνταν από εμπειροπόλεμους σαμουράι, εισέβαλλε στα εδάφη των Τοκουγκάουα. Εμπόδιο στο δρόμο του στεκόταν ο συμμαχικός στρατός των Όντα και Ιεγιάσου, διπλάσιος σε δύναμη απ’ τον δικό του. Ο υπερόπτης Κατσουγιόρι δεν πτοήθηκε απ’ αυτή τη διαφορά. Είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στο ιππικό του, στους στρατηγούς του, και άφθονη νεανική απερισκεψία στο κεφάλι του.
Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν λίγο μακρύτερα απ’ το κάστρο του Ναγκασίνο. Ο Όντα που είχε στην ευθύνη του τους τρεις χιλιάδες μουσκετοφόρους, είχε ετοιμάσει μια δυσάρεστη έκπληξη για τον Κατσουγιόρι που δεν πίστευε και πολύ στην αποτελεσματικότητα των πυροβόλων όπλων. Με το δίκιο του κιόλας, δεν ήταν ο μόνος στην Ιαπωνία που είχε τότε τούτη τη γνώμη. Συνήθως προλάβαιναν να πυροβολήσουν άπαξ, κι αυτό αν δεν ήταν βρεγμένο το μπαρούτι τους. Έκαναν ζημιά φυσικά, αλλά μια θυελλώδης επίθεση του ιππικού, στο τέλος τους έθετε εκτός μάχης. Δεδομένου πως την προηγούμενη της μάχης νύχτα είχε βρέξει με το τουλούμι, ο Κατσουγιόρι είχε κάθε λόγο να πιστεύει πως το μπαρούτι των μουσκέτων θα είχε αχρηστευτεί.
Ο Όντα όμως είχε άλλη γνώμη. Αφ’ ενός είχε πάρει τα μέτρα του να έχει στεγνό μπαρούτι παρά τη βροχή. Αφ’ ετέρου, είχε ένα καινούριο σατανικό σχέδιο που θα αύξανε δραματικά τη δύναμη πυρός των ασινγκάρου που διέθετε. Τους χώρισε σε τρεις ομάδες των χιλίων ανδρών, τους στοίχισε σε τρεις επάλληλες γραμμές κι έστησε μπροστά τους έναν ξύλινο φράχτη για να τους προφυλάγει απ’ το ιππικό των Τακέντα και για να στηρίζουν τα μακρύκανα όπλα τους. Λίγα μέτρα πιο μπροστά κυλούσε ήρεμα ένα χαριτωμένο ποταμάκι. Μετά, περίμενε υπομονετικά την επίθεση του Κατσουγιόρι και των καβαλαραίων του.
Ο νεαρός Νταΐμιο δεν του χάλασε το χατίρι. Το ιππικό των Τακέντα χύμηξε μέσα απ’ την ομίχλη, πάνω στον φράχτη του Όντα και του Ιεγιάσου. Η πρώτη σειρά των μουσκετοφόρων έριξε. Μετά, έριξε η δεύτερη σειρά. Μέχρι να ρίξει η Τρίτη σειρά, η πρώτη είχε ξαναγεμίσει τα όπλα και ξαναέριξε. Οι ιππείς των Τακέντα περίμεναν φυσικά την πρώτη βολή. Μετά όμως ανέμεναν μια περίοδο ηρεμίας που θα τους έδινε το χρόνο να έρθουν σ’ επαφή με τον εχθρό. Αντί γι’ αυτό, βρέθηκαν αναπάντεχα σε μια κόλαση συνεχούς πυρός. Άλογα κι αναβάτες στρώθηκαν στη νοτισμένη γη κατά δεκάδες. Υποχώρησαν, μα ξανάρθαν γρήγορα. Το σκηνικό επαναλήφθηκε πάλι και πάλι. Ο τόπος μπροστά απ’ τον φράκτη μετατράπηκε σε σφαγείο. Τα νερά του ποταμιού βάφτηκαν κόκκινα απ’ το αίμα. Κάποιοι κατάφεραν στο τέλος να περάσουν, μα ήταν λίγοι, τους πετσόκοψαν οι υπόλοιποι τακτικοί στρατιώτες της συμμαχίας.
Η μάχη κράτησε ώρες. Στο τέλος της ημέρας, το άλλοτε λαμπρό ιππικό των Τακέντα σαμουράι δεν υπήρχε πια. Ο Κατσουγιόρι μόλις και κατάφερε να γλιτώσει. Θέλησε να ορμήσει κι ο ίδιος με τους σωματοφύλακές του στη φωτιά, αλλά όσοι στρατηγοί του επέζησαν κατάφεραν να τον αποτρέψουν. Μάζεψε τα υπολείμματα του στρατού του κι επέστρεψε στην περιοχή του. Μόνο πέντε χιλιάδες απ’ τους δεκαπέντε χιλιάδες μαχητές του γύρισαν πίσω στο Κάι μαζί του. Λίγα χρόνια αργότερα, η φυλή των Τακέντα θα είχε εξολοθρευτεί τελείως. Το άστρο του Ιεγιάσου Τοκουγκάουα είχε αρχίσει ήδη ν’ ανατέλλει πάνω απ’ την Κορυφή του Λωτού, το αιωνίως χιονισμένο όρος Φούτζι.
Μετά από πολλά χρόνια πολέμων και πενήντα μάχες, ο Ιεγιάσου έγινε Σογκούν[5] ενώνοντας κάτω απ’ το ξίφος των Τοκουγκάουα ολόκληρη τη χώρα. Η εποχή Έντο[6] ξεκίνησε για την Ιαπωνία και θα διαρκούσε για 270 ολόκληρα χρόνια. ‘Ηταν μια εποχή ειρήνης, ευημερίας, και απομονωτισμού. Η απουσία συρράξεων έθεσε τα μουσκέτα τανεγκασίμα σε δεύτερη μοίρα. Χρησιμοποιούνταν πια κυρίως για σκοποβολή και για να διώχνουν τα πουλιά απ’ τα σπαρτά οι χωρικοί, κι απ’ τα περιβόλια οι νοικοκυραίοι.
[1] : είδος μικρομεσαίου πλεούμενου της ΝΑ Ασίας
[2] : πορτογαλική κτίση στην νοτιοδυτική Ινδία από το 1510
[3] : φορητά πυροβόλα όπλα της εποχής
[4] : σπαθιά των σαμουράι
[5] : αυτοκράτορας
[6] : έτσι λεγόταν τότε η περιοχή του σημερινού Τόκυο








