Του Ηλία Τσιαμήτρου
Εκείνα τα ζοφερά χρόνια, σε ηλικία μόλις εικοσιπέντε χρόνων ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρ, ο άνθρωπος που αργότερα θα γινόταν δικτάτορας και θα κατέλυε μια για πάντα τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία, εγκατέλειψε τη Ρώμη με προορισμό τη Ρόδο, όπου θα παρακολουθούσε μαθήματα ρητορικής απ’ τον Απολλώνιο τον Μόλωνα, μαθητής του οποίου υπήρξε και ο Κικέρων. Ο φέρελπις νεαρός καταγόταν από μία απ’ τις ιστορικότερες οικογένειες της Ρώμης. Είχε ήδη στο ενεργητικό του ένα γάμο σε ηλικία δεκαέξι ετών, απ’ τον οποίο είχε αποκτήσει μια κόρη την Ιουλία, και είχε θητεύσει στην αυλή του βασιλιά της Βιθυνίας Νικομήδη, με τον οποίο λέγανε οι κουτσομπόλες της εποχής πως είχαν κάτι περισσότερο από μια θερμή φιλία. Αυτά μας τα λέει ο Σουητώνιος, όμως, ο Πλούταρχος γράφει πως το επεισόδιο σημειώθηκε κατά τη μετάβαση του Καίσαρα απ’ την Αυλή του Νικομήδη προς τη Ρώμη, πράγμα που φαίνεται πιο πιθανό αν δει κανείς τον χάρτη, και πάρει υπόψη του τις ρότες των μπάρκων κείνη την εποχή.
Πλέοντας στις ακτές της Φαρμακούσας[1], ενός νησιού βορείως των Ιμίων και βορειοανατολικά της Καλύμνου, το πλοίο στο οποίο επέβαινε ο μετέπειτα ισχυρός άνδρας της Ρώμης, έπεσε στα χέρια μιας πειρατικής αρμάδας απ’ την Κιλικία. Μαζί με τους άλλους επιβάτες, αιχμαλωτίστηκε και ο ίδιος ο Καίσαρ. Αμέσως, οι όμηροι οδηγήθηκαν δεμένοι στη Φαρμακούσα, κι όπως ήταν το έθιμο κοστολογήθηκε η αξία τους απ’ τον επικεφαλής των πειρατών, ώστε να ορισθούν τα λύτρα για τον καθένα τους.
Αρχικά, η αξία του νεαρού Γάιου Ιούλιου ετέθη στα δέκα χρυσά τάλαντα. Ο αρχηγός των πειρατών όμως, ενοχληθείς απ’ την αδιάφορη έως περιφρονητική στάση του νεαρού, ανέβασε την τιμή στα είκοσι τάλαντα χάριν εκδικήσεως. Όταν ο Καίσαρ άκουσε το ποσόν, χαμογέλασε αυτάρεσκα λέγοντας στον αρχιπειρατή πως δεν γνώριζε ποιον είχε αιχμαλωτίσει. Κατόπιν, ανέβασε μόνος του την αξία του στα πενήντα τάλαντα, απαιτώντας να ζητήσουν αυτά τα λύτρα για τη ζωή του. Οι σκληροτράχηλοι Κίλικες πειρατές έμειναν έκπληκτοι με το θράσος και την αλαζονεία του νεαρού αιχμαλώτου. Κάτι τέτοιο δεν τους είχε ξανατύχει στη μακρόχρονη πειρατική καριέρα τους. Παρ’ όλα αυτά, συμφώνησαν με το ποσόν και ζήτησαν ως λύτρα πενήντα χρυσά τάλαντα απ’ την οικογένεια του καυχησία αιχμαλώτου.
Μέχρι να συναχθούν τα λύτρα, ο Ιούλιος Καίσαρ παρέμεινε όμηρος των πειρατών στο Φαρμακονήσι. Συνολικά πέρασε μαζί τους γύρω στις σαράντα μέρες. Εκείνες τις σαράντα μέρες, οι ελάχιστοι πειρατές που θα επιβίωναν του επαγγέλματος, θα τις θυμούνταν με κατάπληξη σ’ ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή τους. Όλο αυτό το διάστημα ο Καίσαρ το πέρασε συγγράφοντας ποιήματα, κι εκφωνώντας προς το εμβρόντητο τσούρμο δικανικούς λόγους και ρητορείες. Όμως, οι αγράμματοι εκείνοι ληστές δεν έμοιαζαν ν’ αντιλαμβάνονται ή να εκτιμούν τα λεγόμενά του και ο Ιούλιος φουρκισμένος τους αποκαλούσε απαίδευτους και βάρβαρους. Εκείνοι δεν έδειχναν να πτοούνται απ’ τις ύβρεις του. Κουνούσαν μόνο με σημασία τα σγουρόμαλλα, αργασμένα απ’ την αρμύρα και τον ήλιο κεφάλια τους, σκεπτόμενοι ασφαλώς πως πίσω είχε η αχλάδα την ουρά της.
Ουδείς φόβος σκίασε καν μία στιγμή το υπεροπτικό βλέμμα του Ιούλιου. Φερόταν προς τους δεσμώτες του με περιφρόνηση κι αδιαφορία. Έφτασε σε σημείο μάλιστα, να τους διατάζει να κάνουν ησυχία ώστε να μπορεί να απολαύσει τον ύπνο του! Εκείνο που σκανδάλιζε περισσότερο αυτούς τους αγριάνθρωπους, ήταν πως ο αιχμάλωτος, μη έχοντας συναίσθηση της θέσης του, απειλούσε πως μόλις ερχόταν τα λύτρα κι ελευθερωνόταν, θα επέστρεφε για να τους εκδικηθεί και θα τους σταύρωνε όλους, μηδενός εξαιρουμένου. Ο σκληροί εκείνοι άνθρωποι, άκουγαν καγχάζοντας τις απειλές του νεαρού, και σχολίαζαν με απρεπείς εκφράσεις και σκωπτικά πειράγματα την αφέλεια του αιχμαλώτου.
Κάποτε, τα λύτρα συγκεντρώθηκαν και παραδόθηκαν στους πειρατές, κι ο Καίσαρ απελευθερώθηκε απ’ τα δεσμά του. Μη χάνοντας στιγμή, ο μελλοντικός κοσμοκράτορας, έφθασε στη Μίλητο όπου εξόπλισε με τη βοήθεια του τοπικού Ρωμαίου έπαρχου έναν μικρό στόλο και έπλευσε επικεφαλής του προς το Φαρμακονήσι. Η ταχύτητα δράσης του ήταν τέτοια, που οι πειρατές δεν είχαν σηκώσει καν άγκυρα απ’ το νησί, αναμένοντας ίσως να πληρωθούν κι άλλα λύτρα για τους υπόλοιπους ομήρους. Ο Καίσαρ τους έπιασε κυριολεκτικά στον ύπνο και τους περισσότερους απ’ αυτούς τους αιχμαλώτισε, ανακτώντας και τα πενήντα χρυσά τάλαντα των λύτρων του. Η ρόδα της ζωής είχε περιστραφεί όπως συνήθως. Τώρα ο αφελής πρώην αιχμάλωτος βρισκόταν στο τιμόνι του καραβιού και οι εκ συμφέροντος συγκαταβατικοί πρώην δεσμοφύλακες, αλυσοδεμένοι στ’ αμπάρια του.
Ο Καίσαρ μετέφερε τους πειρατές στο κάτεργο της Περγάμου και ζήτησε απ’ τον Ρωμαίο στρατηγό της Ασίας να τους τιμωρήσει, θεωρώντας πως κάτι τέτοιο ανήκε στη δικαιοδοσία του. Εκείνος όμως, εποφθαλμιώντας ίσως το χρυσάφι τους (επρόκειτο για πολύ μεγάλο ποσόν), καθυστερούσε παριστάνοντας πως το σκέφτεται το πράγμα. Ο Ιούλιος τότε, όντας απ’ τους άντρες που εννοούν αυτά που λένε, έγραψε στα παλιά του τα πέδιλα τον στρατηγό. Πήγε στην Πέργαμο, έβγαλε τους συλληφθέντες απ’ τα μπουντρούμια και τους σταύρωσε μέχρις ενός, όπως τους είχε υποσχεθεί μεταξύ σοβαρού και αστείου κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του. Λέγεται ότι, η μόνη παραχώρηση που κατάφεραν εκείνοι οι δυστυχισμένοι να του αποσπάσουν σε ανταπόδοση της περιποιητικής τους φιλοξενίας στη Φαρμακούσα, ήταν να τους κόψει προηγουμένως τα λαρύγγια.
[1]: σημερινό Φαρμακονήσι








