Του Ηλία Τσιαμήτρου
Τον Μάρτιο του 1241, μογγολικές ορδές υπό την αρχηγία των στρατηγών Μπαϊντάρ και Καντάρ εμφανίστηκαν έξω απ’ τα τείχη της Κρακοβίας, της πόλης του αλατιού και των Βασιλέων. Οι κάτοικοι πρόλαβαν κι εγκατέλειψαν την πόλη αλλά οι Μογγόλοι την έκαψαν και την ανέσκαψαν μην αφήνοντας πέτρα πάνω στην πέτρα. Ύστερα, προχώρησαν προς τα δυτικά και συνέτριψαν στη μάχη της Λέγκνιτσα έναν χριστιανικό στρατό υπό την ηγεσία του Πολωνού δούκα της Σιλεσίας Ερρίκου του Β΄ του λεγόμενου Ευσεβούς. Ο Ερρίκος σκοτώθηκε στη μάχη και λέγεται πως οι Μογγόλοι αφού τον αποκεφάλισαν, παρέλασαν με την κεφαλή του καρφωμένη σ’ ένα κοντάρι μέσα στην πόλη της Λέγκνιτσα. Ο θρύλος λέει πως μετά τη μάχη, οι Μογγόλοι έκοψαν τα δεξιά αυτιά όλων των σκοτωμένων χριστιανών και γέμισαν μ’ αυτά εννέα ολόκληρα τσουβάλια! Τόσοι πολλοί ήταν οι νεκροί, ανάμεσά τους και αρκετοί Ναΐτες ιππότες, πολλοί εθελοντές από τη Βαυαρία, πεζικάριοι από τη Μοραβία και το Οπόλε, νεοσύλλεκτοι Πολωνοί και ο ανθός του Σιλεσιανού ιππικού.
Παρ’ όλα αυτά, οι Μογγόλοι δεν κινήθηκαν δυτικότερα και λίγο αργότερα επέστρεψαν στα εδάφη τους όταν πέθανε ο Μεγάλος Χάνος Ογκεντέι. Δεν σταμάτησαν όμως να λεηλατούν την Πολωνία τα επόμενα πενήντα χρόνια. Μέχρι που το 1287 μ.Χ. η Χρυσή Ορδή (ένα από τα μογγολικά Χανάτα που δημιουργήθηκαν μετά το θάνατο του Τζέγκις Χαν) με επικεφαλής τους Νογκάι και Ταλαμπούγκα απέτυχε να καταλάβει την Κρακοβία και επέστρεψε νικημένη στην πρωτεύουσά τους Σαράι. Οι Πολωνοί είχαν μάθει το μάθημά τους. Τα κάστρα τους ήταν πλέον χτισμένα από πέτρα, ο στρατός τους καλύτερα οργανωμένος και οι τακτικές των Μογγόλων στη μάχη δεν μπορούσαν πια να τους εξαπατήσουν.
Η παράδοση λέει πως όταν οι ορδές των Μογγόλων εμφανίστηκαν έξω απ’ τα τείχη της πόλης, ένας τρομπετίστας ανεβασμένος στον ψηλότερο πύργο της εκκλησίας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μαρίας προσπάθησε να ειδοποιήσει τους κατοίκους για τον θανάσιμο κίνδυνο παίζοντας έναν σκοπό στην τρομπέτα του. Όμως, ένα μογγολικό βέλος τον βρήκε στο λαιμό και ο σκοπός διακόπηκε απότομα. Προς ανάμνηση αυτού του γεγονότος, κάθε ώρα της ημέρας τα τελευταία εξακόσια χρόνια, ένας τρομπετίστας ανεβαίνει στον πύργο και παίζει την ίδια μελωδία στην τρομπέτα του. Μάλιστα, ακολουθώντας το θρύλο, κάθε φορά η μελωδία διακόπτεται απότομα, όπως συνέβη την πρώτη φορά που ακούστηκε εξαιτίας του βέλους των Μογγόλων. Ο σκοπός αυτός, που λέγεται Χεϊνάλ Μαριάτσι, αντηχεί σε ολόκληρη την πόλη και στις δώδεκα η ώρα το μεσημέρι αναμεταδίδεται ζωντανά σε εθνικό δίκτυο από τον κρατικό ραδιοσταθμό της Πολωνίας.
Η Βασιλική της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μαρίας βρίσκεται στην κεντρική πλατεία της πόλης, που θεωρείται η μεγαλύτερη και ομορφότερη πλατεία της μεσαιωνικής Ευρώπης. Είναι ένα εντυπωσιακό πλινθόκτιστο κτίριο με σήμα κατατεθέν τα δύο κωδωνοστάσια εκατέρωθεν της κεντρικής εισόδου του. Αυτά τα κωδωνοστάσια είναι εντυπωσιακά και χαρακτηρίζονται από πλήρη ασυμμετρία. Το ένα είναι ψηλότερο κατά πολύ απ’ το άλλο και έχουν επίσης διαφορετικό πλάτος. Μια παλιά παράδοση από την εποχή του Δούκα Βολεσλάου του Ευλαβούς έρχεται να εξηγήσει σπαρακτικά την αιτία αυτής της παράξενης ανομοιομορφίας.
Όταν ξεκίνησε η κατασκευή του περίλαμπρου ναού τον 13ο αιώνα μ.Χ. ανατέθηκε σε δυο αδέρφια αρχιμάστορες η κατασκευή δύο ψηλών κωδωνοστασίων για την εκκλησία. Ανάμεσα στα δύο αδέρφια αναπτύχθηκε τότε μια όχι και τόσο ευγενής άμιλλα όσον αφορά στο ποιος θα κατάφερνε να κατασκευάσει τον ψηλότερο και πιο λαμπρό πύργο. Καθώς οι εργασίες προχωρούσαν γοργά, έγινε αντιληπτό πως ο πύργος του ενός αδερφού γινόταν ψηλότερος και πιο εντυπωσιακός απ’ αυτόν του άλλου. Τυφλωμένος από ζήλεια και φθόνο, ο αδερφός με τον κοντύτερο πύργο παραφύλαξε μια σκοτεινή νύχτα μετά το τέλος της δουλειάς και κάρφωσε ένα μαχαίρι στην καρδιά του αδερφού του αφήνοντάς τον στον τόπο. Μετά το φονικό, ο πύργος του σκοτωμένου αδερφού έμεινε άσωστος στα 69 μέτρα, ενώ ο δολοφόνος ολοκλήρωσε τον δικό του πύργο φτάνοντας τελικά σε ύψος τα 82 μέτρα.
Παρά το γεγονός πως είχε νικήσει στον άτυπο διαγωνισμό μεταξύ τους, ο φονιάς ένιωθε μέρα με τη μέρα τις τύψεις να του τρώνε την ψυχή σαν σαράκι. Ήταν αδύνατον να νιώσει τη χαρά της ματωμένης νίκης του. Κάθε φορά που κοιτούσε τους δύο πύργους, το αδερφικό αίμα που έχυσε τόσο άδικα κι αναίτια τον έπνιγε. Τις μέρες κρυβόταν σε ανήλιαγα καπηλειά, μα το ψωμί του φαινόταν πικρό και το κρασί στις κανάτες τού θύμιζε το αίμα που έχυσε. Τις νύχτες δεν κοιμόταν, ο σκοτωμένος ερχόταν στους εφιάλτες του να τον τυραννήσει. Στο τέλος δεν άντεξε. Την ημέρα των εγκαινίων του ναού, ανέβηκε στον ψηλότερο πύργο, τον δικό του, και αφού ομολόγησε με δάκρυα στα μάτια μπροστά σ’ όλο τον κόσμο που είχε συναχθεί το άθλιο έγκλημά του, πήδηξε στο κενό αφήνοντας την τελευταία του πνοή κοντά στο μέρος όπου είχε χύσει το αίμα του αθώου αδερφού του.
Η Αίθουσα των Υφασμάτων (Σουκιενίτσε στα Πολωνικά), βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την Βασιλική της Κοιμήσεως της Παρθένου Μαρίας στην κεντρική πλατεία της Κρακοβίας. Κάποτε ήταν σημαντικό κέντρο για το εμπόριο ολόκληρης της Ευρώπης. Εκεί μαζεύονταν για να πουληθούν μπαχαρικά, δέρματα, μεταξωτά και αρωματικά κεριά της Ανατολής. Από εκεί γινόταν η εξαγωγή των προϊόντων της Κρακοβίας: μολύβι, αλάτι, υφαντά, κρέας. Ο σημερινός επισκέπτης θα θαυμάσει το μουσείο στον επάνω όροφο και τη λαμπρή αίθουσα του χορού, όπου ανάμεσα σε άλλους έχουν φιλοξενηθεί ο Βασιλιάς Κάρολος της Αγγλίας και ο Αυτοκράτορας Ακιχίτο της Ιαπωνίας. Εσείς όμως, που γνωρίζετε πια τον μύθο των δύο αδερφών, θα περπατήσετε κάτω απ’ τις εντυπωσιακές καμάρες του ισογείου. Και τότε, κρεμασμένο με σκουριασμένη αλυσίδα πάνω από μία από τούτες τις καμάρες, θα δείτε με τα ίδια σας τα μάτια το μαχαίρι του αποτρόπαιου φόνου.








