Του Ηλία Τσιαμήτρου
Στην υπέροχη γη του Νείλου, από το 1391 π.Χ. μέχρι το 1353 π.Χ. βασίλεψε με σωφροσύνη ο Φαραώ Αμενχοτέπ (Αμένοφις) ο Γ΄. Είχε πολλές γυναίκες, αλλά η κύρια σύζυγός του υπήρξε η Τίη ή Τίγε. Είχε πολλά παιδιά από τα οποία γνωστά μας είναι δύο γιοι και πέντε κόρες. Διάδοχός του κανονικά θα ήταν ο πρωτότοκος γιος της Τίγε ο Τούθμωσις. Ετούτος όμως πήγε και πέθανε πριν από τον πατέρα του. Έτσι, όταν ο Αμένοφις ο Γ΄ μας άφησε χρόνους, στο θρόνο ανέβηκε ο δεύτερος γιος του από την Τίγε, με το όνομα Αμενχοτέπ (Αμένοφις) Δ΄. Τούτος εδώ ήταν ένα παράξενο αγόρι, που μέχρι εκείνη τη μέρα δεν εμφανιζόταν ποτέ στις αναπαραστάσεις της οικογένειας και προοριζόταν για ιερέας του Ρα, του γερακόμορφου θεού-ήλιου και δημιουργού του κόσμου κατά τους Αιγύπτιους.
Οι μετέπειτα αναπαραστάσεις του, μας παρουσιάζουν τον Αμένοφι Δ΄ που έμεινε στην Ιστορία ως Ακενατόν, με μια παράξενη έως δύσμορφη εμφάνιση. Είχε λεπτούς ώμους, κεφάλι υπερβολικά μακρόστενο (ειδικά προς τα πίσω), πρόσωπο μακρουλό και αποστεωμένο, μάτια αμυγδαλωτά μέχρις υπερβολής, χείλη παχιά, μακρύ σαγόνι και λεπτό λαιμό, στήθη γυναίκας, κοιλιά εγκύου και περιφέρεια μεγαλύτερη κι από την παλιά Β΄ Αθηνών. Επρόκειτο κυριολεκτικά για καρικατούρα ανδρός. Η φύση είχε παίξει ένα πολύ άσχημο παιχνίδι σ’ αυτόν τον Φαραώ και ίσως αυτή να ήταν η πραγματική αιτία για όσα εξωφρενικά διέπραξε μετά τον τέταρτο χρόνο της βασιλείας του.
Παρά το ολοκαύτωμα της εμφάνισής του, ο Ακενατόν νυμφεύτηκε μια γυναίκα που η μορφή της υπήρξε για δεκαετίες (και ίσως είναι ακόμη) πρότυπο της γυναικείας ομορφιάς. Αν επισκεφτεί κανείς το Νέο Μουσείο του Βερολίνου στο Νησί των Μουσείων, θα μείνει άλαλος μπροστά στην προτομή της βασίλισσας Νεφερτίτης, της συζύγου του Ακενατόν. Μια διαχρονική ομορφιά, που πολλές γυναίκες της αποχής του μεσοπολέμου αντέγραψαν και ακόμη και στις μέρες μας θαυμάζεται από γυναίκες και άντρες. Με τη βασίλισσα Νεφερτίτη ο Ακενατόν απέκτησε έξι κόρες. Με μια από τις αδερφές του απέκτησε έναν γιο που ανέβηκε στο θρόνο τρία χρόνια μετά το θάνατό του. Αυτός ήταν ο πασίγνωστος Τουταγχαμών που έγινε διάσημος όχι για τη βασιλεία του αυτή καθαυτή, αλλά επειδή είναι μέχρι τώρα ο μοναδικός Φαραώ του οποίου ο τάφος έχει βρεθεί ασύλητος. Ο Τουταγχαμών πέθανε σε ηλικία μόλις δεκαοκτώ ετών, καθώς υπέφερε από πολλές συγγενείς ασθένειες, λόγω της αιμομιξίας του πατέρα και της μητέρας του που ήταν στην πραγματικότητα και θεία του.
Στον πέμπτο χρόνο της βασιλείας του ο Αμένοφις Δ΄ που είχε ήδη αρχίσει να έχει προστριβές με το παλαιό ιερατείο, έκοψε κυριολεκτικά καπίστρι όπως λέμε στην καθομιλουμένη. Αρχικά, άλλαξε το όνομά του σε Ακενατόν που σημαίνει αυτός που υπηρετεί τον Ατόν. Ο Ατόν ήταν ένας καινούριος θεός που ο ίδιος ο Φαραώ είχε εισηγηθεί νωρίτερα τη λατρεία του παράλληλα με τους άλλους θεούς της Αιγύπτου. Στην πραγματικότητα ο Ατόν ταυτιζόταν με τον ζωοδότη ήλιο και εικονιζόταν με τη μορφή του ηλιακού δίσκου. Ο νέος θεός δεν έγινε δεκτός με τον ενθουσιασμό που ανέμενε ο Ακενατόν από τους ιερείς και τους υπηκόους του. Χολωμένος ο Φαραώ, εγκατέλειψε την παλαιά πρωτεύουσα, τις Θήβες, και ίδρυσε μια ολοκαίνουρια πόλη κοντά στην Αμάρνα, στα μισά της απόστασης ανάμεσα στις Θήβες και τη Μέμφιδα, στη μέση της ερήμου. Η νέα πρωτεύουσα της Αιγύπτου ονομάστηκε Ακετατόν που σήμαινε «ο ορίζοντας του ήλιου».
Σε ‘κείνη την πόλη μετέφερε ο Φαραώ την οικογένεια, την Αυλή του και όλους τους αξιωματούχους του παλατιού. Έχτισε εκεί έναν μεγαλοπρεπή ναό προς τιμή του Ατόν. Παράλληλα, κατάργησε όλους τους παλαιούς θεούς και απαγόρευσε τη λατρεία τους. Η Αίγυπτος, ή τουλάχιστον η καινούρια πρωτεύουσά της, ήταν το πρώτο μέρος του αρχαίου κόσμου που λάτρεψε έναν και μοναδικό θεό! Αρχιερέας και διαμεσολαβητής αυτού του θεού, ήταν ο ίδιος ο Φαραώ και η οικογένειά του. Με τη μανία και την αυταπάρνηση ιησουίτη ιεραπόστολου, ο Ακενατόν προσπάθησε αρχικά να προσηλυτίσει και κατόπιν να επιβάλλει τον νέο μοναδικό θεό. Η επιτυχία του περιορίστηκε όμως μέσα στα όρια της καινούριας πόλης και οι άνθρωποι που εξαναγκάστηκαν από τη μια στιγμή στην άλλη να μετοικίσουν στη μέση της ερήμου και να λατρέψουν έναν καινούριο και μοναδικό θεό, έδειχναν τουλάχιστον ενοχλημένοι.
Παράλληλα με τη νέα μονοθεϊστική θρησκεία, ο Ακενατόν άλλαξε βίαια και τον τρόπο που η τέχνη αναπαριστούσε μέχρι τότε τη ζωή στην Αίγυπτο. Διέταξε τους γλύπτες, τους ζωγράφους, τους χαράκτες, να αποφεύγουν πια τα μνημειώδη και άκαμπτα τεχνουργήματα. Οι αναπαραστάσεις έπρεπε να είναι φυσικές, ρεαλιστικές, ελεύθερες. Αυτός είναι ο λόγος που έχουμε μέχρι τις μέρες μας όμορφες εικόνες της βασιλικής οικογένειας σε στιγμές καθημερινές και ανθρώπινες. Για τον ίδιο λόγο έχουμε και εικόνες της πραγματικής μορφής του Φαραώ, που ποτέ δεν θα είχαν υπάρξει στη στυλιζαρισμένη μέχρι τότε αιγυπτιακή τέχνη.
Μέσα στην θρησκευτική του παραζάλη και την εμμονή του για την επιβολή της νέας θρησκείας, ο Ακενατόν παραμέλησε τα βασιλικά του καθήκοντα. Η ακμαία και κραταιή Αίγυπτος που του παρέδωσε ο πατέρας του άρχισε να φθίνει. Αργά αλλά σταθερά άρχισε να χάνει περιφερειακές κτήσεις. Η διπλωματία της παρέπαιε και πιστοί σύμμαχοι άρχισαν να την εγκαταλείπουν. Η οικονομία άρχισε να πλήττεται και οι υπήκοοί του να υποφέρουν. Πείνα και ανέχεια εμφανίστηκαν στο άλλοτε πλούσιο βασίλειο. Ο κόσμος άρχισε να δυσανασχετεί, στην αρχή μυστικά και αργότερα φανερά. Το παλιό ιερατείο συνδαύλιζε αυτή την ανησυχία και αργά και μεθοδικά τη μετέτρεπε σε μίσος.
Αποκλεισμένος στην πρωτεύουσά του, ο Φαραώ και αρχιερέας του Ατόν δεν έμοιαζε να ενδιαφέρεται για όσα συνέβαιναν εκτός των τειχών. Ίσως και η ίδια η Νεφερτίτη να του επισήμανε αυτή την υποφώσκουσα δυσαρέσκεια. Ίσως γι’ αυτό από τον δωδέκατο χρόνο της βασιλείας του Ακενατόν, η βασίλισσα δεν εμφανίζεται πλέον στα αρχεία της Αυλής και τις απεικονίσεις της βασιλικής οικογένειας. Λίγο αργότερα, έπαψαν να εμφανίζονται κι αυτές οι απεικονίσεις. Ο Ακενατόν πτοημένος και αποκαρδιωμένος από την αποτυχία του τερατώδους για την αιγυπτιακή κοινωνία της εποχής εγχειρήματος, ίσως είχε κλειστεί στον εαυτό του. Τον δέκατο έβδομο χρόνο της βασιλείας του, πέθανε.
Στο θρόνο τον διαδέχτηκε ο Σμενκαρέ που πολλοί πιστεύουν πως ήταν η ίδια η Νεφερτίτη με ανδρικό όνομα. Μετά από τρία χρόνια, Φαραώ έγινε ο γιος του ο Τουταγχαμών που ήταν ακόμη παιδί. Οι διάδοχοί του δεν άντεξαν στην πίεση του ιερατείου. Ο Ακενατόν ονομάστηκε «καταραμένος». Το όνομά του σβήστηκε από αρχεία και μνημεία. Η Ακετατόν, η πρωτεύουσα, εγκαταλείφτηκε και ξεθεμελιώθηκε. Όμως, εκείνος ο αιρετικός Φαραώ έμεινε στην Ιστορία. Και ο πρώιμος ενοθεϊσμός του υπήρξε ίσως ο προάγγελος των σύγχρονων μονοθεϊσμών στους οποίους πιστεύει η πλειοψηφία των σύγχρονων κατοίκων αυτού του υπέροχου πλανήτη.








