Τα κουνούπια αυτό το καλοκαίρι έχουν βρει τις ιδανικές συνθήκες για ευρεία μετάδοση του ιου, με σημαντικά περισσότερα περιστατικά σε σχέση με τα τελευταία επτά χρόνια. Η Αττική βρίσκεται στο επίκεντρο της λοίμωξης και έως τα μέσα της περασμένης εβδομάδας τουλάχιστον 31 δήμοι κατέγραφαν κρούσματα και ακόμη επτά βρίσκονταν σε υψηλό κίνδυνο. Οι αυξημένες βροχοπτώσεις των προηγούμενων μηνών σε συνδυασμό με τον ιδιαίτερα ήπιο χειμώνα δημιούργησαν το κοκτέιλ για την έξαρση του ιού, προκαλώντας ανησυχία για την εξέλιξη της κατάστασης μέσα στο καλοκαίρι.
Οπως προκύπτει από τα πιο πρόσφατα επίσημα στοιχεία του ΕΟΔΥ, έως και το πρωί της Τετάρτης 19Αυγούστου έχουν διαγνωστεί και δηλωθεί 157 κρούσματα λοίμωξης από τον ιό του Δυτικού Νείλου στη χώρα μας. Από το σύνολο των κρουσμάτων, τα 116 παρουσίασαν εκδηλώσεις από το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (εγκεφαλίτιδα ή/και μηνιγγίτιδα ή/και οξεία χαλαρή παράλυση) και 41 περιστατικά είχαν ήπιες εκδηλώσεις από το ΚΝΣ ή δεν είχαν καθόλου εκδηλώσεις. Συνολικά, έως και τις 19/8 καταγράφηκαν 13 θάνατοι ασθενών με διάμεση ηλικία τα 82 έτη. Η δυσκολία της φετινής χρονιάς σε ό,τι αφορά τον ιό του Δυτικού Νείλου γίνεται εμφανής εάν αναφερθούν τα περσινά στοιχεία. Ολόκληρο το 2025 καταγράφηκαν 96 κρούσματα και εννέα θάνατοι. Σύμφωνα με τους ειδικούς, παρόμοια έξαρση η χώρα μας είχε να δει από το 2018.
«Είχαμε έναν πολύ θερμό χειμώνα και παράλληλα υγρασία και πολλές βροχές, με τα λιμνάζοντα νερά να ευνοούν την ανάπτυξη των κουνουπιών», σημειώνει στο «ΘΕΜΑ» ο πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΕΟΔΥ, Θεόδωρος Βασιλακόπουλος, επισημαίνοντας τον έναν από τους λόγους για τους οποίους εξηγείται η αναζωπύρωση του ιού. «Μια δεύτερη παράμετρος είναι πόση ανοσία έχουν τα πτηνά από τα οποία μεταδίδεται ο ιός στα κουνούπια. Πρόκειται για άγρια πτηνά που έρχονται από την Αφρική στη χώρα μας και αναλόγως τη χρονιά μπορεί να έχουν περισσότερη ή λιγότερη ανοσία. Είναι λίγο θέμα τύχης», προσθέτει.
Επικαλούμενη το(ECDC) η καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής του ΕΚΠΑ, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, υπογραμμίζει ότι ο ιός του Δυτικού Νείλου κυκλοφορεί σε 9 ευρωπαϊκές χώρες, περιλαμβανομένων των βαλκανικών χωρών, όπως κυρίως στην Ιταλία, αλλά και σε Ισπανία, Γαλλία και Γερμανία. «Ο ιός του Δυτικού Νείλου απασχολεί και τα διεθνή έγκριτα επιστημονικά περιοδικά που έχουν τους τελευταίους μήνες δημοσιεύσει αρκετά σχετικά άρθρα. Το γενικό μήνυμα είναι ότι ο ιός αυτός αντιμετωπίζεται πλέον ως αυξανόμενη και γεωγραφικά επεκτεινόμενη απειλή στην Ευρώπη, με σημαντικό ρόλο τον συσχετισμό του κλίματος και του αστικού περιβάλλοντος», αναφέρει.
Οι ακριβείς λόγοι που το 2026 είναι χρονιά έξαρσης του ιού του Δυτικού Νείλου παραμένουν αντικείμενο εικασιών, καθώς ο ιός είναι απρόβλεπτος, υποστηρίζει ο ερευνητής του Μπενάκειου Φυτοπαθολογικού Ινστιτούτου, Αντώνης Μιχαηλάκης. «Ενας βασικός παράγοντας που επηρεάζει τη βιοοικολογία του κουνουπιού είναι αφενός οι ήπιοι χειμώνες και αφετέρου οι αυξημένες βροχοπτώσεις κατά τη διάρκεια της άνοιξης και του καλοκαιριού, οι οποίες δημιούργησαν ιδανικές συνθήκες για τη δραστηριότητα των κουνουπιών. Επιπλέον, η έλλειψη δεδομένων για τους φυσικούς ξενιστές, που είναι τα πτηνά, δυσκολεύει την πλήρη κατανόηση της εξάπλωσής του», επισημαίνει στο «ΘΕΜΑ».
κύκλος μετάδοσης του ιού
Το κοινό κουνούπι Culex pipiens μολύνεται όταν τσιμπήσει ένα πτηνό που νοσεί από τον ιό. Στη συνέχεια, (σε αυτή την κατηγορία ανήκουν κατά βάση οι άνθρωποι και τα άλογα), θα μεταφέρει σε αυτό τον ιό. Τα κουνούπια δεν νοσούν από τον ιό και συνήθως χρειάζονται 10-14 ημέρες από τη μόλυνσή τους για να πολλαπλασιαστεί ο ιός στον οργανισμό τους και να μπορέσουν να τον μεταδώσουν στο επόμενο θύμα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ιός δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ωστόσο, ο άνθρωπος οφείλει να λαμβάνει μέτρα προστασίας για να μειώσει τις πιθανότητες να τον τσιμπήσει μολυσμένο κουνούπι.
«Η κλιματική αλλαγή επιδρά καθοριστικά σε αυτό το σύστημα. Ερευνητικά δεδομένα καταδεικνύουν πλέον την παρουσία του κοινού κουνουπιού καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, καθώς οι όλο και πιο ήπιοι χειμώνες δεν επιτρέπουν τον φυσικό περιορισμό του πληθυσμού του. Από τις δειγματοληψίες διαπιστώνεται ότι το έντομο προσαρμόζεται ταχύτερα και μπορεί να παραμένει δραστήριο και θετικό στον ιό ακόμη και τις χειμερινές περιόδους, που παλαιότερα θεωρούνταν ότι δεν μπορεί να επιζήσει ο ιός. Παράλληλα, η κλιματική αλλαγή μπορεί να επηρεάζει και τις μεταναστευτικές συνήθειες των πτηνών. Ετσι, πιθανότατα διαμορφώνεται ένα πολυπαραγοντικό σύστημα όπου η κλιματική αλλαγή δεν αυξάνει απλώς τον αριθμό των κουνουπιών, αλλά επαναπροσδιορίζει τη διάρκεια, τη γεωγραφία και τη δυναμική της μετάδοσης, καθιστώντας τον ιό λιγότερο εποχικό και πιο μόνιμο παρόντα στο περιβάλλον», εξηγεί ο κ. Μιχαηλάκης, προσθέτοντας πάντως ότι από την εντομολογική έρευνα που διενεργεί το Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο τα τελευταία έξι χρόνια στην Περιφέρεια Αττικής, η οποία απασχολεί φέτος τους επιστήμονες, δεν έχει καταγραφεί αύξηση στον πληθυσμό των κουνουπιών-διαβιβαστών του ιού.
Οπως εξηγεί ο κ. Βασιλακόπουλος, από τα 100 άτομα που κολλάνε τον ιό του Δυτικού Νείλου, ένα 19% θα εμφανίσει έναν ήπιο πυρετό και έτσι σπάνια αυτό το ποσοστό εντοπίζεται και καταγράφεται. Μόλις ένα πολύ μικρό ποσοστό (1%) θα εμφανίσει συμπτώματα από το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, θα πάει στον γιατρό και τελικά θα κάνει τεστ σε ειδικά Κέντρα Αναφοράς. «Τα πολλά περιστατικά που φαίνεται ότι έχει η χώρα μας συγκριτικά με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι επειδή έχουμε την καλύτερη επιτήρηση. Οι άλλες χώρες δεν έχουν ενεργή επιτήρηση και δεν καταγράφουν όλα τα σοβαρά περιστατικά, γι’ αυτό και φαίνεται σαν να μην έχουν κρούσματα», επισημαίνει ο πρόεδρος του επιστημονικού συμβουλίου του ΕΟΔΥ.
Πώς πρέπει να γίνονται οι ψεκασμοί
Ενα ερώτημα που εύλογα προκύπτει είναι εάν ο ιός εμφανίζει έξαρση λόγω ελλιπών μέτρων πρόληψης. Αρμόδιες αρχές για τους ψεκασμούς και την καταπολέμηση των πληθυσμών των κουνουπιών είναι οι περιφέρειες και οι δήμοι. Ο ΕΟΔΥ έχει καταρτίσει τα τελευταία τρία χρόνια, μετά τις πλημμύρες «Daniel» στη Θεσσαλία, εθνικό σχέδιο που προβλέπει τα προληπτικά μέτρα και από εκεί και έπειτα περιφέρειες και δήμοι έχουν υποχρέωση να το εφαρμόσουν. Υπάρχει βέβαια το γνωστό μπέρδεμα αρμοδιοτήτων ανάμεσα σε περιφέρειες και δήμους, όπως για παράδειγμα τίνος ευθύνη είναι το φρεάτιο ή το ρέμα.
«Παρόλο που κάθε χρόνο η εγκύκλιος του υπουργείου Υγείας προτρέπει τους δήμους να διαθέτουν ενεργό πρόγραμμα καταπολέμησης καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, εντούτοις καταγράφονται περιπτώσεις που τελικά όταν προκύψει ένα πρόβλημα δημόσιας υγείας βασίζονται μόνο στις πρωτοβουλίες της Περιφέρειας. Αυτό δείχνει ότι η έλλειψη συνεργασίας σε τοπικό επίπεδο μπορεί να αποτελέσει μια σημαντική έλλειψη για τοπικές παρεμβάσεις», αναφέρει ο κ. Μιχαηλάκης.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Απεντομώσεων και Μυοκτονιών Ελλάδας (ΣΕΑΜΕ), Γιώργο Λάμπρου, η αντιμετώπιση των κουνουπιών δεν βασίζεται σε έναν προκαθορισμένο αριθμό ψεκασμών. Προβλέπεται η εφαρμογή ολοκληρωμένων προγραμμάτων διαχείρισης κουνουπιών, τα οποία περιλαμβάνουν χαρτογράφηση των εστιών αναπαραγωγής, συστηματική εντομολογική επιτήρηση, περιορισμό ή εξάλειψη των εστιών, προνυμφοκτονίες και όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση των ακμαίων κουνουπιών.
«Η βασική στρατηγική είναι η προνυμφοκτονία, δηλαδή η αντιμετώπιση των κουνουπιών πριν αυτά φτάσουν στο στάδιο του ενήλικου. Οι χαρτογραφημένες εστίες πρέπει να ελέγχονται τακτικά, το αργότερο από την αρχή της άνοιξης, και οι εφαρμογές να ξεκινούν αμέσως μετά την εμφάνιση των πρώτων προνυμφών. Οι δράσεις συνεχίζονται καθ’ όλη την περίοδο ανάπτυξης των κουνουπιών και, σε κάθε περίπτωση, τουλάχιστον έως τις αρχές Νοεμβρίου», σημειώνει στο «ΘΕΜΑ» ο κ. Λάμπρου, τονίζοντας ότι ιδιαίτερα σημαντική είναι η απαίτηση για έγκαιρη και αδιάλειπτη εφαρμογή των προγραμμάτων. «Η καταγραφή ενός κρούσματος του ιού του Δυτικού Νείλου δεν θα πρέπει να αποτελεί το σημείο εκκίνησης της διαχείρισης των κουνουπιών. Η πρόληψη πρέπει να έχει προηγηθεί», αναφέρει και προσθέτει: «Οι περιφέρειες και οι δήμοι έχουν διακριτούς αλλά συμπληρωματικούς ρόλους. Στο πλαίσιο αυτό, μας προβληματίζει ιδιαίτερα το γεγονός ότι έχουν υπάρξει περιπτώσεις περιοχών όπου κατά τον χρόνο καταγραφής ανθρώπινου κρούσματος δεν βρισκόταν σε εξέλιξη αυτοτελές πρόγραμμα διαχείρισης κουνουπιών σε επίπεδο δήμου».
Τι πρέπει να κάνουν οι πολίτες
Βασικός πυλώνας της στρατηγικής πρόληψης από τον ιό του Δυτικού Νείλου είναι τα ατομικά μέτρα προστασίας. Οι ειδικοί συστήνουν τη χρήση εγκεκριμένων εντομοαπωθητικών σώματος και περιβάλλοντος. Επίσης, οι πολίτες καλούνται να χρησιμοποιούν σίτες, κουνουπιέρες, κλιματιστικά, ανεμιστήρες και να φορούν ρούχα που καλύπτουν το δέρμα.
Επιπλέον, πολύ σημαντική είναι η αποστράγγιση στάσιμων νερών από αυλές, κήπους, βεράντες, ταράτσες, μπαλκόνια, χωράφια και οικόπεδα. Προσοχή χρειάζονται όλα τα αντικείμενα που μαζεύουν νερό, π.χ. τα πιατάκια από τις γλάστρες, τα οποία πρέπει να αναποδογυρίζονται ή να καλύπτονται.
Τι μπορεί να κάνει κάποιος στον χώρο του εάν αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα με τσιμπήματα κουνουπιών; «Το πρώτο και σημαντικότερο βήμα είναι να εντοπιστούν και να περιοριστούν οι εστίες αναπαραγωγής. Ακόμη και μικρές ποσότητες στάσιμου νερού σε πιατάκια γλαστρών, κουβάδες, δοχεία, υδρορροές, φρεάτια, δεξαμενές ή άλλα αντικείμενα μπορούν να λειτουργήσουν ως εστίες ανάπτυξης κουνουπιών», σημειώνει ο κ. Λάμπρου, και προσθέτει: «Εφόσον το πρόβλημα είναι έντονο ή επιμένει, ο πολίτης θα πρέπει να απευθύνεται σε νομίμως λειτουργούσα επιχείρηση επαγγελματικής καταπολέμησης εντόμων και τρωκτικών, η οποία έχει προβεί στην προβλεπόμενη γνωστοποίηση στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
Ο υπεύθυνος επιστήμονας πρέπει αρχικά να επιθεωρήσει τον χώρο και να αξιολογήσει από πού προέρχεται το πρόβλημα. Πρέπει να αναζητηθούν οι πιθανές εστίες αναπαραγωγής, να ταυτοποιηθεί το είδος του κουνουπιού που προκαλεί την όχληση και να εξεταστούν οι περιβαλλοντικές συνθήκες του χώρου. Μόνο μετά την επιθεώρηση μπορεί να αποφασιστεί αν χρειάζεται εφαρμογή βιοκτόνου και ποια μέθοδος είναι κατάλληλη».
Τα συμπτώματα
Ηπια νόσος: Η ήπια μορφή μπορεί να εκδηλώσει συμπτώματα όπως πυρετό, πονοκέφαλο, γενικευμένη αδυναμία/καταβολή, πόνους στους μυς και τις αρθρώσεις (εικόνα γριπώδους συνδρομής), ενώ επίσης μπορεί να παρουσιαστούν συμπτώματα από το γαστρεντερικό σύστημα (ναυτία, έμετοι, διάρροιες, ανορεξία, κοιλιακός πόνος), δερματικά εξανθήματα και διόγκωση των λεμφαδένων.
Σοβαρή μορφή νόσου: Λιγότερα από 1 στα 100 άτομα που μολύνονται (κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας) αναπτύσσουν τη σοβαρή μορφή της νόσου που προσβάλλει το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (εγκεφαλίτιδα, μηνιγγίτιδα ή οξεία χαλαρή παράλυση). Τα συμπτώματα της σοβαρής μορφής μπορεί να περιλαμβάνουν πυρετό, πονοκέφαλο, δυσκαμψία αυχένα, διαταραχές επιπέδου συνείδησης και συμπεριφοράς (απάθεια, λήθαργο, αποπροσανατολισμό, σύγχυση, κώμα), νευρολογικά συμπτώματα (αστάθεια, διαταραχές βάδισης και κινητικότητας, τρέμουλο, σπασμούς, παραλύσεις), σοβαρή μυϊκή αδυναμία και διαταραχές όρασης.

ΠΗΓΗ:protothema








