Του Θανάση Μελετίδη
Κάποτε σ’ ένα χωριό αποφάσισαν να κάνουν ένα γεφύρι, για να περνούν οι ζωντανοί και τα … ζωντανά το ρέμα πιο εύκολα, πιο γρήγορα και φυσικά με περισσότερη ασφάλεια. Μαζεύτηκαν οι χωριανοί και άρχισαν να συζητούν πώς θα γίνει η δουλειά. Τελικά αποφάσισαν να σχεδιάσει το γεφύρι ο κυρ Μήτσος που ήταν ο πιο γνωστικός χτίστης – μάστορας τόσο του δικού τους, όσο και των γύρω χωριών και επιπλέον να έχει και τη γενική εποπτεία της κατασκευής του. Τη χειρωνακτική εργασία της κατασκευής του θα την αναλάμβαναν οι άνδρες του χωριού, ενώ οι γυναίκες θα τους ετοίμαζαν μεζέδες και τσίπουρα για το διάλειμμά τους.
Όλοι ήταν χαρούμενοι και περίμεναν τον κυρ Μήτσο να ολοκληρώσει το σχέδιο που θα είχε το γεφύρι τους. Όλοι … εκτός από τον τρελό του χωριού, ο οποίος ποτέ δεν παραδέχτηκε πως δε στέκει καλά στα μυαλά του, αλλά πως τον τρέλαναν οι «τρελοί» με τα συνεχή απαξιωτικά, ειρωνικά και πολύ προσβλητικά σχόλια που καθημερινά τού λέγανε.
Να είχε δίκιο; Δεν είχε γράψει ο Καζαντζάκης πως «… κάθε χωριό έχει τον τρελό του… κι αν δεν έχει κανέναν κάνει κάποιον τρελό για να περνάει την ώρα του;». Βέβαια, αυτό ήταν παλιά. Σήμερα θα χαρακτηριζόταν παράξενος, ψεκασμένος, απόβλητος, κακομοίρης, αλκοολικός, αντιρρησίας, αναρχικός …
Μετά από καμιά βδομάδα το έργο ξεκίνησε: Ο κυρ Μήτσος με τη χαρτούρα του στο χέρι έστριβε τα μουστάκια του και έδινε οδηγίες, οι μαραγκοί έκοβαν τα ξύλα σε σανίδες, οι σιδεράδες έφερναν τα καρφιά και τα σίδερα που θα χρειαζόταν η κατασκευή και οι γυναίκες πηγαινοέρχονταν από τα σπίτια τους στο εργοτάξιο γεμάτες με καλούδια. Όμως τα πράγματα δεν είναι πάντα έτσι όπως φαίνονται …
Ο «τρελός» ήταν κρυμμένος στο απέναντι λοφάκι μες στους θάμνους και κατέγραφε στο μυαλό του όσα γίνονταν: «Εμένα ούτε που μου είπανε τίποτα για το γεφύρι ούτε με κάλεσαν να βοηθήσω ούτε, καν, ανέφεραν πως υπάρχω. Κι αυτό είναι το χειρότερο για κάποιον, δηλαδή πρώτα να τον κοροϊδεύουν, να τον απαξιώνουν και μετά να φέρονται σαν να μην υπάρχει δείχνοντάς του πως είναι δεδομένο πως είναι άχρηστος… Και για να έχει για μοναδική του συντροφιά τον «λόξυγκα του Βάκχου»…Κακοί άνθρωποι, παλιάνθρωποι, αλλά θα δούνε τι θα πάθουνε!», σκεφτόταν. Και το έκανε:
Κάθε βράδυ, που όλο το χωριό ροχάλιζε κουρασμένο, εκείνος δούλευε! Πριόνιζε από κάτω τα σανίδια του γεφυριού τόσο ώστε να στέκονται μια χαρά στη θέση τους, αλλά και να μην μπορούν να αντέξουν πολύ βάρος και ξεκάρφωνε λίγο και τα καρφιά τους. Δεν το έκανε σε όλα τα σανίδια. Το πέμπτο σανίδι και κάθε του πολλαπλάσιο, όχι μόνον δεν το πείραζε, αλλά και το έβαφε ελαφρά στη μια του άκρη. Με τον τρόπο αυτό ήταν ο μοναδικός που γνώριζε ποιες σανίδες θα μπορούσαν να αντέξουν πολύ βάρος.
Μετά από κάνα δυο μήνες το έργο τελείωσε. Ήταν όλοι τόσο ενθουσιασμένοι που στην παραμονή των εγκαινίων έστησαν ένα μεγάλο γλέντι στην κατάφωτη και σημαιοστολισμένη πλατεία του χωριού τους με ψητά, κρασιά και τσίπουρα. Μάλιστα κάλεσαν για τα εγκαίνια τον νομάρχη (υπήρχε τότε αυτός ο τίτλος) και δεκάδες δημοσιογράφους! Όλοι καλεσμένοι ήταν! Όλοι… εκτός του «τρελού»…
Το άλλο πρωί ξεκίνησε ο πρόεδρος του χωριού βγάζοντας τον καθιερωμένο «πανηγυρικό λόγο» κοιτώντας μια τον νομάρχη και μια τον παπά τους. Στο τέλος της ομιλίας του καμιά πεντακοσαριά κάτοικοι του χωριού ξέσπασαν σε ζητωκραυγές!
-Και τώρα, κύριε νομάρχα, παρακαλούμε να είστε ο πρώτος που θα περάσει το γεφύρι. Παρακαλώ και όλους τους αγαπητούς συγχωριανούς μου να τον ακολουθήσουν!
Όλοι ήταν πολύ χαρούμενοι, εκτός από τον γνωστικό κυρ Μήτσο που μοναχά εκείνος πρόσεξε πως κάθε πέμπτο σανίδι ήταν ελάχιστα βαμμένο στην άκρη του. Έστριψε τα μουστάκια του και κατάλαβε πως «ξένο» χέρι είχε μπει : «Μην προχωράτε στο γεφύρι μέχρι να το ελέγξω» φώναξε δυνατά, αλλά δεν ακούστηκε από τις φωνές των χωριανών που τρέχοντας και αλαλάζοντας ακολουθούσαν τον νομάρχη. Τότε ήταν που εμφανίστηκε και ο «τρελός» που τρέχοντας σαν σίφουνας τον ξεπέρασε διασχίζοντας με άνεση όλο το γεφύρι. Κατόπιν στάθηκε απέναντι κοιτάζοντάς τους ειρωνικά.
-Μην ασχολείστε, κύριε νομάρχα. Είναι ο τρελός του χωριού! είπε με πολύ σοβαρό ύφος ο πρόεδρος.
-Ουουου! τον χλεύασαν και όλοι οι χωριανοί.
Το γεφύρι άρχισε να τρίζει και να καταρρέει. Οι χωριανοί, καθώς βρίσκονταν ακόμη στην αρχή του, πρόλαβαν και γύρισαν πίσω, αλλά όχι και ο νομάρχης που έπεσε μες στο ρέμα.
Πήδηξε ο «τρελός» στο ρέμα και τον έβγαλε μες στο κακό του το χάλι, αλλά σώο και αβλαβή!
Όταν εκείνος συνήλθε, πήγε «γραμμή» στον πρόεδρο:
-Τέτοια λαχτάρα πρώτη φορά παθαίνω στη ζωή μου. Θα πω στον υπουργό να σε αντικαταστήσει άμεσα λόγω ανικανότητας και εγκληματικής ανευθυνότητας. Θα σε συμβούλευα να παραιτηθείς, αλλιώς θα σε στείλω στα δικαστήρια για κατά συρροή απόπειρα ανθρωποκτονίας και θα περάσεις πολλά χρονάκια στη «στενή»! Κατάλαβες;
Μόνον ο κυρ Μήτσος ατάραχος και στρίβοντας, όπως συνήθιζε, τα μουστάκια του είπε αναστενάζοντας: «Ως να συλλογιστεί ο γνωστικός, περνά το γεφύρι ο τρελός!».
Για την ιστορία: ο πρόεδρος δήλωσε παραίτηση και με εντολή υπουργού πήρε τη θέση του, μέχρι να ξαναγίνουν εκλογές, ο «τρελός» του χωριού, αφού ακούγοντας την εξιστόρηση του νομάρχη κατέληξε στο συμπέρασμα πως αυτός ήταν ο μόνος αξιόλογος άνθρωπος του χωριού!








