Πρόγραμμα εκδηλώσεων της Ημαθίας
[ditty id=231425 category="h-thesh-tou-laou"]

ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΓΟΝΙΚΗ ΓΗ ΤΟΥ ΑΤΑΠΑΖΑΡ

Γράφει ο
Γιώργος Κοτζαερίδης

Συνέχεια από
το προηγούμενο
Σαββατοκύριακο

ΚΕΣΤΑΝΕ ΠΙΝΑΡ

Επόμενος λοιπόν σταθμός μου ήταν το Κεστανέ Πινάρ, στα Ελληνικά Καστανόβρυση. Βρίσκεται σε απόσταση 43 χιλιομέτρων βορειοανατολικά του Ατάπαζαρ, και η ονομασία του προφανώς προέρχεται από το γεγονός ότι η περιοχή είναι γεμάτη με καστανιές.
Στις αρχές του 20ού αιώνα (1905), σύμφωνα με την επίσημη στατιστική του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στο Κεστενέ Πουνάρ κατοικούσαν 88 ελληνορθόδοξες οικογένειες· βλ. Ημερολόγιον των Εθνικών Φιλανθρωπικών Καταστημάτων του έτους 1907 (Κωνσταντινούπολη 1906), σελ. 134.
Παρόμοια στοιχεία (90 οικογένειες) δίνει και ο Θ. Καβαλιέρος-Μαρκουίζος, Από Κωνσταντινουπόλεως εις Νίκαιαν, σελ. 141-2. 311 ελληνορθόδοξους κατοίκους δίνει η Σία Αναγνωστοπούλου. Αναγνωστοπούλου, Σ., Μικρά Ασία, 19ος αι.-1919.
Οι ελληνορθόδοξες κοινότητες: από το Μιλλέτ των Ρωμιών στο Ελληνικό Έθνος (Αθήνα 1997), πίνακες.
Το χωριό υπάγονταν στο καϊμακαμλήκι του Ατάπαζαρ και στο μουτεσαριφλίκι της Νικομήδειας. Διοικούνταν από έναν μουχτάρη μαζί με 3-4 αζάδες.
Είχε 150 Ελληνικές οικογένειες που μιλούσαν την Ποντιακά και Τουρκικά.


Οι πρώτες οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στο χωριό είχαν έρθει το Μουσουλμανικό έτος Εγίρας 1299, αντίστοιχο του χριστιανικού 1881 προερχόμενοι οι περισσότεροι από την περιοχή Χαψάμανα της Ορντού, με σκοπό να εργαστούν στα μεταλλεία της περιοχής.
Άλλος λόγος της μετανάστευσης, ήταν οι πιέσεις των Τούρκων αγάδων – τσιφλικάδων οι οποίοι τους ζητούσαν «μεσιακά» και τους υπέβαλλαν σε συχνές αγγαρείες. Ο νέος τόπος που εγκαταστάθηκαν τους ήταν γνωστός από παλαιότερα διότι περνούσαν συχνά από εδώ σαν γυρολόγοι, πουλώντας σκάφες.
Τότε οι φίλοι Τούρκοι που κατοικούσαν εκεί, τους υπέδειξαν τον τόπο αυτό σαν τον πιο κατάλληλο για εποικισμό.
Όταν εγκαταστάθηκαν στην περιοχή, επειδή το έδαφος ήταν δασώδες και ακαλλιέργητο, έκοψαν τα δάση και ξεχέρσωσαν την γη.
Τα σπίτια τους ήταν όλα ξυλόκτιστα με πέτρινα θεμέλια και αμφικλινή στέγη. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την γεωργία και την κτηνοτροφία και πολλοί από αυτούς εργάζονταν στα μεταλλεία που βρίσκονταν σε απόσταση 15 χιλιομέτρων από το χωριό. Στο χωριό υπήρχαν πολλοί τεχνίτες, όπως μαραγκοί, ξυλοκόποι, γανωτές.
Κύρια προϊόντα του τόπου ήταν τα, μήλα, απίδια, φουντούκια, κάστανα καρύδια, κεράσια, δαμάσκηνα και κυρίως μούσμουλα ή τεγγέλια.
Από τα γειτονικά δάση έκοβαν και εξήγαγαν σε μεγάλες ποσότητες καύσιμη και οικοδομήσιμη ξυλεία.
Όπως και οι κάτοικοι των άλλων χωριών έκοβαν τα δέντρα που προορίζονταν για οικοδομήσιμη ξυλεία, τα σφράγιζαν και αργότερα έριχναν τους κορμούς στον Καράσου ποταμό.
Αυτός με την δύναμη του ρεύματος, τους μετέφερε σε λίγες ώρες στην παραλία της Μαύρης θάλασσας όπου τους παρελάμβαναν ξένα καίκια και τους μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη για επεξεργασία.
Η εργασία αυτή γίνονταν κυρίως την περίοδο του χειμώνα, όταν τα νερά του Καράσου ήταν πολύ ορμητικά εξ αιτίας της ανόδου της στάθμης του νερού από το λιώσιμο του χιονιού και τις πολλές βροχές.
Την υπόλοιπη ξυλεία του δάσους, που την ονόμαζαν πριστή ή πελεκητή (κερεστέδες) καθώς και τα καυσόξυλα, αφού την επεξεργάζονταν επί τόπου την μετέφεραν στο χωριό με τα κάρα τους.
Η εξαγωγή των δασικών και γεωργικών προϊόντων γίνονταν μέσω το Τούρκικου χωριού Κοτσάαλι που ήταν και το επίνειο του Κεστανέ Πινάρ.
Πολύ ανεπτυγμένη ήταν και η κτηνοτροφία. Ο αριθμός των προβάτων που εκτρέφονταν ανέρχονταν σε 2000, των κατσικιών σε 1000, των βοοειδών σε 1000, των αλόγων σε 100 και των βουβαλιών σε 50. Οι κάτοικοι του χωριού είχαν την δυνατότητα να θρέψουν όσα ζώα ήθελαν διότι είχαν στην διάθεσή τους μεγάλες εκτάσεις βοσκότοπων.
Σε απόσταση μιας ώρας προς την θάλασσα και κοντά στο χωριό Κάσμπαση, στην θέση Μουχταρέ, υπήρχε μεταλλείο μολύβδου και ψευδάργυρου.
Στο Κεστανέ Πινάρ λειτουργούσε τριώροφο εξατάξιο δημοτικό σχολείο με έναν δάσκαλο και 120 περίπου μαθητές και μαθήτριες, για το οποίο υπεύθυνη ήταν μια σχολική επιτροπή. Βρίσκονταν κοντά στην εκκλησία και ήταν ξύλινο, όπως άλλωστε και όλα τα σπίτια του χωριού. Το 1909 είχε πενήντα μαθητές και για την λειτουργία του η σχολική εφορεία κατέβαλλε 12 χρυσές λίρες.
Το Κεστανέ Πινάρ, όπως όλα τα χωριά της περιοχής υπάγονταν στην εκκλησιαστική επαρχία Νικομήδειας.
Το χωριό είχε δύο εκκλησίες. Η μία ήταν μέσα στο χωριό και ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο, ενώ η άλλη που βρίσκονταν έξω από το χωριό ήταν αφιερωμένη στους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη.
Στα μέσα Ιουνίου του 1919 ένα δυσάρεστο γεγονός τάραξε το Κεστανέ Πινάρ και τα άλλα χωριά.
Οι Τούρκοι μάζεψαν περίπου 120 παιδιά και άνδρες, και τα οδήγησαν στο Κοτσάαλι δήθεν να κατασκευάσουν έναν δρόμο.
Εκεί τα σκότωσαν όλα εκτός από 10-15 τα οποία πάνω στον πανικό κατάφεραν να ξεφύγουν.
Ένα από αυτά ο Κωνσταντίνος, που κατάγονταν από το Κίραζλι κατάφερε να ξεφύγει και να φθάσει σε ένα ύψωμα του Κεστανέ Πινάρ και από εκεί φώναξε στους κατοίκους «….Κεστανέπιναρλήδες όσα παιδία πήγανε σο Κοτσάαλι εσκοτώθανε ασι Τούρκς και τώρα έρτανε να κάφνε το χωρίο σουνε«.
Έντρομοι οι κάτοικοι του χωριού κατέφυγαν στο όρος Τσάμ Ντάγ όπου έμειναν κρυμμένοι για τρεις μήνες.
Κατόπιν Τσερκέζοι αντάρτες τους έδωσαν όπλα και με επικεφαλή τον ξακουστό Καπετάν Βαγγέλη –Φωτιάδη πέρασαν τον Σαγγάριο ποταμό και κατέφυγαν στην Νικομήδεια.
Από εκεί μετέβησαν στην Ραιδεστό και αργότερα διασκορπίστηκαν σε διάφορα μέρη της Μακεδονίας. οικογένειες εγκαταστάθηκαν στο Μελισσοκομειό Παγγαίου στο Παλαιοχώρι Πραβίου, 11 στον Καστανά επί της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης –Αξιούπολης και 69 στην Θεσσαλονίκη απ’ όπου ανεχώρησαν και εγκαταστάθηκαν στο Μεσημέρι Χαλκιδικής.
Στην μνήμη των αδικοχαμένων παλικαριών που σκοτώθηκαν με ύπουλο τρόπο από τους Τσέτες του Κεμάλ στο Κοτσάαλι καθώς και στην μνήμη του Καπετάν Βαγγέλη που όπως λένε έσωσε 10.000 ψυχές από βέβαιο θάνατο στήθηκαν μνημεία στο Μεσημέρι Χαλκιδικής και στην Νέα Νικομήδεια Ημαθίας.
Ας ελπίσουμε ότι το παράδειγμά τους θα το ακολουθήσουν και τα άλλα χωριά όπου έχουν εγκατασταθεί οι Ατάπαζαρλήδες.
Έκανα μία βόλτα στο χωριό και θαύμασα την πανέμορφη τοποθεσία του.
Ήπια ένα τσάι που μου πρόσφεραν στο καφενείο και προσπάθησα να βρώ κάποιο Ελληνικό σπίτι. Δυστυχώς όμως δεν υπήρχε σε ολόκληρο το χωριό κάτι που να θυμίζει Ελλάδα .
Επόμενο χωριό μετά το Κεστανέ Πινάρ ήταν το Άκτας.

ΑΚΤΑΣ


Άκτας στην Τουρκική γλώσσα σημαίνει ασπρόπετρα. Από το χωριό αυτό κατάγονταν η γιαγιά της συζύγου μου η Παρθένα Τσομπανίδου, μια γλυκύτατη γριούλα η οποία ήρθε στην Ελλάδα το 1914 και εγκαταστάθηκε με τους γονείς της στο Πολυδέντρι Λαγκαδά.
Το χωριό ήταν κτισμένο σε μια πλαγιά όπου δέσποζε ένας μεγάλος άσπρος βράχος ο οποίος του έδωσε το όνομά του. Βρίσκεται στην κοιλάδα του ποταμού Μελέν Ντερέ και σε υψόμετρο 450 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας.
Απέχει 43 χιλιόμετρα ΒΑ του Ατάπαζαρ, 81 χιλιόμετρα ΒΑ της Νικομήδειας, 6 χιλιόμετρα νότια του Κίραζλι και 3 χιλιόμετρα ΝΑ του Κεστανέ Πινάρ. Το χωριό κτίσθηκε περίπου ,μεταξύ 1840 –1870. Πρίν εγκατασταθούν εδώ οι νέοι κάτοικοι, υπήρχαν δασικές εκτάσεις που αποψιλώθηκαν για να κτιστεί το χωριό.
Ο πληθυσμός του έφθανε τους 500- 600 κατοίκους οι οποίοι κατάγονταν από τα χωριά της Ορντού και μιλούσαν μόνο Ποντιακά.
Το Άκτας ήταν μουχταρλήκι και υπάγονταν στο Μουδουρλήκι του Ίντζιρλι (Καράσου).
Ο μουχτάρης με βοηθούς δυο αζάδες, φρόντιζε για την τάξη στο χωριό και ήταν υπεύθυνος απέναντι στην Τουρκική διοίκηση αν συνέβαινε κάποιο δυσάρεστο γεγονός.
Ένα από τα καθήκοντά του ήταν να εισπράττει, μαζί με τον Τούρκο εισπράκτορα, τους φόρους και να καλεί τους στρατεύσιμους στην στρατολογία.
Ο τελευταίος μουχτάρης του χωριού ήταν ο Ξυλογιώργης. Κύριες ασχολίες των κατοίκων ήταν η γεωργία και η κτηνοτροφία. Παρήγαγαν καλαμπόκι, σίκαλη, φασόλια, δημητριακά ενώ στα απέραντα λιβάδια της περιοχής οι κάτοικοι έβοσκαν τα ζώα τους και παρήγαγαν βούτυρα και τυριά.
Δυτικά του χωριού και σε απόσταση 5 χιλιομέτρων έρεε ο ποταμός Καράσου στην όχθη του οποίου υπήρχε ένα μεταλλείο ασημιού και μολύβδου. Το μεταλλείο αυτό το εκμεταλλεύονταν μία Γαλλική εταιρεία.
Στο χωριό υπήρχαν λίγα και μικρά εμπορικά μαγαζιά και ένα σιδεράδικο που ανήκε στον Τσορακλίδη.
Τις εμπορικές συναλλαγές τους τις έκαναν οι κάτοικοι στην κωμόπολη Χεντέκ που απείχε 20 χιλιόμετρα ΝΔ του χωριού.
Η εκκλησία ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Κωνσταντίνο και την ημέρα της γιορτής του Αγίου γινόταν μεγάλο πανηγύρι με την συμμετοχή κατοίκων και των υπόλοιπων χωριών.
Τελευταίος παπάς ήταν ο Παύλος Παπαδόπουλος ο οποίος ήταν και ο αρχιερατικός επίτροπος της περιοχής. Χρημάτισε ακόμη και μέλος του δικαστηρίου του Μουδουρληκίου.
Δίπλα στην εκκλησία ήταν τα νεκροταφεία και το σχολείο .
Το σχολείο ήταν ξυλόκτιστο, είχε δυο δωμάτια, όπου στο ένα έμενε ο δάσκαλος ενώ στο άλλο γίνονταν η διδασκαλία.
Λειτουργούσαν 4 σχολικές τάξεις με πολύ λίγους μαθητές οι οποίοι προτιμούσαν να βόσκουν τα ζώα της οικογένειας παρά να πηγαίνουν στο σχολείο. Οι κάτοικοι του Άκτας προαισθάνθηκαν ίσως το τι θα επακολουθούσε και έφυγαν στην Ελλάδα το 1914, μαζί με τους κατοίκους του Κεπλήγητζουν και εγκαταστάθηκαν στο Πολυδέντρι του Λαγκαδά.
Πλησίαζα πλέον στον Εύξεινο Πόντο και τελευταίο χωριό που μου απόμεινε ήταν το Κίραζλι. Εγκατέλειψα τον δρόμο που περνούσε μέσα από τα προαναφερθέντα χωριά και μπήκα στον κεντρικό δρόμο που οδηγούσε στην παραθαλάσσια κωμόπολη το Ίντζιρλη ή Καράσου.
Ο δρόμος ήταν ασφαλτοστρωμένος, πλατύς και λίγο ανηφορικός. Από μακριά διακρίνει κανείς μία πανέμορφη βίλα που δεσπόζει στην περιοχή η οποία από ότι μου είπαν ανήκε σε κάποιον ζάμπλουτο μαφιόζο Τούρκο.
Στην αριστερή πλευρά του δρόμου και κάτω σε μία κοιλάδα διακρίνει κανείς το Κίραζλι με τα αραιοκατοικημένα του σπίτια που είναι σαν φυτεμένα δεξιά και αριστερά.

Κοινοποίηση της ανάρτησης:

Σχετικές αναρτήσεις

Την Πέμπτη 11 Ιουνίου στο Εμπορικό Κέντρο Δράση ενημέρωσης Κέντρου Συμβουλευτικής Υποστήριξης Γυναικών Δήμου Βέροιας

Το Κέντρο Συμβουλευτικής Υποστήριξης Γυναικών Δήμου Βέροιας σε συνεργασία με τη Κινητή Μονάδα Ψυχικής Υγείας Ενηλίκων Νομού Ημαθίας, στο πλαίσιο

Διαβάστε περισσότερα »

Λύση από Τάσο Μπαρτζώκα για το Δάσος της Φυτειάς με νομοθετική ρύθμιση – Σε συνέχεια των προσπαθειών του Απόστολου Βεσυρόπουλου

Νομοθετική ρύθμιση προκειμένου να επιλυθεί το χρόνιο πρόβλημα της αδυναμίας εκμετάλλευσης και χρήσης του αυτοδιαχειριζόμενου Δάσους της Φυτειάς, από τους

Διαβάστε περισσότερα »

Ιστορικό

[pmpro_login redirect="/account/"]