Πρόγραμμα εκδηλώσεων της Ημαθίας
[ditty id=231425 category="h-thesh-tou-laou"]

Ιστορίες της καθημερινότητας «Θέμα Αρχής»

Του Θανάση Μελετίδη

Την πινακίδα αυτή διάβασα σε μιαν ελληνική ταβέρνα σε μεγαλούπολη της κεντρικής Ευρώπης. Ούτε θυμάμαι πώς βρέθηκα εκεί. Μάλλον θα ήταν κάποιο από τα «κενά» που συχνά προσπαθώ να δημιουργώ για να χάνω τον εαυτό μου. Διαπιστώνοντας, με λύπη, πως η συνείδησή μου είχε αρχίσει να ξυπνά άρχισα να πανικοβάλλομαι καθώς δεν έβρισκα συνέχεια.
Λυτρώθηκα, στην κυριολεξία, όταν είδα στο βάθος ενός δρόμου μιαν ελληνική σημαία να κυματίζει! Πλησιάζοντας κατάλαβα πως ανήκε σε μια ελληνική ταβέρνα που προφανώς την είχε ως «σήμα κατατεθέν» και ακριβώς από κάτω της υπήρχε μια πινακίδα με τον τίτλο της γραμμένη με μεγάλα καλλιτεχνικά γαλάζια γράμματα : «Θέμα Αρχής».
Μπήκα μέσα. Η αίθουσα ήταν τελείως άδεια. Τα μαχαιροπίρουνα, στημένα με τάξη σε καθένα από τα καμιά δεκαριά εντυπωσιακά όμορφα και στρωμένα τραπέζια, έμοιαζαν βαριεστημένα. Μόνον μια ψηλή σκιά με ένα μπουκάλι μπύρας δίπλα της ξεχώριζε πίσω από ένα μεγάλο ξυλόγλυπτο και γεμάτο λουλούδια διαχωριστικό της αίθουσας πελατών από την κουζίνα.
Τη σιωπή διέκοψε η φωνή της «σκιάς» : « bitte « είπε σε «σπασμένα» γερμανικά και σε πολύ λίγο «παρακαλώ», προφανώς επειδή δεν άκουσε απάντηση από μένα.
Ξεθάρρεψα! « Έλληνας είστε;», ρώτησα διστακτικά.
Η σκιά μετατράπηκε σε δευτερόλεπτα σ’ έναν ψηλό μελαχρινό ομορφάντρα με εμφανή τα ελληνικά χαρακτηριστικά.
-Πατριώτης είσαι ; Σίγουρα θα κάνεις τουρισμό, είπε χαρούμενα και με πλησίασε σφίγγοντας το χέρι μου.
-Εεεεε; Ναι! Αυτό είμαι. Τουρίστας! απάντησα κι ένιωσα επιτέλους πως είχα λόγο ύπαρξης και θα μπορούσα να συνεχίσω την αφαίρεσή μου…
-Πάντα χαίρομαι πολύ όταν έρχεται εδώ μέσα Έλληνας και πάντα του λέω με περηφάνια πως ετούτη την ταβέρνα την έκανα από το μηδέν δουλεύοντας σαν σκυλί. Εγώ είμαι ο Λευτέρης. Εσύ;
-Θανάσης. Θανάση με λένε.
-Ωραία! Λοιπόν, Θανάση, η ώρα είναι τρεις. Η πελατεία αρχίζει να εμφανίζεται μετά τις έξι. Έχεις χρόνο;
-Ατελείωτο! Τουρίστας δεν είμαι;
-Σωστά! Πάμε πίσω. Κερνάω μπύρες!
«Κρυμμένοι» πίσω από το διαχωριστικό πίναμε τη μια μπύρα μετά την άλλη. Μού διηγήθηκε όλη την πολύ ενδιαφέρουσα ζωή του: Ότι βρέθηκε από μικρός στους δρόμους χωρίς μοίρα, πως τον «μάζεψε» αναγκαστικά ένας κακότροπος και τζογαδόρος θειος του και τον είχε, μέχρι να τα καταφέρει μόνος του, «του κλότσου και του μπάτσου», πως ήταν παντρεμένος και είχε κι έναν γιο που του μάθαινε τα ελληνικά, τη ζωή που ζούσε στην ξενιτιά και ένα σωρό άλλα που τα ρουφούσα σαν … την μπύρα μου. Του είπα κι εγώ τα δικά μου.
Κάπου κουραστήκαμε να μιλάμε κι άρχισα να παρατηρώ μες από τις μικρές τρύπες του διαχωριστικού την αίθουσα όπου γευμάτιζαν οι πελάτες: Ήταν γεμάτη με απομιμήσεις αρχαίων ελληνικών αγαλματίδιων, φωτογραφίες της γενέτειράς του, της Θεσσαλονίκης – που λάτρευε – και έναν σωρό όμορφα κορνιζάκια με επιγραφές γραμμένες άλλες στα ελληνικά και άλλες στα γερμανικά. Σταμάτησε το βλέμμα μου σε μια που έγραφε: «Αυτός που χορεύει πρέπει να πληρώσει τον βιολιτζή».
Πριν προλάβω να ρωτήσω κατάλαβε, καθώς, προφανώς, είχε υπολογίσει την κατεύθυνση των ματιών μου: «Αυτή την έχω στα ελληνικά για να γελάμε μεταξύ μας με τους φίλους μου. Σημαίνει… Όχι! δε θα σου πω! Θα το καταλάβεις μόνος σου», είπε γελώντας.
Κατά τις εφτά το απόγευμα η ταβέρνα είχε γεμίσει κόσμο. Ο Λευτέρης με το γαλάζιο – για να θυμίζει Ελλάδα – μεταξωτό κουστούμι του σηκωνόταν κάθε λίγο, έπαιρνε παραγγελία και την πήγαινε στην κουζίνα. Κατόπιν επέστρεφε κοντά μου.
– Δε νομίζω να υπάρχει ούτε ένας Έλληνας, είπα.
-Όχι! Η πελατεία μου είναι αποκλειστικά γερμανόφωνοι. Πολύ δύσκολοι πελάτες. Υπολογίζουν και το σεντς, αλλά πληρώνουν πάντα!…Πρόσεξες πως τα πιάτα τους είναι μεγάλα; Το κάνουν για να παίρνουν όλοι από όλα. Παρατήρησε το τραπέζι «2» και θα καταλάβεις τι εννοώ. Θα καταλάβεις και τι σημαίνει η παροιμία που ρώτησες πριν.
Στο τραπέζι νούμερο 2 γευμάτιζαν 6 άτομα. Τρεις άντρες κοιλαράδες – βλέπετε εκεί την μπύρα τη θεωρούν αθώο νεράκι – και τρεις όμορφες ξανθές κυρίες. Μάλλον θα ήταν ζευγάρια. Πέρα από το ελληνικό βραβευμένο μπουκάλι κρασιού «Μπουτάρης», το νερό και το ψωμί υπήρχαν μόνον τρία μεγάλα και βαθιά σερβίτσια που ήταν τοποθετημένα άψογα στη μέση του τραπεζιού, ενώ σε καθέναν και καθεμιά υπήρχε μπροστά τους από ένα μικρό άδειο πιατάκι με τα σχετικά μαχαιροπίρουνα και τις πολύχρωμες χαρτοπετσέτες πλάι τους. Το πρώτο από τα βαθιά πιάτα είχε καμιά τριανταριά μπαρμπούνια ψημένα σε σχάρα, το δεύτερο τρεις τέσσερις μερίδες τηγανιτές πατάτες και το τρίτο την κλασική ελληνική χωριάτικη σαλάτα.
-Δε βλέπω κάτι παράξενο, Λευτέρη. Ίσως έτσι τούς έρχεται πιο οικονομικά το τραπέζι…
-Περίμενε να τελειώσουν και θα δεις…
Περίμενα. Κάποια στιγμή τελείωσε και το δείπνο και η κουβεντούλα τους. Τότε, με μεγάλη έκπληξη, είδα να αφήνει ο καθένας και η καθεμιά ένα μπλοκάκι και στυλό μπρος του/της. Σκέφτονταν και σημείωναν.
-Τι κάνουν; Θα παίξουν «Θανάση» και σημειώνουν από πριν τα «καπέλα»; αστειεύτηκα.
-Όχι! Σημειώνουν πόσες πατάτες, πόσα ψάρια, πόσες φέτες ντομάτας, πόσο κρασί πιστεύουν πως κατανάλωσαν από το τραπέζι. Τώρα αρχίζει το δικό μου «δράμα», είπε και σηκώθηκε να πάει τον λογαριασμό. Πιστεύουν απόλυτα πως «Αυτός που χορεύει πρέπει να πληρώσει τον βιολιτζή»…
-Απίστευτο, ψέλλισα…
Θα έκανε ένα τέταρτο μέχρι να λύσει τις διαφωνίες τους και να επιστρέψει μούσκεμα στον ιδρώτα:
-Κατάλαβες γιατί στέκομαι εδώ πίσω; Για να χαλαρώνω με τις μπύρες και
να παρατηρώ τι και πόσο τρώει ο καθένας και η καθεμιά, ώστε να είμαι δίκαιος «διαιτητής».
-Καλά… Τι έγινε;
-… Η μια είπε πως ήπιε μόνον μια γουλιά κρασί… Η άλλη πως δεν έφαγε πατάτες, γιατί κάνει δίαιτα … Ο άλλος πως έφαγε μόνον τέσσερα ψάρια αντί για πέντε… Ο άλλος πως δεν τρώει ποτέ ψωμί … Η άλλη πως δεν πρόλαβε να φάει ούτε μια μακριά τηγανιτή πατάτα …
-Άσε! Κατάλαβα! Και συ τι θα μπορούσες να κάνεις;
-Εγώ θα έπρεπε να αφαιρέσω χρήματα από όσους έφαγαν και ήπιαν λιγότερο και να τα προσθέσω σε όσους έφαγαν και ήπιαν περισσότερο. Αυτή είναι η καθημερινή μου ταλαιπωρία. Δεν είναι ούτε τα ψώνια ούτε η ετοιμασία των πιάτων ούτε η καθαριότητα …
-Και πώς λύνεις τέτοιο πρόβλημα, χωρίς να τους χάσεις από πελάτες; Εγώ θα τους τα κερνούσα όλα και θα γλίτωνα…
-Το έκανα κι αυτό. Αλλά δεν είναι μόνον οι σημερινοί. Οι περισσότεροι έτσι λειτουργούν. Όπως καταλαβαίνεις δε γίνεται να τους κερνάω το τραπέζι…
-Τότε;
– Συμφωνώ ευγενέστατα με όλους. Η διαφορά στον λογαριασμό είναι λίγα σεντς.
-Έξυπνο! Αλήθεια, πόσος ήταν ο λογαριασμός για το τραπέζι εκείνο;
-300 ευρώ. Πήρα 298 και έμειναν και πολύ ευχαριστημένοι.
-Μα… δεν αξίζει τον κόπο! Για δύο ευρώ; Αναλογούσε λιγότερο από μισό ευρώ στον καθένα…
-Δύο ευρώ; Το ίδιο θα έκαναν και για μισό σεντς. Δεν είναι θέμα χρημάτων! Το θεωρούν θέμα αρχής!

Κοινοποίηση της ανάρτησης:

Σχετικές αναρτήσεις

Ιστορικό

[pmpro_login redirect="/account/"]