Πρόγραμμα εκδηλώσεων της Ημαθίας
Η διεθνής έκθεση «Χρώματα πέρα από τις λέξεις – Colours Beyond Words» του Συλλόγου Rett Greece στη Γκαλερί Παπατζίκου

Η διεθνής έκθεση «Χρώματα πέρα από τις λέξεις – Colours Beyond Words» του Συλλόγου Rett Greece στη Γκαλερί Παπατζίκου

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026: Παρουσιάζεται το βιβλίο του Γεώργιου Κλοκίδη «Η Ημαθία κατά την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου»

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026: Παρουσιάζεται το βιβλίο του Γεώργιου Κλοκίδη «Η Ημαθία κατά την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου»

Η 8η Γιορτή Παραδοσιακών Προϊόντων Φυτειά γιορτάζει: Κρασί, κάστανα και γλέντι στο Τρανό Πηγάδι

Η 8η Γιορτή Παραδοσιακών Προϊόντων Φυτειά γιορτάζει: Κρασί, κάστανα και γλέντι στο Τρανό Πηγάδι

Την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου στο «Αιγές Μέλαθρον» Βέροιας  Παρουσιάζεται το  βιβλίο της Αθηνάς- Χριστίνας Τζένου «Ισορροπώντας Μεταξύ Αναπηρίας και Κανονικότητας”

Την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου στο «Αιγές Μέλαθρον» Βέροιας Παρουσιάζεται το  βιβλίο της Αθηνάς- Χριστίνας Τζένου «Ισορροπώντας Μεταξύ Αναπηρίας και Κανονικότητας”

Πρόγραμμα εορτασμού για την Επέτειο Απελευθέρωσης της Αλεξάνδρειας

Πρόγραμμα εορτασμού για την Επέτειο Απελευθέρωσης της Αλεξάνδρειας

Την Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026 Εορτασμός ημέρας Μακεδονικού Αγώνα, από την ΠΕ Ημαθίας

Την Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026 Εορτασμός ημέρας Μακεδονικού Αγώνα, από την ΠΕ Ημαθίας

12–16 Οκτωβρίου Δύο δράσεις συντήρησης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ημαθίας

12–16 Οκτωβρίου Δύο δράσεις συντήρησης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ημαθίας

[ditty id=231425 category="h-thesh-tou-laou"]

Η ελεύθερη Βέροια στο ημερολόγιο ενός πολεμιστή

Του Απόστολου Ιωσηφίδη

Α΄ μέρος

Ο δημοσιογράφος Γρηγόριος Στέφανος[1] του Αντωνίου, εκ Σύρου, υπηρετούσε, κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, ως γραφέας, στο Γενικό Στρατηγείο του Αρχιστρατήγου Διαδόχου Κωνσταντίνου.
Το ημερολόγιό του, στο οποίο κατέγραφε την εξέλιξη του πολέμου, όπως την βίωναν τα χαμηλόβαθμα στελέχη του Γενικού Στρατηγείου, δημοσιεύθηκε τμηματικά, είκοσι χρόνια αργότερα (1932), στην εφημερίδα «Πολιτεία» (από τις 10-01-1932 έως 08-02-1932), και αναδημοσιεύθηκε (χωρίς αναφορά στο όνομα του Γ. Στεφάνου, με μικρές διαφοροποιήσεις στην δομή του, και υπό τον γενικό τίτλο «Ὅταν τὸ Ἔθνος Ἐμεγαλουργοῦσε – Τὸ Ἡμερολόγιον ἑνὸς Πολεμιστοῦ») στην εφημερίδα «Τὸ Φῶς» (από τις 19-10-1936 έως 08-12-1936).
Από το δημοσιευθέν ημερολόγιο (το οποίο στο σύνολό του έχει αποδελτιωθεί, καταλλήλως μεταγραφεί και, κατά περίπτωση, σχολιασθεί από τον γράφοντα, αποτελώντας ένα -μη εκδοθέν εισέτι- τευχίδιο), ανασύρονται και παρουσιάζονται (σε δύο μέρη) στις φιλόξενες σελίδες του «Λαού», οι εγγραφές που αντιστοιχούν στα 14ο, 15ο και 16ο κατά σειρά δημοσιεύματα της «Πολιτείας», ή στις 15, 16, 17 και 18 Οκτωβρίου 1912, ημέρες κατά τις οποίες ο Γ. Στέφανος, και οι συνάδελφοί του, του Γενικού Στρατηγείου, οδεύουν προς την Βέροια, ζουν την Απελευθέρωσή της, απολαμβάνουν την φιλοξενία των κατοίκων της, και αναχωρούν προς τα Γιαννιτσά (και εκείθεν προς την Θεσσαλονίκη).
Ἀναμνήσεις ἀπὸ τοὺς ἐνδόξους Βαλκανικοὺς Πολέμους
Μὲ τὸ Στρατηγεῖον τοῦ Διαδόχου Κωνσταντίνου 1912-1913
Μία θαυμασία εἰκὼν τῶν ὑπερόχων
ἐκείνων πολέμων καὶ τῆς ὅλης ζωῆς
τοῦ Γεν. Στρατηγείου, μὲ ὅλα τὰ ἄγνωστα
ἀνέκδοτα τῶν Μελῶν του,
παρμένα ἀπὸ ἕνα ἡμερολόγιον. Τοῦ Κου Γρηγορίου Στεφάνου

(14ον)
Τὴν πρωΐαν τῆς 15ης Ὀκτωβρίου 1912 τὸ Γενικὸν Στρατηγεῖον φεύγει δι᾿ αὐτοκινήτου ἐκ Κοζάνης καὶ μεταβαίνει πρὸς τὴν στενωπὸν τοῦ Τριποτάμου.
Ὁλόκληρον τὸ κέντρον τοῦ στρατοῦ μας βαδίζει πρὸς Βέρροιαν. Ἡ 2α καὶ 3η Μεραρχίαι μετὰ τοῦ πυροβολικοῦ ἠκολούθησαν τὴν δημοσίαν ὁδόν, ἡ 1η μεραρχία τὴν δεξιὰν ὄχθην του Βίστριτσα[2] καὶ ἡ 4η καὶ 6η ὑπερέβησαν τὰ πρὸς τὰ ἀριστερὰ ὄρη.
Πρέπει ἐνταῦθα νὰ λεχθῇ ὅτι ἡ στενωπὸς τοῦ Τριποτάμου εἶνε θέσις ὀχυρωτάτη. Ἐν τούτοις ὁ Χασὰν Ταξὶν Πασᾶς[3], ἄγνωστον διὰ ποῖον λόγον ἐγκατασταθεὶς ἀπὸ τῆς 13ης Ὀκτωβρίου εἰς Καστανιὰν δὲν ἠμύνθη ὡς ἔπρεπεν εἰς τὴν ἐν λόγῳ στενωπόν.
Διὰ τοῦτο ὅταν περὶ τὴν 1ην π.μ. ὁ Μέραρχος τῆς 2ας Μεραρχίας διέταξε τὴν ἐμπροσθοφυλακὴν τῆς Μεραρχίας του νὰ βάλῃ κατὰ τῶν ὀπισθοφυλακῶν τοῦ ἐχθροῦ, ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ ἐμπλακῇ αὕτη εἰς ἀποφασιστικὸν ἀγῶνα ἵνα δοθῇ καιρὸς εἰς τὰς κυκλούσας Μεραρχίας νὰ δυνηθοῦν καὶ ἐκτελέσουν τὴν διαταγὴν τῆς κυκλώσεως, οἱ Τοῦρκοι, κατόπιν ὀλίγης ὥρας, ὑπεχώρησαν ἐγκαταλείψαντες ὀκτὼ μεταγωγικὰ πλήρη πυρομαχικῶν πυροβολικοῦ.
Ὁ Διάδοχος ἐνδιαφερόμενος μετὰ τοῦ Ἐπιτελείου νὰ ἴδῃ ἐὰν ἡ κυκλωτικὴ κίνησις ἐπιτυγχάνῃ, καὶ πολὺ πρὶν οἱ Τοῦρκοι ὑποχωρήσουν, ἐγκαταλείπει τὴν πρώτην θέσιν, ἣν τὸ Γενικὸν Ἐπιτελεῖον κατεῖχεν ὡς παρατηρητήριον καὶ προχωρεῖ πρὸς τὰ ἐμπρὸς ἐπιθυμῶν νὰ ὠθήσῃ ὁ ἴδιος – εἰ δυνατὸν – τὸν στρατὸν πρὸς ἐκτέλεσιν ταχύτερον τοῦ ἀντικειμενικοῦ του σκοποῦ.
Καὶ οὕτω προχωροῦντα καὶ κατεχόμενον ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας νὰ ἴδῃ ἰδίοις ὄμμασιν τὴν ἐπιτυχίαν τῆς προελάσεως εὑρίσκεται αἴφνης τὸ Γενικὸν Στρατηγεῖον (περὶ τὴν 2αν ἀπογευματινὴν) συμβαδίζον μὲ τὴν προελαύνουσαν ἤδη ἐμπροσθοφυλακὴν τῆς 2ας Μεραρχίας καὶ ἐπὶ τῶν θέσεων ἀκριβῶς, τὰς ὁποίας μόλις πρὸ ὀλίγων λεπτῶν ἐγκατέλειψεν ὁ ἐχθρός.
Ὑπερέβη δηλαδὴ ὁ Ἀρχιστράτηγος βαδίζων καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ κύριον σῶμα τῆς 2ας Μεραρχίας.
Καὶ εἶνε ἀληθές, ὅτι ἡ τόλμη αὐτὴ τοῦ Διαδόχου Κωνσταντίνουν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ – ἔστω πρὸς στιγμήν – δυσαρέστους συνεπείας. Ὁ πόθος ὅμως τοῦ Ἀρχιστρατήγου νὰ εἶνε συγχρόνως καὶ Ἀρχιστράτηγος καὶ Μέραρχος καὶ Συνταγματάρχης καὶ διοικητὴς Τάγματος καὶ Λοχαγὸς καὶ στρατιώτης, οὕτως ὥστε νὰ ἐκτελεσθοῦν ἐν τῷ προσώπῳ του αὐθημερὸν καὶ συλλήβδην ὅλαι αἱ ἐνέργειαι, δυνάμει τῶν ὁποίων νὰ ἴδῃ τὰ ὄνειρά του ἐπαληθεύοντα, ἠμπόδιζεν αὐτὸν νὰ σκεφθῇ δυσαρέστους συνεπείας.
Ἀλλ᾿ ὁποία ὑπῆρξε καὶ ἡ ψυχολογικὴ ἐπίδρασις ἐπὶ τοῦ στρατεύματος ὅταν ὁ Κωνσταντῖνος ἐθεάθη μεταξὺ τῶν στρατιωτῶν, πρῶτος μεταξὺ τῶν πρώτων, οὐδεὶς δύναται νὰ φαντασθῇ.
Διότι ἂς μὴ νομισθῇ ὅτι ὁ Ἀρχιστράτηγος εὑρεθεὶς ἐκεῖ ἔσπευσε νὰ συναντήσῃ τὸν Μέραρχον καὶ νὰ τὸν συγχαρῇ διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς εμπροσθοφυλακῆς του, ἐκπληρῶν οὕτω τυπικὸν μὲν καθῆκον, ἀλλ᾿ ἄνευ πρακτικῆς τινὸς σημασίας. Ὁ Μέραρχος ἄλλως τε ἦτο ὄπισθεν ἀκόμη.
Ὁ Κωνσταντῖνος παρέμεινε πλησίον τοῦ στρατοῦ του. Ἀνεμίχθη μὲ τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ τοὺς στρατιώτας. Ἐζήτησε διαφόρους πληροφορίας, εἶπε λόγια ἐνθαρρυντικά, συνεχάρη καὶ ἔφυγε μόνον ὅταν τὸ καθῆκον τὸν ἐκάλει ἀλλοῦ, ἐγκαταλείπων ὄπισθέν του τὸν θαυμασμόν.
Καὶ οἱ παρευρεθέντες εἰς τοιαύτην ὑπέροχον σκηνὴν ἀσφαλῶς θὰ ἀκούουν ἀκόμη τὴν βοὴν ἀπὸ τὰς ζητωκραυγὰς καὶ τοὺς ἀλαλαγμοὺς τοῦ ἐνθουσιῶντος στρατοῦ. Καὶ δὲν ἦτο πράγματι ἀσήμαντον γεγονός, καθ᾿ ἣν στιγμὴν ἐξηκολούθει ἡ μάχη νὰ ἐμφανισθῇ μεταξὺ τῶν στρατιωτῶν ὁ Ἀρχιστράτηγος, ὁ Κωνσταντῖνος. Παραστάτης καὶ συμπολεμιστής.
Διὰ τοῦτο τὸ θάρρος του καὶ ἡ πρὸς τὸν κίνδυνον περιφρόνησις ἀπέβησαν εἰς τὸν στρατόν του, θρυλικά. Καὶ ἔγινε πάλιν τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀφορμὴ νὰ τοῦ ὑποδείξουν οἱ ἐπιτελεῖς του εὐλαβῶς ὅτι ἡ στάσις του αὐτὴ νὰ θέλῃ «ναὶ καὶ καλὰ» νὰ προχωρῇ μέχρι τῶν πρώτων γραμμῶν δὲν εἶνε ὀρθή.
Ἀλλ᾿ ὁ Κωνσταντῖνος γελᾷ. Εἶνε εὐχαριστημένος. Ἐπιστρέφει μὲ τέτοιον ἐνθουσιασμὸν ὥστε κανεὶς δὲν τολμᾷ πλέον νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ὑπόδειξιν. Ἀλλὰ μήπως ἤκουσε κανένα, ὅταν εἰς τὰς 3 μ.μ. τῆς ἰδίας ἡμέρας, ἐν μέσῳ τοῦ στρατοῦ, ἔγραψε διαταγὴν πρὸς τὴν Ταξιαρχίαν Ἱππικοῦ; Ματαίως προσεπάθησαν ὅλοι νὰ τὸν πείσουν νὰ ἐξέλθῃ τῆς πολεμικῆς ζώνης καὶ κατόπιν νὰ γράψῃ τὴν διαταγήν. Τὴν ἔγραψεν ἐπὶ τόπου, ἐπείσθη ὅτι ἔφυγε {ἡ διαταγὴ} καὶ κατόπιν ἀνεχώρησε καὶ αὐτός.
Νά καὶ ὁ Μέραρχος τῆς δευτέρας.
― Λοιπόν, Καλλάρη[4], θὰ καταδιώξωμεν.
― Καὶ κάμνομεν ἄλλο τίποτε, Ὑψηλότατε;
― Ἡ ἐμπροσθοφυλακὴ δηλαδή. Τὸ ὑπόλοιπον θὰ μείνητε εἰς τὴν στενωπόν.
― Μάλιστα, Ὑψηλότατε.
― Ἀλλ᾿ ἐσκοτείνιασε πειά. Πᾶμε.
Καὶ κατέρχεται πράγματι τὸ Γενικὸν Ἐπιτελεῖον ἀπὸ τὸ ἐντὸς τῆς στενωποῦ ὕψωμα, ὅπου παρέμεινε καθ᾿ ὅλον τὸ ἀπόγευμα τῆς 15ης Ὀκτωβρίου διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Τουρκικὸν χωρίον Χάδοβα[5], ὅπου θὰ διενεκτέρευε.
Τὸ χωρίον αὐτό, τελείως Τουρκικόν, εἶχεν ἐγκαταλειφθῆ ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Διὰ τοῦτο – ὅταν ἀπεφασίσθη νὰ διανυκτερεύσῃ ἐκεῖ τὸ Γενικὸν Στρατηγεῖον – ἐστάλη στρατονομικὸν ἀπόσπασμα διὰ νὰ μεριμνήσῃ καὶ εὕρῃ κατάλληλα οἰκήματα διὰ τὴν διανυκτέρευσιν.
Φαίνεται ὅμως, ὅτι ἔχασε τὴν ὁδὸν καὶ καθ᾿ ἣν στιγμὴν ὁ Ἀρχιστράτηγος μετὰ τῶν ἐπιτελῶν του εἰσήρχοντο εἰς τὸ ἔρημο χωριὸ ὑπὸ σκότος ψηλαφητὸν καὶ μόνον τὰ γαυγίσματα ἀγριεμένων σκύλων ἠκούοντο, χωρὶς οὐδαμοῦ νὰ εὑρίσκεται τὸ στρατονομικὸν ἀπόσπασμα.
Καὶ ὑπῆρχον μὲν πληροφορίαι ὅτι τὸ χωρίον ἐξεκενώθη ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἐν τούτοις ὁ κίνδυνος ἦτο μέγας, διότι ὑπῆρχε πιθανότης νὰ μὴ ἔφυγαν ὅλοι. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Ἀρχιστράτηγος καὶ οἱ Ἐπιτελεῖς καὶ οἱ λοιποὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ Γεν. Στρατηγείου εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἰσέλθουν εἰς τὸ χωρίον μετὰ μεγάλης προφυλάξεως, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ περίστροφα ἀνὰ χεῖρας.
Πάλιν ὁ Κωνσταντῖνος ἦτο ὁ ψυχραιμότερος ὅλων. Πάλιν Ἐκεῖνος προεπορεύετο.
Τὸ εὑρεθὲν οἴκημα πρὸς διανυκτέρευσιν εἶνε ἀθλιώτατον. Τὶ τὸν ἐνδιαφέρει ὅμως τὸ οἴκημα τόν Κωνσταντῖνον; Ἠμπορεῖ νὰ ἐκδὼσῃ διαταγήν; Ἠμπορεῖ. Ἐμπρὸς λοιπόν. Καὶ οὕτω τὴν 9ην ἑσπερινὴν ἀποστέλλει πρὸς ὅλας τὰς Μεραρχίας διαταγὴν γενικῆς προελάσεως διὰ τὴν ἑπομένην πρὸς Βέρροιαν, ὁρίζων καὶ τὴν κατεύθυνσιν ἑκάστης Μεραρχίας.
Οὕτω ἡ 1η Μεραρχία θὰ ἐβάδιζε πρὸς Βέρροιαν (ἀνατολικῶς), ἡ 2α θὰ εὑρίσκετο ὄπισθεν αὐτῆς, ἡ 3η καὶ 4η ἐπίσης πρὸς Βέρροιαν, ἡ 6η Β.Δ. τῆς Βερροίας, ἡ δὲ 7η μέχρι Ἀλιάκμονος. Ἐθεώρει δὲ τόσον βεβαίαν τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἐπιχειρήσεως αὐτῆς, ὥστε τὴν ἰδίαν ἡμέραν ἐστάλη διαταγὴ εἰς Κοζάνην νὰ βαδὶσῃ τὸ ὑπόλοιπον τμῆμα τοῦ Γενικοῦ Στρατηγείου πρὸς Βέρροιαν αὐθημερόν.
Πράγματι τὴν 5ην ἀπογευματινὴν ὁλόκληρον τὸ ἐναπομεῖναν τμῆμα τοῦ Γενικοῦ Στρατηγείου φεύγει διὰ Βέρροιαν, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ὑποφαινόμενον, τὸν Οἰκονομίδην[6], τὸν Βανάκον καὶ τὸν Μπάμπην Χατζηϊωάννου, οἵτινες – κακῶς βέβαια ποιοῦντες – ἐμείναμεν νὰ φύγωμεν τὴν ἑπομένην τὸ πρωΐ.
Παρεσύρθημεν δὲ εἰς τὴν παρατυπίαν αὐτὴν διὰ δύο λόγους. Πρῶτον διότι μᾶς ὑπεσχέθησαν ὅτι κἄποιο αὐτοκίνητο τοῦ Στρατηγείου θὰ μᾶς ἔπαιρνε τὸ πρωῒ μαζί του καὶ δεύτερον διότι ὁ καλὸς καὶ ἀγαθὸς κ. Τόλιας[7] μᾶς παρεκάλεσε νὰ μείνωμεν διὰ νὰ μᾶς παραθέσῃ τὸ ἀποχαιρετιστήριον δεῖπνον, ἀναλαμβάνων αὐτὸς τὴν εὐθύνην τῆς μεταφορᾶς μας δι᾿ ἁμάξης ἐν ἀνὰγκῃ εἰς τρόπον ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς Βέρροιαν συγχρόνως μὲ τὸὺς πεζοποροῦντας συναδέλφους.
Καὶ τὸ μὲν δεῖπνον τοῦ κ. Τόλια ἦτο πράγματι πλουσιώτατον. Ἀλλ᾿ ὅταν εἰς τὰς πέντε τὸ πρωῒ τῆς ἑπομένης ἐζητήσαμεν τὸ αὐτοκίνητον οὐδαμοῦ ὑπῆρχεν. Ἰδοὺ ὅμως ἕνας μικρὸς κλειστὸς ἀραμπᾶς, ὅστις μόλις κατορθώνει νὰ μᾶς πάρῃ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ φύγωμεν πάσῃ θυσίᾳ, καὶ φεύγομεν πράγματι μὲ ἀφάνταστον κρύο.

«Πολιτεία», 23-01-1932.

(15ον)
Ἡ πρωΐα τῆς 16ης Ὀκτωβρίου 1912 εὗρε τὸ Γεν. Στρατηγεῖον εἰς τὸ περίφημον χωρίον Χάδοβα καὶ τὸ ὁποῖον ἐγκατέλειψε λίαν πρωῒ ἵνα μεταβῇ εἰς τὸν λοφίσκον τὸν ὁποῖον ἐχρησιμοποίει χθὲς ὡς παρατηρητήριον.
Ἐκεῖθεν ὁ Ἀρχιστράτηγος ἐξέδωσε μίαν καὶ μόνην διαταγὴν (10.30’ π.μ.) πρὸς τὰς Μεραρχίας 2αν, 3ην καὶ 4ην νὰ σταθμεύσουν εἰς τὰ περίχωρα τῆς Βερροίας καὶ τοῦτο διότι ἡ προέλασις ἐγένετο τόσον ραγδαίως καὶ ὁ ἀντικειμενικὸς σκοπὸς ἐπετεύχθη τόσον καλά, ὥστε τὴν 3ην μ.μ. ὥραν ὁ Κωνσταντῖνος μεθ᾿ ὁλοκλήρου τοῦ Ἐπιτελείου εἰσήρχετο θριαμβευτικῶς εἰς Βέρροιαν ἔφιππος.
Καὶ ἐκεῖ ἡ ὑποδοχὴ ὑπῆρξε λαμπρά, καίτοι τὴν φορὰν αὐτὴν τὸ Γεν. Στρατηγεῖον εἰσῆλθεν εἰς τὴν πόλιν ἔχον ἐπικεφαλῆς τὸν Κωνσταντῖνον χωρὶς καμμίαν προειδοποίησιν καὶ ὅπως εὑρέθη κατὰ τὴν μάχην.
Λέγουν, ὅτι μόλις ἡ πόλις τῆς Νιαούσης ἔμαθε τὴν πτῶσιν τῆς Βερροίας εὐθὺς ἀμέσως ἐξεδίωξεν τῆς πόλεως ὅλους τοὺς Τούρκους δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ διεμήνυσεν εἰς τὸν Διάδοχον, ὅτι τὸν ἀναμένει ἀνυπομόνως.
Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον εἶχε μεγάλην σπουδαιότητα, ἦτο τὸ γεγονός, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς Νιαούσης ἀνελάμβανον νὰ παραδίδουν καθ᾿ ἑκάστην 25.000 ἄρτους χάριν τοῦ στρατοῦ μας. Ὅταν δὲ λάβῃ τις ὑπ᾿ ὄψιν, ὅτι ἡ διαρκὴς προέλασις μεγάλως ἠμπόδιζε τὸν ἀνεφοδιασμὸν τοῦ στρατοῦ, τότε μόνον θὰ ἀντιληφθῇ τὴν ἀξίαν τῆς ὡς ἄνω προσφορᾶς.
Ἀρκεῖ νὰ λεχθῇ, ὅτι ἡ μόνη φροντὶς τοῦ Γεν. Στρατηγείου, ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς ἐγκατεστάθη ἐν Βερροὶᾳ ἦτο νὰ δώσῃ τὰς δεούσας διαταγὰς περὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν τοπικῶν πόρων καὶ ὅλων τῶν κλιβάνων πρὸς παρασκευὴν ἄρτου[8].
Οἱ γραφεῖς
Καθ᾿ ἣν στιγμὴν ὁ Ἀρχιστράτηγος μετὰ τῶν Ἐπιτελῶν του εἰσήρχετο εἰς Βέρροιαν, οἱ γραφεῖς τοῦ Στρατηγείου ἐπορεύοντο καὶ αὐτοὶ πρὸς τὴν ἰδίαν κατεύθυνσιν. Καὶ εἶνε μὲν ἀληθές, ὅτι ἡ ἀπὸ Κοζάνης εἰς Βέρροιαν διαδρομὴ εἶνε μαγευτική, τὸ δριμύτατον ὅμως ψῦχος καὶ ὁ κλειστὸς ἀραμπᾶς ἐντὸς τοῦ ὁποίου εὑρισκόμεθα δὲν ἐπέτρεπαν νὰ ἀπολαύσωμεν τὸ πράγματι ὑπέροχον ἐκεῖνο θέαμα.
Ἐξ ἄλλου ὁ μὲν Οἰκονομίδης πυρέσσει, ὁ δὲ Χατζηϊωάννου δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἐξερχώμεθα τοῦ ἀραμπᾶ, φοβούμενος μὴν τυχὸν διὰ τῶν ἀποτόμων κινήσεων ἀπολὲσῃ ἕνα κουτὶ σαρδέλλες, τὸ ὁποῖον μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας εἶχεν ἀποκρύψει ἐντὸς τῶν ἐνδυμάτων του «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων».
Ἐν τούτοις, ὡς μᾶς ἐδήλου τακτικῶς, ὑπερηφανευόμενος, εἶχεν ἀκόμη μαζὶ του 150 δραχμὰς αἵτινες θὰ τοῦ ἐπέτρεπον νὰ μὴ πεινὰσῃ ποτέ. Ὅταν ὅμως εὑρέθημεν κάποτε σὲ μιὰ ἀπότομη κορυφὴ βουνοῦ χωρὶς φαγητό, χωρὶς ψωμὶ καὶ νερό, τότε μόνον ἀντελήφθη, ὅτι τὰ χρήματά του δὲν ἄξιζαν …πεντάρα.
― Ποῦ πᾷς ἐσὺ μὲ τὸν «καραγκιὸζ-μπερντέ»; Ἐρωτᾷ κἄποιος Ταγματάρχης τὸν ἀραμπατζῆ μας.
― Δὲν εἶνε καπετάνιε μου καραγκιόζης. Στρατιῶται εἶνε.
― Γιὰ μίλα καλά, ποὺ θὰ κοροϊδέψῃς ἐσὺ ἐμένα. Κατέβα κάτω.
Κατῆλθεν ὁ πτωχὸς ἔντρομος καὶ μόνον ὅταν ἐδηλώσαμεν τὴν ταυτότητά μας ἐπείσθη ὁ κ. Ταγματάρχης, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ φορητοῦ καραγκιόζη.
Ζυγώνει τὸ σουρούπωμα
Τὸ θέαμα ἦτο τότε ὑπερόχως ὡραῖον. Ἀπὸ τοῦ ὕψους τοῦ βουνοῦ φαίνονται αἱ ἀπέραντοι ἐκεῖναι ἐκτάσεις κατάφυτοι. Ποῦ καὶ ποῦ δὲ φωτίζονται ἀμυδρῶς αἱ καλύβαι τῶν ποιμένων.
Τὸ κρύο εἶνε ὑπερβολικό. Παγωμένοι – καίτοι εἴμεθα σκεπασμένοι μὲ τὶς κουβέρτες μας – μόλις κατορθώνομεν νὰ ἀρθρώνωμεν ἀπὸ καμμία λέξι. Ἐπὶ τέλους τὰ μεσάνυχτα εἰσερχόμεθα εἰς Βέρροιαν καὶ μᾶς ὁδηγοῦν εἴς τινα Σχολὴν[9] ὅπου τὰ γραφεῖα τοῦ Γενικοῦ Στρατηγείου. Ἕνα πελώριο δωμάτιον, κι᾿ αὐτὸ παγωμένο ἀπελπιστικά, πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθῇ ὡς κοιτών μας. Ὑπομονή. Κουλουριαζόμεθα ὅλοι σὲ μιὰ γωνιά, ἀλλὰ ἀδύνατον νὰ ζεσταθοῦν τὰ παγωμένα μέλη μας.
Ἄϋπνοι λοιπόν, κρυολογημένοι, μόλις δυνάμενοι νὰ βαδίσωμεν, ἐξερχόμεθα τὸ πρωῒ τῆς 17 Ὀκτωβρίου 1912 εἰς τὴν πόλιν πρὸς ἀναζήτησιν ἑνὸς καφέ, ἑνὸς τσαγιοῦ. Ὅλα κλειστά. Κανεὶς δὲ δὲν φαίνεται εἰς τοὺς δρόμους. Ἴσως ἡ κήρυξις τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου δυνάμει τοῦ ὁποίου τὰ μὲν καταστήματα ἔπρεπε νὰ κλείουν μὲ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, κανεὶς δὲ νὰ μὴ κυκλοφορῇ μετὰ τὰς 8 μ.μ. ἴσως λέγω τοῦτο τὸ γεγονὸς ἠνάγκαζε τοὺς κατοίκους νὰ μὴ ἐξέρχωνται τῶν οἰκιῶν των πολὺ πρωΐ.
Ἀλλ᾿ ἐὰν δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν πόλιν κανένα καφενεῖον ἀνοικτό, ὑπάρχει ὅμως ἕνας τετραπέρατος στρατιώτης, Γκιὼν ὀνομαζόμενος, ὑπάλληλος τότε τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, νομίζω.
― Ἤπιες καφέ; μὲ ἐρωτᾷ.
― Ὄχι, ποῦ νὰ τὸν βρῶ;
― Ἔλα μαζί μου, γιατὶ μονάχος μου ντρέπομαι.
― Γιὰ ποῦ;
― Ἔλα κι᾿ ἔννοια σου.
Τὸν ἀκολουθῶ.
Μετ᾿ ὀλίγον εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς μεγαλοπρεποῦς θύρας, τὸ κουδοῦνι τῆς ὁποίας κτυπᾶ ὁ Γκιών.
Μία χαριτωμένη γρῃὰ ἀνοίγει τὸ παράθυρο καὶ μᾶς ἐρωτᾷ.
― Τὶ θέλετε, παιδιά;
― Τίποτε τὸ σοβαρόν. Κυρία μου. Καλημέρα σας. Σᾶς παρακαλοῦμεν πολὺ – ἐπειδὴ ἤρθαμε χθὲς τὴν νύκτα καὶ δὲν ξεύρουμε τὸν τόπο – νὰ μᾶς πῆτε ποῦ πέφτουν τὰ καφενεῖα νὰ πιοῦμε ἕνα καφέ. Τὸν πληρώνουμε καὶ δέκα δραχμὲς τὸν ἕνα. Ἔχομε τόσην ἀνάγκην ἀπὸ ἕνα καφέ…
Ἡ γρῃοῦλα ἐμειδίασε – σἂν νὰ κατάλαβε τὸ κόλπο – καὶ μετ᾿ ὀλίγον ἀνοίγει διάπλατα ἡ πόρτα.
― Περάστε, παιδιά μου. Ἐδῶ μπορεῖτε νὰ πιῆτε ἕνα ὡραῖο καφεδάκι, χωρὶς νὰ πληρώσετε πεντάρα. Περάστε.
Ὁ Γκιὼν προσποιεῖται ὅτι διστάζει.
― Περάστε. Περάστε. Σἂν στὸ σπίτι σας. Ὕστερα ἀπὸ τόσα ποὺ τραβήξατε νὰ μὴ σᾶς δώσωμε οὔτε ἕνα καφέ;
Προχωρεῖ ὁ Γκιὼν μὲ τὸ περίεργο ἐκεῖνο γέλιο του καὶ τὸν ἀκολουθῶ.
― Καλημέρα σας, καλῶς ἤλθατε.
― Καλημέρα σας καὶ σᾶς εὐχαριστοῦμε πολύ. Ἀλλὰ δὲν θέλαμε νὰ σᾶς ἐνοχλήσωμεν. Μᾶς συγχωρεῖτε.
― Καλὲ τὶ λέτε! Περάστε.
Ἕνα σαλόνι καλοβαλμένο, πλούσιο, νοικοκυρεμένο, μᾶς ὑποδέχεται. Ὅλα ἐκεῖ μέσα λάμπουν ἀπὸ καθαριότητα. Μετ᾿ ὀλίγον δὲ δύο καφέδες σερβιρισμένοι σὲ ἀσημένια «τζάρφια»[10] ἐμφανίζονται ἐνώπιόν μας σὲ ἕνα μικρὸ ἀσημένιο δίσκο ὡς καὶ τσιγάρα. Δὲν προφθάνομεν δὲ νὰ ἀντιληφθῶμεν ὅτι ἀπέπτα καὶ ἡ τελευταία «γουλιὰ» τοῦ καφέ, ὅτε ἕνας ἄλλος δίσκος μὲ τσάϊ, μαρμελάδα, γάλα καὶ μπισκότα τοποθετεῖται ἐνώπιόν μας προσκομισθεὶς ἀπὸ χαριτωμένην ὑπηρέτριαν.
Ἡ κυρία, μιὰ ἐπίσης χαριτωμένη γρῃοῦλα καὶ ἐξυπνοτάτη, ἐπιμελεῖται ἀμέσως τὸ σερβίρισμα τοῦ τσαγιοῦ. Ἦτο δὲ πράγματι θεῖον τὸ ρόφημα ἐκεῖνο μετὰ τὸ φρικῶδες κρύο τῆς ἀπαισίας νυκτός.
― Σὲ μεγάλο μπελᾶ σᾶς βάλαμε, κυρία μου.
― Τὶ λέτε; Κάθε πρωῒ νἄρχεσθε ἐδῶ νὰ παίρνετε τὸν καφέ σας. Θὰ τὸ θεωρήσω τιμή μου. Λυποῦμαι μάλιστα ποὺ δὲν μπορῶ νὰ σᾶς κρατήσω ἐδῶ νὰ τρῶτε καὶ νὰ κοιμᾶσθε.
― Καλὲ τὶ λέτε; Αὐτὸ μᾶς ἔλειψε.
Μετ᾿ ὀλίγον ἐγκαταλείπομεν τὴν φιλόξενον κυρίαν ἀφοῦ τὴν εὐχαριστήσαμεν θερμῶς.
Μόλις εὑρέθημεν εἰς τὴν ὁδόν, μοῦ λέγει ὁ Γκιών.
― Πήγαινε τώρα σὺ εἰς τὰ γραφεῖα γιὰ νὰ μὴ ἀπουσιάσωμε καὶ οἱ δύο, καὶ ἐγὼ πάω νὰ βρῶ κανένα σπίτι νὰ μείνωμε, γιατὶ τὰ γραφεῖα εἶνε Σιβηρία.
― Θὰ βρῇς. Εἶμαι βέβαιος. Ὕστερα ἀπὸ τὸν πρωϊνὸ καφὲ δὲν ἔχω πειὰ καμμιὰ ἀμφιβολία. Πήγαινε μὲ τὴν εὐχή μου.
«Πολιτεία», 24-01-1932.

(16ον)
Εἶνε ἡ 17η Ὀκτωβρίου 1912. Ἤρχισεν ἤδη ἡ κίνησις εἰς τὴν πόλιν καίτοι δὲν ἤνοιξαν ὅλα τὰ καταστήματα. Ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται νὰ γὶνῃ δοξολογία εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, κυρίως διὰ τὸν λόγον αὐτὸν, ὁ κόσμος εὑρίσκεται ἐν κινήσει.
Πράγματι τὴν 10 πρωϊνὴν ἡ ἐκκλησία εἶνε γεμάτη κόσμον, ἄπειρον δὲ πλῆθος ἔξωθι τοῦ ναοῦ ἀναμένει τὴν ἔλευσιν τῶν ἐπισήμων. Καταφθάνει ὁ Διάδοχος μετὰ τῶν Πριγκήπων καὶ τῶν Ἐπιτελῶν καὶ εἰσέρχεται εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὑπὸ τὰς ζητωκραυγὰς τοῦ πλήθους. Εὐθὺς δὲ μετὰ τὴν τελετὴν ἦλθεν εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Γεν. Στρατηγείου ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν διὰ νὰ λὰβῃ γνῶσιν τῶν νεωτέρων εἰδήσεων, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ διὰ νὰ ὑπογρὰψῃ τὴν ἀλληλογραφίαν. Διότι κατὰ τὰ καθιερωθέντα, σχεδὸν πάντοτε ὑπέγραφε μεταξὺ 11 ½ καὶ 12 μεσημβρινῆς, εἰσηγουμένου τὸ περιεχόμενον τῶν ἐγγράφων ἢ διαταγῶν τοῦ κ. Καρακάλου[11].
Μετὰ τὴν ὑπογραφήν, ὁ Κωνσταντῖνος ἀνεχώρησε τοῦ Στρατηγείου καὶ μεταβὰς εἰς ἓν ἀπὸ τὰ ἐκεῖ πλησίον ὑψώματα τῆς Βερροίας, τὰ κατάφυτα, τὰ μαγευτικά, ὅπου τὰ νερὰ τρέχουν ἄφθονα, μικροὶ δὲ καταρράκται δίδουν τὴν κίνησιν εἰς τοὺς γραφικοὺς νερομύλους καὶ τὰ διάφορα ἐργοστάσια, ἀπελάμβανε τὴν ὑπέροχον θέαν. Ἐκεῖθεν βλέπει διὰ πρώτην φορὰν ὡς ἐν ὀπτασίᾳ τὴν πολυπόθητον τῆς Θεσσαλονίκης πόλιν. Καὶ ἔχει διαρκῶς πρὸς ἀνατολὰς τὸ βλέμμα ἐστραμμένον, πιστεύων, ὅτι ἴσως μετ᾿ ὀλίγας ἡμέρας θὰ βλὲπῃ τὰ ὡραῖα τῆς Βερροίας ὑψώματα ἐκ τῆς Θεσσαλονίκης.
Τὴν στιγμὴν ἀκριβῶς ἐκείνην στρατιῶται τῆς 3ης Μεραρχίας διέρχονται πρὸ αὐτοῦ. Εἶνε κουρασμένοι, κατάκοποι, πεινασμένοι, ἀλλὰ τὸ μειδίαμα δὲν λείπει ἀπὸ τὰ χείλη των. Τοὺς σταματᾷ. Ὁποία χαρὰ διὰ τοὺς στρατιώτας! Τοὺς ἐρωτᾷ διάφορα πράγματα, τοὺς λέγει λόγους παρηγορητικοὺς καὶ ἐν τέλει τοὺς ἐρωτᾷ συγκεκριμένως:
― Θέλετε τίποτε;
Ἐκεῖνοι ἀλληλοκυττάζονται, θέλουν κἄτι νὰ ποῦν, ἀλλὰ δὲν τολμοῦν.
― Λέγετε ἐλεύθερα, τὶ θέλετε;
― Ψωμί, Ὑψηλότατε, ἀπαντοῦν μὲ τοιοῦτον τρόπον ὡς νὰ ἀπετείνοντο πρὸς τὸν πατέρα των.
― Νὰ ἡ Θεσσαλονίκη, ἀπαντᾷ Ἐκεῖνος, μεγαλοπρεπῶς. Πηγαίνετε γρήγορα διὰ νὰ φᾶτε.
Οἱ στρατιῶται στρέφουν τὰ βλέμματα πρὸς τὸ ὑποδειχθὲν μέρος καὶ πράγματι βλέπουν νὰ διαγράφεται ἡ Θεσσαλονίκη. Ἐπροκάλεσε δὲ ἡ θέα τῆς πόλεως εἰς τοὺς στρατιώτας ἐκείνους τοιοῦτον ἐνθουσιασμόν, ὥστε μετὰ τὰς οὐρανομήκεις ὑπὲρ τοῦ Κωνσταντίνου ζητωκραυγάς, ὅλοι ἐπροχώρησαν πρὸς τὴν ἁμαξιτὴν ὁδὸν τρέχοντες ἐνθουσιασμένοι.
***
Καθ᾿ ἣν στιγμὴν τὰ γραφεῖα τοῦ Γεν. Στρατηγείου ἐργάζονται πυρετωδῶς, ἐνσκήπτει ὁ Γκιών.
― Ὅλα ἐν τάξει, μοῦ λέγει.
― Δηλαδή;
― Σπίτι πλουσίου, φαγοπότι καλὸ καὶ ὕπνος σὲ στρῶμα. Ἀναλαμβανει ὀκτὼ στρατιώτας.
― Ποιὸς εἶνε αὐτὸς ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος;
― Στάσου, τὸν ἔχω σημειώσει. Λέγεται …Στέφανος Χατζηνικολάκης[12].
― Τὶ εἶνε αὐτός;
― Τσιφλικοῦχος, βιομήχανος, παραλῆς καὶ καλὸς πατριώτης. Σοῦ φθάνουν;
― Καὶ περισσεύουν. Ποιοὺς τώρα θὰ πάρωμε μαζί μας;
Συμφωνοῦμεν καὶ προτείνω νὰ μεταβῶμεν ὁ Γκιὼν καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἐν λὸγῳ οἰκίαν διὰ νὰ πεισθῶ ὁ ἴδιος περὶ τῶν λεγομένων του.
― Περιττόν, μοῦ λέγει ὁ Γκιών. Σὲ λίγη ὥρα θἄρθῃ ὁ ἴδιος νὰ σᾶς καλέσῃ. Νὰ σᾶς παρακαλέσῃ δηλαδὴ νὰ δεχθῆτε τὴν φιλοξενίαν του.
― Ἔφθασες μέχρις αὐτῆς τῆς θρασύτητος;
― Δὲν φταίει ἄλλος παρὰ ἐγώ. Νὰ ἰδῆτε ὅμως τὶ ἄνθρωπος εἶνε. Τὸ σπίτι του ἔχει δύο πόρτες.
― Τὸ ἐξήτασες αὐτὸ διὰ νὰ γνωρίζωμεν ἀπὸ ποῦ θὰ φύγωμεν ἂν τυχὸν φᾶμε ξύλο;
― Δὲν εἶστε καλά. Καλὲ αὐτὸς εἶνε σπουδαῖος πατριώτης. Ἀκούσατε τὶ κάνει. Ἡ μία πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του εἶνε ἐδῶ δίπλα. Ἡ ἄλλη εἶνε εἰς ἕνα στενό. Εἰς τὴν πίσω λοιπὸν πόρτα στέκεται ὁ Χατζηνικολάκης ἀπὸ τὸ πρωῒ καὶ δίδει εἰς τοὺς διερχομένους στρατιώτας ἀπὸ ἕνα μικρὸ ψωμάκι. Πρόσφορο.
― Καὶ ποῦ τὰ βρῆκε;
― Ἔχει ἀπὸ χθὲς τὸ πρωῒ τὴν γυναῖκά του, τὶς κόρες του καὶ τὶς ἀνηψιές του καὶ ζυμώνουν γιὰ τὸ στρατὸ διαρκῶς. Αὐτὸς δέ, τὰ μοιράζει. Ἀφῆστε τώρα τὸν καπνὸ καὶ τὰ τσιγάρα ποὺ δίδει. Χιλιάδες.
― Πᾶμε τότε. Γκιών, τί καθόμαστε;
― Μὰ μὴ βιάζεστε. Θἄρθῃ ὁ ἴδιος ἐδῶ. Πρέπει νὰ πᾶμε ἐπισήμως. Θέλετε νὰ χαλάσῃ ἡ δουλειά;
― Πεινῶ, παιδί μου, γι᾿ αὐτὸ βιάζομαι. Δὲν σὲ βλέπω ἀπὸ τὴν πεῖνα. Καὶ φοβοῦμαι μὴ μετανοήσῃ.
Τὸ μάτι του Γκιών διαρκῶς βλέπει πρὸς τὴν σκάλα.
―Νά τος, ἔρχεται.
Ὅλοι, καὶ οἱ 6, σπεύδομεν εἰς τὴν θύραν νὰ ἰδοῦμε…
Ὁ Γκιὼν θυμώνει διά την ἀνυπομονησίαν μας καὶ μᾶς ἐξορκίζει νὰ καθίσωμεν.
Μετ᾿ ὀλίγον ἐμφανίζεται πρὸ τῆς θύρας τοῦ γραφείου ποὺ εὑρισκόμεθα ὁ κ. Χατζηνικολάκης. Ἕνας ὑψηλὸς μάλλον, ἀδύνατος, κύριος καλοενδεδυμένος μὲ μαῦρα ροῦχα καὶ ἕνα φέσι εἰς τὰς χεῖρας.
― Καλημέρα σας. Καλῶς ἤρθατε… Ἐδῶ εἶνε ὅλοι, κ. Γκιών;
― Οἱ 6, κ. Χατζηνικολάκη. Οἱ ἄλλοι δύο ἔχουν ὑπηρεσία. Θἄρθουν τὸ βράδυ.
― Ὅπως θέλετε. Πᾶμε τώρα μὴ κρυώσῃ τὸ φαγητό. Κἄτι πρόχειρο ἔφτειασε ἡ κυρία καὶ βλέπομε τὸ βράδυ. Ἦτο βλέπετε ἔξαφνο.
― Καλὲ τί λέτε, κ. Χατζηνικολάκη. Κι᾿ αὐτὸ πολύ. Μεγάλη σας καλωσύνη.
― Μὴ τὸ ξαναπεῖτε. Ἀρκεῖ νὰ εὐχαριστηθῆτε. Ἐμπρὸς πᾶμε.
Ἔκαμε τὰς συστάσεις ὁ Γκιὼν καὶ προχωρήσαμεν πρὸς τὸ μέγαρον Χατζηνικολάκη.
Μία μεγάλη τραπεζαρία μὲ ἕνα καλοστρωμένο τραπέζι ἔχει σερβίτσια διὰ 10 ἄτομα. Τοὺς 8 στρατιώτας, τὸν κ. τῆς οἰκίας καὶ τὸν υἱόν του.
― Ἐδῶ θὰ τρῶμε. Ἐκεῖ θὰ κοιμᾶσθε ὅλοι μαζί, μᾶς λέγει ὁ κ. Χατζηνικολάκης, ὁ καλοκάγαθος αὐτὸς ἄνθρωπος, ἕνα μεγάλο δωμάτιον παραπλεύρως τῆς τραπεζαρίας. Θὰ σᾶς δώσουν καθαρὰ στρώματα καὶ κουβέρτες καὶ ἐλπίζω – καίτοι θὰ κοιμᾶστε κάτω – νὰ εἶσθε ζεστά.
― Σᾶς εὐχαριστοῦμεν, εἶσθε πολὺ καλός.
Ένα ὡραῖο πιλάφι σπιρωτό, τοποθετούμενον εἰς τὸ κέντρον τῆς τραπέζης, τὸ κυττάζομεν ἀνυπομόνως. Μετ᾿ ὀλίγον – μετὰ δηλαδὴ τὸ σερβίρισμα – δὲν ἀκούεται πλέον οὐδενὸς ἡ φωνή. Μόνον ὁ κ. Χατζηνικολάκης φλυαρεῖ, χωρὶς νὰ τὸν προσέχει κανείς. Τὸ δεύτερο πιάτο εἶνε αὐγὰ τηγανητά, τὰ ὁποῖα καταβροχθίζονται ἀπλήστως. Ξηροὶ καρποί, καλὸ μαῦρο κρασὶ καὶ ἕνας καφὲς μὲ τσιγάρα, συμπληρώνουν τὸ περίφημον πρόγευμα.
Κατόπιν ὀλίγης φλυαρίας φεύγομεν, εὐχαριστήσαντες θερμῶς τὸν θαυμάσιον αὐτὸν ἄνθρωπον.
― Τί ὥρα τελειώνετε τὸ βράδυ, παιδιά;
― Ἄγνωστον, κ. Χατζηνικολάκη.
― Νὰ ἑτοιμάσωμεν διὰ τὰς 8;
― Ναί. Ἐλπίζομεν νὰ εἴμεθα εὔκαιροι.
― Καλά, εἰς τὰς 8 θὰ ἔλθω ἐγὼ νὰ σᾶς πάρω ἀπὸ τὸ Στρατηγεῖον.
― Ὅπως θέλετε. Θὰ σᾶς περιμένωμεν.
Καὶ ἐφύγαμεν ἐνθουσιασμένοι.
«Πολιτεία», 25-01-1932.

(ακολουθεί, στο εορταστικό φύλλο, της 16-10-2026, το Β’ μέρος)

[1] Γρηγόριος Στέφανος (1886-1949), δημοσιογράφος και συγγραφέας, γόνος αρχοντικής οικογένειας γεωκτημόνων και τοπικών ευργετών της Σύρου, μεταξύ των διακεκριμένων μελών της οποίας συγκαταλέγονται οι εξάδελφοι του Γρηγορίου, αδελφοί Κλων Στέφανος (1854-1915), γιατρός, θεωρούμενος ως ο θεμελιωτής της φυσικής ανθρωπολογίας στην Ελλάδα, και Κυπάρισσος Στέφανος (1857-1917), φυσικομαθηματικός, Καθηγητής και (κατά το 1908-1909) Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, τον οποίο μνημονεύει ονομαστικά ο Διάδοχος Κωνσταντίνος στην πρώτη στιχομυθία του με τον Γρηγόριο, όπως αναφέρει ο ίδιος ο Γ. Στέφανος, περιγράφοντας, στις εισαγωγικές εγγραφές του Ημερολογίου του, την τοποθέτησή του στο Γενικό Στρατηγείο:
«Εὑρίσκομαι εἰς τὸ χωρίον Τουρσουνλὰρ** μαζὶ μὲ τὸν 9ον λόχον τοῦ 3ου τάγματος τοῦ 3ου πεζικοῦ συντάγματος, ὅτε τὴν 30ην Σεπτεμβρίου ἡμέραν Κυριακὴν καὶ ὥραν 1 μ.μ., καταφθάνει ἐπείγουσα διαταγὴ νὰ ἀποσπασθοῦν εἰς τὸ Γέν. Στρατηγεῖον δέκα ἐγγράμματοι στρατιῶται. [..] Καὶ ἰδοὺ τὸ βράδυ τῆς ἰδίας ἡμέρας εἰς τὴν Γεωργικὴν Σχολην Λαρίσης, ὅπου τὸ Γεν. Στρατηγεῖον τῆς Α.Β.Υ. τοῦ Διαδόχου. […] {Ὁ Κωνσταντῖνος} μοῦ λέγει:
― Πῶς ὀνομάζεσαι;
― Στέφανος Γρηγόριος τοῦ Ἀντωνίου.
― Στεφάνου θέλεις νὰ πῇς.
― Ὄχι, Ὑψηλότατε. Εἶνε ἄλλη οἰκογένεια οἱ Στεφάνου. Ὁ Κυπάρισσος Στέφανος καὶ ἐγὼ εἴμεθα ἐκ Σύρου. Οἱ ἄλλοι εἶνε ἐκ Ζακύνθου.
― Σὺ εἶσαι ὁ ἐξάδελφος τοῦ Κυπαρίσσου;
― Μάλιστα, Ὑψηλότατε.»
[** Τουρσουνλὰρ = Ραχούλα (ν. Λάρισας) [μετονομασία: (α) ὑ.ἀ. 28700/29-08-1919 «Περὶ μετονομασίας τοῦ συνοικισμοῦ καὶ τῆς κοινότητος Τουρσουνλάρ» , ΦΕΚ Β’ 56/10-09-1919, «[…] ἐγκρίνομεν ἵνα ὁ συνοικισμὸς Τουρσουνλὰρ μετονομασθῇ «Θωμαῒ» καὶ ἡ κοινότης Τουρσουνλὰρ μετονομασθῇ «κοινότης Θωμαΐ».»• (β) β.δ. της 17-01-1957 «Περὶ μετονομασίας συνοικισμῶν, κοινοτήτων κλπ.», ΦΕΚ Α’ 11/24-01-1957, ἄρθρον μόνον «[…] Ι’. Ἐν τῷ Νομῷ Λαρίσης. […] 10. Οἱ συνοικισμοὶ «Θωμαΐου», «Ἀλήφακα» καὶ συνοικισμὸς «Θωμαΐου» τῆς Κοινότητος Θωμαΐου μετονομάζονται ἀντιστοίχως «Νεράϊδα ἡ», «Κάστρο, τὸ» καὶ «Μάνδρα, ἡ» καὶ ἡ ὁμώνυμος Κοινότης «Κοινότης Μάνδρας».»• (γ) β.δ. της 15-12-1958 «Περὶ μετονομασίας συνοικισμῶν, κοινοτήτων κλπ.», ΦΕΚ Α’ 5/07-01-1959, ἄρθρον μόνον, «Ζ. Ἐν τῷ Νομῷ καὶ τὴ Ἐπαρχία Λαρίσης. Ὁ συνοικισμὸς «Νεράϊδα» τῆς Κοινότητος Μάνδρας μετονομάζεται «Ραχούλα, ἡ» καὶ ἡ Κοινότης Μάνδρας «Κοινότης Ραχούλας».»]
Ο Γ. Στέφανος εξέδωσε την βραχύβια εφημερίδα «Τελευταία Ὥρα» (1917),

και συνέγραψε ιστορικές, γεωγραφικές και κοινωνικοαισθηματικές μελέτες. Από το δίτομο έργο του «Πλῆρες γεωγραφικὸν λεξικὸν τῆς Ἑλλάδος» (εκδ. Μιχ. Σαλιβέρου, 1937) παρατίθεται εδώ το λήμμα «Βέρροια» (στο οποίο μεταθέτει κατά μία ημέρα την Απελευθέρωση της Βέροιας, – ίσως επειδή ο ίδιος, με τους συναδέλφους του γραφείς του Γενικού Στρατηγείου, εισήλθαν στην Βέροια τα μεσάνυχτα της 16ης προς την 17η Οκτωβρίου!):

[2] Βίστριτσα = Αλιάκμων.

[3] Χασάν Ταχσίν πασάς (1845-1918), ο αλβανικής καταγωγής Διοικητής της 8ης Στρατιάς του Αυτοκρατορικού Οθωμανικού Στρατού της Μακεδονίας**, ο οποίος παρέδωσε την Θεσσαλονίκη στον προελαύνοντα Ελληνικό Στρατό. [: ** «Τὸ 8ον Ἔκτακτον Σῶμα Στρατοῦ συνεκροτήθη ἀντὶ τοῦ 8ου Σώματος Στρατοῦ Δαμασκοῦ, τὸ ὁποῖον λόγῳ τῆς διακοπῆς τῶν θαλασσίων συγκοινωνιῶν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Στόλου δὲν ἠδυνήθη νὰ μεταφερθῇ εἰς Θεσσαλονίκην. Τὴν διοίκησιν τοῦ 8ου Ἐκτάκτου Σώματος Στρατοῦ, ὅπερ ἐκαλεῖτο Στρατιὰ Ἀλιάκμονος, ἀνέλαβεν ὁ ἱκανὸς Στρατηγὸς Χασὰν Ταξὶν Πασᾶς, ὁ ὁποῖος καὶ ἐγκατέστησεν τὸ Στρατηγεῖον εἰς Περλεπέν.», Χρ. Ἰ. Γκιὼν – Στ. Γ. Θηραῖος, «Ἡ Ἑλλὰς εἰς τοὺς Βαλκανικοὺς Πολέμους 1912-1913», ἐκδ. “Κέκροψ”, Ἀθῆναι, 1970, σελ. 23-24.]

[4] Κωνσταντίνος Καλλάρης (1858-1940), αντιστράτηγος, διοικητής: της Σχολής Ευελπίδων (1911-1912), της 2ας Μεραρχίας κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, του Α΄ Σώματος Στρατού (1914)• Υπουργός Στρατιωτικών και Ναυτικών (από 09-06-1916 έως 03-09-1916) στην Κυβέρνηση Αλεξάνδρου Ζαΐμη. Οι δυο γιοί του έπεσαν μαχόμενοι, ο μεν μεγαλύτερος Σπυρίδων, έφεδρος ανθυπολοχαγός, στην Ήπειρο (1913), ο δε νεότερος Άγγελος, λοχαγός του πυροβολικού, στην Μικρασιατική Εκστρατεία (1922).
Φωτογραφία από την εφ. «Τὸ Φῶς»,
01-11-1936.

[5] Χάδοβα = Πολύμυλος.

[6] Σταμάτιος Οικονομίδης (1886 – ; ), δικηγόρος, Βουλευτής Ευβοίας (Ανεξάρτητος 1926, Προοδευτικόν Κόμμα Γεωργίου Καφαντάρη 1932).

[7] Κοζανίτης προύχων, στο αρχοντικό του οποίου είχαν αβραμιαίως φιλοξενηθεί, κατά την διέλευσή τους από την Κοζάνη, οι γραφείς του Γενικού Στρατηγείου.

[8] Την καθοριστική συμβολή της Βέροιας στην σίτιση και την εν γένει τροφοδοσία του πλείστου μέρους του στρατού και των μεταγωγικών αυτού εξήρε, ελάχιστες εβδομάδες μετά την Απελευθέρωση, η «Μακεδονία»:
«Ὀφειλόμενοι ἔπαινοι
Μᾶς γράφουσιν ἐκ Βερροίας: Ἡ Βέρροια εἶνε ἡ μόνη πόλις δι᾿ ἧς διῆλθε τὸ μεγαλείτερον μέρος τοῦ καλλινίκου ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἡ δὲ διέλευσις αὕτη ἐγένετο οὐχὶ τμηματικῶς, ἀλλὰ κατὰ τρόπον πρωτοφανῶς ἀθρόον. Ἐκτὸς ὅμως τῆς ἁπλῆς ταύτης διελεύσεως ἐδέησεν ἐπὶ ἕνα ἤδη μῆνα τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ στρατοῦ ὡς καὶ ὅλα τὰ μεταγωγικὰ αὐτοῦ νὰ ἐκτρέφωνται ἐκ Βερροίας. Διὰ τὴν ἐπιτυχῆ διεξαγωγὴν τῆς γιγαντιαίας ταύτης ἐργασίας ὤφειλε νὰ εὑρεθῇ καὶ ὁ κατάλληλος μοχλός, καὶ ὡς τοιοῦτος δὲν ἐβράδυνε νὰ ἀναδειχθῇ ἑκουσίως καὶ μετὰ μεγάλης προθυμίας προσφερθεὶς νὰ παράσχῃ τὰς ὑπηρεσίας του εἰς τὸ Φρουραρχεῖον Βεροίας ὁ ὁμογενὴς Νικόλαος Στ. Μπαζάκας, ὅστις ὁμολογουμένως ὡς ἄλλος Ἡρακλῆς νυχθημερὸν ἐργαζόμενος κατώρθωσε νὰ θεραπεύσῃ τὰς παρουσιασθείσας πολλαπλὰς καὶ παντοειδεῖς ἀνάγκας κατὰ τρόπον ἐπισπασάμενον τὸν θαυμασμὸν καὶ ἀμέριστον τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἁρμοδίων. Ἐὰν ἐσώθη ἡ πόλις ἐκ τῆς ἐπερχομένης λόγῳ ἀναποδράστου ἀνάγκης ἁρπαγῆς, ἐσώθη ἀπὸ τὴν ὑπεράνθρωπον ἐργασίαν τοῦ εἰρημένου καὶ ἐν καιρῷ νυκτὸς ἔτι. Διότι ἄν τις ἐχρειάζετο διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὰ ὑποζύγια ζωοτροφὰς ὡδήγει αὐτὸν εἰς τὰς ἀποθήκας ἃς πολλὰκις δυσκόλως ἤνοιγόν τινες ἐκ τῶν ξένων δῆλον ὅτι πρὸς τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος μας. Ἐὰν ἡ πόλις μας μετεβλήθη εἰς μέγα ἐργοστάσιον ἀλευροποιΐας πανθομολογούμενον εἶνε ὅτι πρὸς τὸν ἄμετρον ζῆλον καὶ τὴν πρωτοφανῆ δραστηριότητα τοῦ λογαχοῦ Ἀναστασίου Γριτσιοπούλου, διευθυντοῦ, προσετέθη ἡ συνδρομὴ τοῦ εἰρημένου Νικολάου Μπαζάκα, ἄνευ τῆς ὁποίας ἦτο ἀδύνατον νὰ προαχθῇ ἐπὶ τοσοῦτον ἡ ἐργασία. Πλέον τῶν τριάκοντα χιλιάδων ἀνδρῶν ἐτρέφοντο ἐκ τῆς ἐργασίας ταύτης καὶ δι᾿ ἄρτου πρωτοφανοῦς ποιότητος εἰς τοιαύτας μάλιστα περιστάσεις. Τώρα ὁποίας ἀμοιβῆς εἶναι ἄξιος ὁ συμπολίτης μας ἂς κρίνωσιν αἱ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ πρὸ πάντων καὶ ὕστερον ὑμεῖς ὧν τὰς ἀποθήκας ἤθελεν ἐξ ἀνάγκης ὡς εἴρηται διαρπάσῃ καὶ καταστρέψῃ ὁ στρατός.»
«Μακεδονία», 01-12-1912.

[9] στο Γυμνάσιο (νυν Δημαρχείο)
«Τὸ Ἑλληνικὸν Γυμνάσιον Βερροίας»
φωτογραφία από εφ. «Ἐμπρός», 04-11-1912.

[10] τζάρφια = ασημένιες (ή και μεταλλικές) θήκες (βάσεις), στις οποίες τοποθετούνταν τα φλυτζάνια του καφέ.

[11] Τηλέμαχος Καράκαλος (1866-1951), στρατηγός, – ταγματάρχης κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους• ολυμπιονίκης (αργυρό μετάλλιο στην ξιφασκία) στους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες (Αθήνα, 1896).

Ο δεινός ξιφομάχος Τηλέμαχος Καράκαλος
πηγή: httpspandektis.ekt.grpandektishandle1044261504

[12] Ο Βεροιεύς ευπατρίδης, εργοστασιάρχης Στέφανος Χατζηνικολάκης (1860-1964).

Κοινοποίηση της ανάρτησης:

Σχετικές αναρτήσεις

Η διεθνής έκθεση «Χρώματα πέρα από τις λέξεις – Colours Beyond Words» του Συλλόγου Rett Greece στη Γκαλερί Παπατζίκου

Με ιδιαίτερη τιμή και αίσθημα κοινωνικής ευθύνης, η Γκαλερί Παπατζίκου της Βέροιας, λίγο πριν την έναρξη του νέου κύκλου δράσεών

Διαβάστε περισσότερα »

Ιστορικό

[pmpro_login redirect="/account/"]