Πρόγραμμα εκδηλώσεων της Ημαθίας
[ditty id=231425 category="h-thesh-tou-laou"]

Η ελεύθερη Βέροια στο ημερολόγιο ενός πολεμιστή

Του Απόστολου Ιωσηφίδη

Β’ μέρος

Η παραμονή του δημοσιογράφου Γρηγορίου Στεφάνου και των συναδέλφων του, γραφέων του Γενικού Στρατηγείου του Αρχιστρατήγου Διαδόχου Κωνσταντίνου, στην άρτι απελευθερωθείσα Βέροια, ολοκληρώνεται λίγο πριν την αυγή της 19ης Οκτωβρίου 1912.
Την προχθεσινή ημέρα, 17 Οκτωβρίου, ο Γ. Στέφανος και οι συστρατιώτες του, προγεύθηκαν την αρχοντική φιλοξενία του Στέφανου Χατζηνικολάκη και της οικογένειάς του.
Οι ημερολογιακές εγγραφές, που ακολουθούν (και αντιστοιχούν στα 17ο, 18ο και 19ο, κατά σειρά, δημοσιεύματα της εφ. «Πολιτεία») σκιαγραφούν το πρόγραμμα των επομένων (μετα)κινήσεων του Γενικού Στρατηγείου, εκεθιάζουν το παρατεθέν στο μέγαρο Χατζηνικολάκη, το βράδυ της ίδιας μέρας, «λουκούλιον δεῖπνον» και διηγούνται, με την ακρίβεια μιας δημοσιογραφικής πένας, τα εκπληκτικά συμβάντα της επαύριον, 18ης Οκτωβρίου: την επιθυμία του Σ. Χατζηνικολάκη να δει «ἀπὸ κοντὰ» τον Αρχιστράτηγο, την προσφορά του υπέρ του Στρατιωτικού Νοσοκομείου, την ακρόαση που του παραχώρησε ο Κωνσταντίνος, την -παρουσία του Βασιλέως- δοξολογία στον Άγιο Αντώνιο, το αποχαιρετιστήριο δείπνο και την αναχώρηση των φιλοξενούμενων για την Νάουσα, την Σκύδρα και τα Γιαννιτσά (με κατεύθυνση την Θεσσαλονίκη, που απελευθερώθηκε μετά από μια εβδομάδα).

Ἀναμνήσεις ἀπὸ τοὺς ἐνδόξους Βαλκανικοὺς Πολέμους
Μὲ τὸ Στρατηγεῖον τοῦ Διαδόχου Κωνσταντίνου 1912-1913
Μία θαυμασία εἰκὼν τῶν ὑπερόχων ἐκείνων πολέμων
καὶ τῆς ὅλης ζωῆς τοῦ Γεν. Στρατηγείου, μὲ ὅλα τὰ ἄγνωστα ἀνέκδοτα τῶν Μελῶν του, παρμένα ἀπὸ ἕνα ἡμερολόγιον. Τοῦ Κου Γρηγορίου Στεφάνου

(17ον)
Καίτοι τὸ Γενικὸν Στρατηγεῖον δὲν εἶχε σαφεῖς πληροφορίας περὶ τῆς πραγματικῆς θέσεως τῶν ὑποχωρησάντων Τουρκικῶν στρατευματων ἐν τούτοις ἀπὸ πρωΐας διέταξεν ὅπως ἡ προέλασις τῶν Μεραρχιῶν μας συντελεσθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ εἶνε ἕτοιμοι, μὲ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι ὁ Τουρκικὸς στρατὸς θὰ ἀμυνθῇ πρὸ των Γιαννιτσῶν.
Βέβαιον ὅμως ἦτο, ὅτι ἡ μὲν 7η Μεραρχία κατεδίωκε τοὺς Τούρκους πρὸς Β., αἱ ὑποχωρήσασαι ἐκ Βερροίας δυνάμεις των ἔφευγον ἀτάκτως πρὸς τὰς γεφύρας τοῦ Καρὰ-Ἀσμὰκ καὶ ὅτι ἡ 5η Μεραρχία ἐβάδιζε πρὸς Β. τοῦ Ναλμπάνκιοϊ[1], καταδιώκουσα.
Περὶ Γιαννιτσῶν οὐδεμία πληροφορία. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ πεποίθησις τοῦ Στρατηγείου ἦτο, ὅτι ὁ Ταξὶν ἀσφαλῶς θὰ δώσῃ μάχην πρὸ τῶν Γιαννιτσῶν, διὰ τοῦτο ἐξέδωσεν ἀπὸ πρωΐας ἀναλόγους διαταγάς, πρὸς ἀνάπτυξιν τοῦ στρατοῦ καὶ μέτωπον πρὸς τὸν Ἀξιὸν καὶ μὲ ἀντικειμενικὸν σκοπὸν τὴν Θεσσαλονίκην.
Πράγματι τὴν νύκτα τῆς 17ης Ὀκτωβρίου 1912 ὁλόκληρος ὁ στρατός μας εὑρίσκετο εἰς τὰς θέσεις, ἃς τοῦ ὥριζε τὸ Γεν. Στρατηγεῖον. Νέα δὲ διαταγὴ ἐκδοθεῖσα σήμερον παρήγγειλε διὰ τὴν ἑπομένην (18 Ὀκτωβρίου) νέαν πάλιν προέλασιν μὲ διαφόρους ἀναγνωρίσεις. Αἱ ὁρισθεῖσαι δὲ γραμμαὶ ἦσαν τὸ Ζερβοχῶρι, ἡ Μονὴ Ὁσίου Λουκᾶ[2], τὸ Δισαρῆ-Βλάχ[3], ὁ Ἅγιος Γεώργιος[4], τὸ Βερτικόπ[5].
Τὸ Γεν. Στρατηγεῖον παραμένει εἰσέτι ἐν Βερροίᾳ. Διαταγὴ ἐν τούτοις πρὸ ὀλίγου ἐκδοθεῖσα μᾶς ἀναγγέλλει ὅτι αὔριον τὴν 1ην μ.μ. ἀναχωροῦμεν διὰ τὸν σταθμὸν Νιαούσης σιδηροδρομικῶς ἐκτὸς 6 γραφέων, οἵτινες θὰ ἀναχωρήσουν τὴν μεθεπομένην δι᾿ ἁμάξης. Καὶ οὕτω ὁ εἰς τὴν κατοχὴν μας περιελθὼν τουρκικὸς σιδηρόδρομος θὰ χρησιμοποιηθῇ αὔριον ὁδηγούμενος ὑπὸ Ἕλληνα ὁδηγόν.

«Ὁ Ἕλλην Ἀρχιστράτηγος μετὰ τοῦ ἐπιτελείου του. Παρ᾿ αὐτὸν ὁ πρίγκηψ Νικόλαος {1872-1938, αδελφός του Κωνσταντίνου, πρώτος στρατιωτικός διοικητής της Θεσσαλονίκης μετά την Απελευθέρωσή της, – προς τιμήν του η σημερινή οδός Αλεξάνδρου Σβώλου της Θεσσαλονίκης ονομάζετο, το πάλαι ποτέ, “Πρίγκηπος Νικολάου”, από μετονομασία της οδού Πολωνίας, πρώην οδού Κισσάβου!}, καὶ ὄπισθεν αὐτοῦ ὁ ἤδη {= 1936} Βασιλεὺς Γεώργιος Β’ {1890-1947} καὶ ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς Ἀλέξανδρος {1893-1920}.»
«Τὸ Φῶς», 19-10-1939.

***
Καθ᾿ ἣν στιγμὴν τελειώνομεν πλέον τὴν ἐν τῷ Γενικῷ Στρατηγεὶῳ ἐργασίαν μας, ἐμφανίζεται πρὸ τῆς θύρας τοῦ γραφείου ἡ συμπαθητικὴ τοῦ κ. Χατζηνικολάκη μορφή. Προχωρεῖ μὲ δειλίαν καὶ φόβον ὁ λαμπρὸς αὐτὸς πατριώτης καὶ δι᾿ ἑνὸς νεύματος μᾶς εἰδοποιεῖ ὅτι τὸ τραπέζι εἶνε ἕτοιμο. Ὀκτὼ πειναλέα στόματα ἐν μιᾷ βοῇ φωνάζουν:
― Ἐρχόμεθα.
Ἕνα λουκούλιον δεῖπνον μᾶς περιμένει. Τρεῖς δὲ φιάλαι παλαιοῦ μαύρου οἴνου εὑρίσκονται ἐπὶ τῆς τραπέζης, δεῖγμα τρανὸν τῆς διαθέσεως τοῦ οἰκοδεσπότου νὰ περιποιηθῇ τὰ «παιδιὰ» μὲ ὅ,τι ἐκλεκτὸν ἔχει τὸ «κελάρι» του. Καὶ ἦσαν πράγματι ὅλα ἐκλεκτά, θαυμάσιος δὲ ὁ παλαιὸς αὐτὸς οἶνος. Τῇ ἀξιώσει ὅμως τοῦ κ. Χατζηνικολάκη πίνεται ἄκρατος. Καὶ ἡ εὐθυμία φουντώνει. Πολλοὶ ζαλίζονται καὶ περιέργως εὐχαριστεῖ τοῦτο ἰδιαιτέρως τὸν οἰκοδεσπότην.
― Φθάνει πειά, κ. Χατζηνικολάκη. Θὰ μεθύσωμε.
― Καὶ τὶ σᾶς νοιάζει; Μήπως πρόκειται νὰ πᾶτε πουθενά; Ἀπὸ τὴν τραπεζαρία εἰς τὴν κρεββατοκάμαρα. Νά την ἐδῶ δίπλα. Ὅλα εἶνε ἕτοιμα. Πιέστε κι᾿ ἔννοια σας.
Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Χατζηνικολάκης εἶνε ἐν εὐθυμὶᾳ διότι κι᾿ αὐτὸς πίνει διαρκῶς. Καὶ εἰς μίαν στιγμὴν πατριωτικοῦ ἐνθουσιασμοῦ, μᾶς λέγει:
― Ὅλα αὐτὰ καλὰ καὶ ἅγια. Θέλω ὅμως νὰ μοῦ πῆτε κἄτι, σεῖς ποὺ εἶσθε καθημερινῶς μὲ τὸν Διάδοχον. Πῶς μπορεῖ νὰ τὸν ἰδῶ ἀπὸ κοντά. Μὰ ἀπὸ πολὺ κοντά.
― Ὁ μόνος ποὺ μπορεῖ νὰ σὲ παρουσιάσῃ – λέγει μισομεθυσμένα ὁ Δραγάτσης – εἶνε τοῦτος ἐδῶ.
Καὶ δεικνύει ἐμένα.
― Αὐτὸς μπορεῖ νὰ τὰ καταφέρῃ μιὰ χαρά, προσθέτει.
― Ἂν μοῦ κάμετε αὐτὸ τὸ καλό, αὐτὴν τὴν τιμήν, θὰ εἶμαι διὰ βίου ὑπόχρεος. Ἀλλὰ εἶναι νομίζω πολὺ δύσκολον. Ἤθελα ἁπλῶς νἄρθω αὔριο τὸ πρωῒ εἰς τὸ Γεν. Στρατηγεῖον τὴν ὥρα ποὺ ἔρχεται νὰ τὸν ἰδῶ ποὺ θὰ περνᾷ. Τίποτε ἄλλο. Διότι ναὶ μὲν τὸν εἶδον εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἀλλὰ ἀπὸ μακρυά. Θέλω νὰ τὸν ἰδῶ ἀπὸ κοντά.
― Αὐτὸ γίνεται, κ. Χατζηνικολάκη. Μόλις αὔριο τὸ πρωῒ ἔλθῃ εἰς τὰ γραφεῖα θὰ ἔλθω νὰ σοῦ φωνάξω.
― Ἀλήθεια;
― Ἔχεις τὸν λόγον μου.
― Σὲ εὐχαριστῶ πολύ. Ἂς πιοῦμε λοιπὸν εἰς ὑγείαν τοῦ Διαδόχου…
Μετ᾿ ὀλίγον ὀκτὼ στρατιῶται μισομεθυσμένοι κοιμοῦνται εἰς τὸ παραπλεύρως δωμάτιον τὸν ὕπνον τοῦ δικαίου.
***
Τὴν πρωΐαν τῆς 18ης Ὀκτωβρίου καὶ καθ᾿ ἣν στιγμὴν ἐπίναμεν τὸν καφέ μας, μὲ πλησιάζει ὁ κ. Χατζηνικολάκης καὶ μοῦ λέγει εἰς τὸ αὐτί:
― Μὴ ξεχάσετε τὴν ὑπόσχεσίν σας. Θὰ σᾶς περιμένω. Δὲν θὰ ἐξέλθω.
― Ἔννοια σας, κ. Χατζηνικολάκη, μόλις ἔλθῃ θὰ σᾶς εἰδοποιήσω ἀμέσως.
Πράγματι κατὰ τὰς 10 π.μ. ἔρχεται εἰς τὸ Γεν. Στρατηγεῖον ὁ Κωνσταντῖνος καὶ κετευθύνεται εἰς τὸ γραφεῖον του. Καθ᾿ ἣν στιγμὴν ἠτοιμαζόμην νὰ σπεύσω καὶ εἰδοποιήσω τὸν κ. Χατζηνικολάκην, μὲ σταματᾷ ἡ κ. Σλῆμαν[6] μὲ τὴν κ. Μελᾶ[7].
― Ποὺ μένετε; μὲ ἐρωτᾷ.
― Εἰς τὸ σπίτι κάποιου πλουσίου.
― Δὲν τὸν ἐρωτᾶτε ἐὰν μπορεῖ νὰ μᾶς διευκολύνῃ νὰ μᾶς δίδει γιὰ 5-6 ἠμέρας ψωμὶ διὰ τοὺς ἀσθενεῖς τοῦ Νοσοκομείου ποὺ ἱδρύσαμεν, ἕως ὅτου τὸ παραλάβει ἡ ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία; Ἢ τοὐλάχιστον δὲν μᾶς ὑποδεικνύει τὸν τρόπον ποῦ θὰ τὸ προμηθευθῶμεν;
― Εὐχαρίστως, ἀπαντῶ. Ἐὰν μάλιστα θὰ περιμένετε θὰ σᾶς δώσω ἀμέσως ἀπάντησιν.
― Κατακαϋμένε, Στέφανε, γιατί σεῖς φεύγετε σήμερον καὶ δὲν γνωρίζομεν ἐδῶ κανένα.
― Μὴν ἀνησυχεῖτε, προσθέτω. Αὐτὸς εἶνε κατάλληλος. Τρέχω νὰ τὸν βρῶ.
Σπεύδω πράγματι εἰς τὴν φιλοξενοῦσαν με οἰκίαν καὶ μόλις μὲ βλέπει ὁ οἰκοδεσπότης μὲ ἐρωτᾷ ὅλο χαρά.
― Ἦρθε;
― Ἦρθε, κ. Χατζηνικολάκη, ἀλλ ἐκλειδώθηκε εἰς τὸ γραφεῖον του. Ἦρθα ὅμως νὰ νᾶς ἐρωτήσω κάτι ἄλλο. Μπορεῖτε δι᾿ ὀλίγας ἡμέρας νὰ δίδετε εἰς τὸ ἐδῶ στρατιωτικὸν νοσοκομεῖον ὅσο ψωμὶ θὰ χρειασθοῦν αἱ κυρίαι τοῦ Γενικοῦ Στρατηγείου, ἕως ὅτου τὸ παραλάβει ἡ ὑπηρεσία; Ξεύρετε φεύγει τὸ Γενικὸν Στρατηγεῖον σήμερα καὶ θέλει νὰ τακτοποιήσῃ καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς του. Θὰ εὐχαριστηθῇ πολὺ ὁ Διάδοχος.
Ἐσκέφθη ὀλίγον καὶ μοῦ εἶπε:
― Ἀλεῦρι σᾶς δίδω ὅσο θέλετε. Ἀλλὰ δύσκολον νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην νὰ παραδίδω ψωμί. Θὰ παραδίδω καὶ ψωμιά, ἕως 25 τὴν ἡμέρα, ἀλλὰ χωρὶς εὐθύνην. Ἡ κυρία καὶ τὰ κορίτσια εἶνε στὸ κρεββάτι ἀπὸ τὴν κούρασι νὰ ζυμώνουν δυὸ ἡμέρες τώρα. Ἀλλὰ ἀλεῦρι ὅσο θέλετε.
― Καλά. Φεύγω καὶ περιμένετέ με.
― Νὰ μὴν ἔρθω νὰ τὸν ἰδῶ;
― Ὄχι ἀκόμη. Νὰ εἰδοποιήσω πρῶτα καὶ θὰ ξανάρθω.
― Καλά. Θὰ σὲ περιμένω.
Τρέχω ὅλος χαρὰ διὰ τὴν ἐπιτυχίαν καὶ ἀναγγέλλω ἀμέσως τὴν εἴδησιν εἰς τὰς Κυρίας.
― Εἶνε βέβαιον, Στέφανε; μὲ ἐρωτοῦν.
― Βεβαιότατον.
― Τότε νὰ εἰδοποιηθῇ ὁ Διάδοχος.
― Ποιὸς ὑπασπιστὴς εἶνε τῆς ὑπηρεσίας;
― Ὁ Καλλίνσκης[8].
Σπεύδομεν εἰς τὸν ὑπασπιστὴν τῆς ὑπηρεσίας, τοῦ λέγομεν ὅτι ἐξησφαλίσθη τὸ ψωμὶ τῶν ἀσθενῶν καὶ ἀμέσως τὰ διαβιβάζει εἰς τὸν Ὑψηλότατον.
― Εἰς τὰς 2 μ.μ. σήμερον – διατάσσει ὁ Διάδοχος – νὰ φέρῃ ὁ Στέφανος τὸν κ. Χατζηνικολάκην ἐδῶ.
― Μάλιστα, Ὑψηλότατε.
Μόλις ὁ Καλλίνσκης μοῦ διεβίβασε τὴν διαταγήν, ἔσπευσα ἀμέσως νὰ εἰδοποιήσω ἐν πρώτοις τοὺς εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Χατζηνικολάκη μένοντας γραφεῖς καὶ κατόπιν τὸν ἴδιον.
Καὶ οἱ μὲν συνάδελφοι κατ᾿ ἀρχὰς δὲν τὸ ἐπίστευσαν ὅτι ἤρθαν ἔτσι ὡραῖα τὰ γεγονότα. Ὅταν ὅμως ἐπείσθησαν, ἀμέσως ἤρχισαν αἱ ἀξιώσεις.
― Ἀπόψε λοιπὸν σίγουρα θὰ καῇ τὸ σπίτι τοῦ Χατζηνικολάκη, ἔλεγεν ὁ ἕνας.
― Ἡ ρομπόλα θὰ ρεύσῃ ποταμηδόν, ἔλεγεν ὁ ἄλλος.
― Ἑκατὸ χρόνων κρασὶ θὰ σερβίρῃ ἀπόψε, εἶπεν ἕνας τρίτος.
― Ἐγὼ προτιμῶ ἕναν καλὸν χαλβᾶ. Ἐπεθύμησα καὶ λίγο γλύκισμα.
Τοὺς ἀφίνω ὅμως νὰ φλυαροῦν καὶ σπεύδω εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Χατζηνικολάκη.
Μόλις τοῦ ἀνήγγειλα ὅτι πρέπει νὰ ἑτοιμασθῇ διότι εἰς τὰς 2 θὰ τὸν παρουσιάσω εἰς τὸν Διάδοχον, πρὸς στιγμὴν ἐσταμάτησε τὸ μυαλό του. Μὲ ἐκύτταζε χωρὶς νὰ προφέρῃ λέξιν.
― Τὶ κάνετε ἔτσι; τοῦ λέω. Εἰς τὰς 2 θὰ σᾶς παρουσιάσω, νὰ σᾶς πῇ γιὰ τὸ ἀλεῦρι καὶ τὰ ψωμιά. Φεύγω τώρα. Εἰς τὰς 2 νὰ εἶσθε ἕτοιμος.
― Τὶ λές, παιδί μου; φωνάζει δυνατὰ καὶ μ᾿ ἀγκαλιάζει δακρυσμένος. Ὥστε εἰς τὰς 2;
― Μάλιστα εἰς τὰς 2.
Εἶνε μόλις 11 ½ καὶ ὁ κ. Χατζηνικολάκης ἤρχισε νὰ γδύνεται διὰ νὰ ἑτοιμασθῇ, Φεύγω καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ γδύνεται, φωνάζων τὴν γυναῖκα του, τὰ παιδιά του, τὰ ἀνήψια του, τὶς γειτόνισσες, νὰ τοῦ φέρουν παπούτσια, κάλτσες, ἐσώρρουχα, τὴν ἄσπρη του γραβάτα, τὴν ρεντιγκότα του κτλ. κτλ. Ἡ σκηνὴ ἦτο κωμική. Δικαιολογοῦνται ὅμως ὅλα, ὅταν λάβῃ τις ὑπ᾿ ὄψει του τὴν ψυχολογικὴν κατάστασιν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων.
«Πολιτεία», 26-01-1932.

Το πρωτότυπο (χειρόγραφο) του από 19-09-1912 βασιλικού διατάγματος «Περὶ ἐπιστρατεύσεως τοῦ ἐν εἰρήνῃ στρατοῦ»• υπογράφουν «Ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλεως ὁ Ἀντιβασιλεὺς Κωνσταντῖνος Διάδοχος»** και το, αποτελούμενο από τον Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο και εφτά (7)!!! Υπουργούς, Υπουργικό Συμβούλιο. (δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α’ 283/17-09-1912)
[** στον Κωνσταντίνο είχε ανατεθεί η Αντιβασιλεία, με το από 19-07-1912 β.δ., ΦΕΚ Α’ 218/19-07-1912, λόγω αποδημίας του Βασιλέως Γεωργίου εκτός του Κράτους• «[…] Ὁ Βασιλεὺς θὰ μεταβῇ εἰς τὰ λουτρὰ τοῦ Αἲξ-Λὲ-Μπαίν, ἔπειτα εἰς Κοπεγχάγην καὶ κατὰ τὴν ἐπιστροφήν του περὶ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου, θὰ ἐπισκεφθῇ τοὺς Παρισίους καὶ τὴν Βιέννην. […]», «Χρόνος», 20-07-1912.]

(18ον)
Εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Γενικοῦ Στρατηγείου μὲ περιμένουν μὲ ἀνυπομονησίαν. Διηγοῦμαι τὰ διατρέξαντα, καὶ καθ᾿ ἣν στιγμὴν γελοῦμεν, εἰσέρχεται ὁ κ. Καράκαλος.
― Πηγαίνετε σεῖς ὅλοι νὰ φᾶτε καὶ νὰ ἐπιστρέψετε ἀργότερα. Σὺ δὲ – λέγει πρὸς ἐμὲ – θὰ μεὶνῃς ἐδῶ. Καὶ ἐὰν ἡ Α.Ὑ. θελὴσῃ νὰ ὑπογράψῃ, τοῦ δίδεις αὐτὰ τὰ ἔγγραφα. Ἐὰν θὰ φύγῃ χωρὶς νὰ περάσῃ ἀπὸ ἐδῶ, κλειδώνεις τὸ γραφεῖον, πηγαίνεις νὰ φᾷς καὶ ἔρχεσαι ἀμέσως.
― Μάλιστα.
Ἔμεινα μόνος εἰς τὰ γραφεῖα. Κανεὶς ἄλλος ἐκεῖ ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Διάδοχον, τὸν Καλλίνσκην καὶ τὸν φρουρόν.
Περὶ τὴν 1ην μ.μ. εἰσέρχεται ὁ Κωνσταντῖνος ἀκολουθούμενος ἀπὸ τὸν ὑπασπιστήν του.
― Ὁ Καράκαλος;
― Μόλις ἔφυγεν, Ὑψηλότατε. Ἐὰν ὅμως θέλετε νὰ ὑπογράψετε, τὰ ἔγγραφα εἶνε ἕτοιμα.
― Θὰ ὑπογράψω.
Καὶ κάθεται εἴς τι ἐκεῖ εὑρισκόμενον γραφεῖον καὶ ἀρχίζει νὰ ὑπογράφῃ – ἀφοῦ μὲ μιὰ ματιὰ ἐδιάβαζε τὰ ἔγγραφα.
Τὸν διευκολύνω ἱστάμενος ὄρθιος ἀπέναντί του καὶ ἀποσύρων ἕνα-ἕνα ἔγγραφον ποὺ ὑπέγραφε. Αἴφνης, μοῦ παίρνει πίσω μὶαν ὑπογεγραμμένην διαταγήν, τὴν βάζει κατὰ μέρος καὶ μοῦ λέγει:
― Πὲς εἰς τὸν κ. Καράκαλον, ὅτι εἰς τὴν Λάρισαν ὑπέγραψα μίαν παρομοίαν διαταγήν. Δὲν εἶνε ἀνάγκη νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν τὰ ἴδια.
― Μάλιστα, Ὑψηλότατε.
Πρέπει ἐνταῦθα νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἡ μνήμη του ἦτο ἀπέραντος. Ὅταν δὲ ὁ κ. Καράκαλος ἠρεύνησε εἰς τὸ πρωτόκολλον εὗρε πράγματι τὴν διαταγήν, ἡ ὁποία ἀληθῶς εἶχε σταλῆ ἐκ Λαρίσης.
― Πᾶμε, Καλλίνσκη, διότι εἰς τὰς 2 πρέπει νὰ εἶμαι ἐδῶ.
― Τὶ ἄνθρωπος εἶνε αὐτός, πῶς ἀναλαμβάνει νὰ δὶδῃ ἄρτους καὶ ἀλεῦρι εἰς τὸ νοσοκομεῖον; Καὶ ποῦ τὸν ἐγνώρισες;
― Μένω σπίτι του, Ὑψηλότατε, μὲ ἄλλους 7 γραφεῖς. Μᾶς φιλοξενεῖ ἀπὸ χθές. Εἶνε εὔπορος καὶ καλὸς πατριώτης. Ἀπὸ χθὲς μοιράζει εἰς τοὺς στρατιώτας τοὺς διερχομένους τῆς οἰκίας του τσιγάρα καὶ μικρὰ ψωμάκια, τὰ ὁποῖα κατασκευάζει σπίτι του.
― Εὖγέ του. Καὶ κανεὶς δὲν τὸν συνεχάρη. Λοιπὸν εἰς τὰς 2 νὰ πᾷς νὰ τὸν φέρῃς.
― Μάλιστα, Ὑψηλότατε.
Τὸ σπίτι τοῦ Χατζηνικολάκη εἶνε ἀνάστατο. Διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῇ ὁ καϋμένος πῶς θὰ παρουσιάζετο πρὸ τοῦ Διαδόχου, χωρὶς νὰ πλυθῇ ὁλόκληρος καὶ χωρὶς νὰ ἀλλὰξῃ ἀπὸ «κορυφῆς». Καὶ ἔτσι συνέβη. Ὅταν δὲ εἰς τὴν 1 ½ μ.μ. μετέβην εἰς τὴν οἰκίαν του διὰ νὰ φάω κάτι, ὁ Χατζηνικολάκης ἦτο ἕτοιμος, χωρὶς νὰ βὰλῃ ἀκόμη μπουκιὰ στὸ στόμα.
Ἦτο στὰ μαῦρα ντυμένος. Μαῦρα λουστρίνια παπούτσια, ἄσπρη κάλτσα, μαῦρο παντελόνι καὶ γιλέκο καὶ μιὰ ποδήρη μαύρη ρεντιγκότα, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἐχάνετο ὁ καϋμένος. Ἄσπρο κολλαριστὸ πουκάμισο, ἄσπρο σκληρὸ κολλάρο, ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ μονά, τὰ ὑψηλὰ καὶ κλειστὰ καὶ μιὰ ἄσπρη γραβάτα φιόγκο – ποὺ τὴν ἐφοροῦσεν ὅταν ἔγινε γαμβρός.
Θέαμα.
Καὶ ὅμως αὐτὸς ἦτο.
― Πῶς σᾶς φαίνομαι; μὲ ἐρωτᾷ.
― Τρέλλα.
― Σταθῆτε νὰ βάλω καὶ τὸ φέσι νὰ μὲ δῆτε καλύτερα.
― Τὶ φέσι; Ἀδύνατον νὰ σὲ παρουσιάσω μὲ φέσι. Βάλε ὅ,τι ἄλλο θέλεις, ἀλλ᾿ ὄχι φέσι.
― Μὰ δὲν ἔχω.
― Μὰ «ὁλοῦρμε»[9] τώρα κ. Χατζηνικολάκη νὰ παρουσιάσω ἐσένα, τὸν μεγάλο Ἕλληνα, εἰς τὸν Διάδοχον μὲ φέσι; Δὲν πάει.
― Μὰ δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο.
― Ἔ, τότε δὲν πᾶμε, ἐτόλμησα καὶ εἶπα.
― Τί; δὲν πᾶμε; Σὲ σφάζω, μοῦ λέγει.
Καὶ ἐπειδὴ οὔτε φέσι, ἀλλ᾿ οὔτε τὸν κοῦκο τοῦ υἱοῦ του ἐδέχθη νὰ φορέσῃ, (ὅπως ἔλεγεν), εὑρέθη ἡ μέση λύσις. Νὰ φορὲσῃ μὲν τὸ φέσι μέχρι τῆς θύρας τοῦ Γενικοῦ Στρατηγείου, ἀλλὰ εἰσερχόμενος νὰ τὸ βγάλῃ.
Καὶ ἔτσι ἔγινε.
― Τώρα κάτι πρέπει νὰ φᾶμε κ. Χατζηνικολάκη, διότι εἶνε 2 παρὰ 20’.
― Νὰ φᾶτε, νὰ φᾶτε.
― Καὶ σεῖς;
― Ὄχι, ὄχι. Ἐγὼ δὲν θέλω. Εἶμαι τόσον εὐχαριστημένος, ὥστε δὲν πεινῶ διόλου.

ΤΟ ΑΠΟΛΕΣΘΕΝ (;) ΚΕΙΜΗΛΙΟ ΤΗΣ
ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ

(από την 40η επέτειο της Απελευθέρωσης
της Βέροιας, 16-10-1952)
«Ὁ Δήμαρχος {= δημαρχών} Βερροίας
κ. Γ.{εώργιος} Μπογδαμπεΐδης {1914-1997}
καθ᾿ ἣν στιγμὴν λαμβάνει ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ Μητροπολίτου Ἐδέσσης κ. Διονυσίου {1888-1968}
τὴν λευκὴν σημαίαν ἣν ἔφερον οἱ κήρυκες
κατὰ τὴν παράδοσιν τῆς πόλεως Βερροίας
παρὰ τῶν Τούρκων
κατὰ τὴν 16ην Ὀκτωβρίου 1912»
«Ἀκρόπολις», 22-10-1952.
[η τύχη της -κατατεθείσας στο (τότε) Δημαρχείο- σημαίας, όπως πολλάκις έχει καταγγελθεί, εδώ και δεκαετίες αγνοείται!]

Εἰς τὰς 2 παρὰ 5’ εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς θύρας τοῦ γραφείου τοῦ Διαδόχου, ὅπου ὁ Χατζηνικολάκης κάμνει τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ, τρέμων. Ἀλλ᾿ ὁ Καλλίνσκης δὲν ἐννοεῖ νὰ μᾶς ἀναγγείλῃ, διότι ὁ Διάδοχος ἔχει ἀφάνταστα νεῦρα.
― Κτύπησε, μοῦ λέγει, καὶ ἀνάγγειλε τὸν κύριον. Ἐσένα δὲν εἶπε νὰ τὸν φέρῃς;
― Μὰ ἐγώ, κ. Ὑπασπιστά, νὰ βγάλω τὸ φεῖδι ἀπὸ τὴν τρῦπα;
― Πάντως ἐγὼ δὲν πάω μέσα. Κάμε ὅ,τι θέλεις.
Ὁ Χατζηνικολάκης ἱστάμενος μακρύτερα ἀντιλαμβάνεται, ὅτι κἄτι συμβαίνει καὶ τρέμει περισσότερον. Εἶνε ὠχρὸς σἂν σουδάριον[10]. Νομίζεις, ὅτι περιμένει τὴν εἰς θάνατον καταδίκην του.
Τὸν πλησιάζω καὶ τοῦ λέγω.
― Πηγαίνω νὰ σᾶς ἀναγγείλω. Μὴ κάνετε ἔτσι, θάρρος. Τὶ τρέμετε; Ζοῦμεν ὑπὸ ἐλεύθερον οὐρανόν.
Τὰ ἔλεγα βέβαια ὅλα αὐτὰ διὰ νὰ δώσω μᾶλλον εἰς τὸν ἑαυτόν μου παρὰ εἰς ἐκεῖνον θάρρος. Ἐν τέλει ἀποφασίζω. “Θάρρος”, εἶπα, “Στέφανε, καὶ ὁ Θεὸς βοηθός. Ἢ θὰ φᾶτε μαζὶ μὲ τὸν Καλλίνσκην καμμιὰ ἀξέχαστη καμπάνα, ἢ δὲν θὰ γὶνῃ τίποτε”.
Κτυπῶ τὴν θύραν.
― Ἐμπρός, ἀκούω τὴν φωνὴν τοῦ Κωνσταντίνου.
Ἀνοίγω, παραμερίζω μιὰ κόκκινη κουρτίνα – ποῦ ἀνάθεμά την ποὺ βρέθηκε ἐκεῖ γιατὶ μὲ τρόμαξε, – ἵσταμαι εἰς προσοχὴν καὶ τραυλίζω:
― Ὁ κ. Χατζηνικολάκης, Ὑψηλότατε.
― Ἂς εἰσέλθῃ, μοῦ λέγει ὁ Κωνσταντῖνος, χωρὶς νὰ σηκὼσῃ τὰ μάτια του.
Ἀλλὰ μόλις ἀντελήφθη, ὅτι πρόκειται περὶ ἐμοῦ, ἐρωτᾷ κυττάζοντάς με:
― Δὲν εἶνε ἔξω ὁ Ὑπασπιστής;
― Εἶνε, Ὑψηλότατε.
― Καλά, φέρτον σὺ τὸν κύριον.
Ἐξέρχομαι, νεύω τοῦ κ. Χατζηνικολάκη νὰ μὲ ἀκολουθὴσῃ καὶ παραμερίζων τὴν κουρτίνα, τοῦ κάμνω θέσιν νὰ εἰσέλθῃ. Δὲν προφθάνω ὅμως νὰ κατεβάσω τὴν κουρτίνα καὶ νὰ τὸν ἀναγγείλω καὶ ἰδοὺ ὁ κ. Χατζηνικολάκης φαρδὺς πλατὺς χάμω, μὲ τὸ πρόσωπον ἐστραμένον πρὸς τὴν γῆν.
Ἐγείρεται ὁ Διάδοχος μειδιῶν, μοῦ κάμνει νεῦμα νὰ τὸν σηκώσω καὶ προχωρεῖ πρὸς τὸ μέρος μας.
― Σηκωθεῖτε, κ. Χατζηνικολάκη, σηκωθεῖτε.
Ἐγείρεται πράγματι, ἀλλὰ μόλις ἀντιλαμβάνεται, ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος ἦτο ἐνώπιόν του, ξαναγονατίζει καὶ πίπτει πάλιν κατὰ γῆς.
Ὁ Κωνσταντῖνος δὲν συγκρατεῖται πλέον, βλέπων τὴν τελείως αὐτὴν κωμικὴν σκὴνὴν νὰ ἐπαναλαμβάνεται. Μόλις συγκρατεῖ τὸν γέλωτα. Ἀμέσως ὅμως ἀλλάσσει ὕφος, πλησιάζει μόνος του, παίρνει ἀπὸ τὸν βραχίονα τὸν κ. Χατζηνικολάκη καὶ τὸν σηκώνει ὁ ἴδιος.
― Σταθῆτε, τοῦ λέγει. Ἐδῶ δὲν εἶνε πλέον Τουρκιά. Εἴμεθα ἐλεύθεροι, Εὑρίσκεσθε ἐνώπιον τοῦ Διαδόχου, ὅστις σᾶς συγχαίρει δι᾿ ὅσα ἐκάματε διὰ τὸν στρατόν, θέλει νὰ σᾶς ἐρωτὴσῃ σχετικῶς μὲ τὸν ἄρτον τοῦ νοσοκομείου καὶ νὰ τοῦ εἰπῆτε ἐλεύθερα ὅ,τι θέλετε.
Ὁ Χατζηνικολάκης ἐπῆρε μὲν ὀλίγον θάρρος, ἀλλὰ κλαίει. Κλαίει σἂν μωρὸ παιδί.
― Ἐγώ, ἐγώ, Ὑψηλότατε, δὲν ἔχω τίποτε νὰ πῶ. Σεῖς ὅ,τι διατάξετε.
― Πῶς τότε θέλετε νὰ διατάξω νὰ σᾶς πληρώσουν τὸ ἀλεῦρι; Μόλις τὸ παραδίδετε ἢ εἰς τὸ τέλος ὅλο μαζί;
― Μὰ τὶ λέτε, Ὑψηλότατε; Ποῖος ἐτόλμησε νὰ σκεφθῇ διὰ χρήματα; Ὅλα δωρεάν, Ὑψηλότατε. Πεντάρα δὲν θέλω.
― Μὰ τότε ὁ στρατὸς σᾶς εὐγνωμονεῖ, κ. Χατζηνικολάκη. Σᾶς συγχαίρω. Εἶσθε μεγάλος πατριώτης.
― Τὶ εἶνε αὐτά, Ὑψηλότατε, ἐμπρὸς εἰς ὅσα ἐκάματε σεῖς καὶ ὁ στρατός; Τίποτε.
― Ὥστε, σύμφωνοι. Ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα θὰ δίδετε τὸ ἀπαιτούμενον ἀλεῦρι εἰς τὸ νοσοκομεῖον.
― Μόνον μιὰ ἑβδομάδα; Καὶ δύο καὶ τρεῖς καὶ τέσσαρες.
― Πάει καλά. Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ καὶ σᾶς συγχαίρω, τοῦ λέγει ὁ Διάδοχος, τείνων πρὸς αὐτὸν τὴν χεῖρά του, τὴν ὁποίαν ὁ καλὸς πατριώτης ἀσπάζεται εὐλαβῶς.
― Χαίρετε. Καὶ στὴν Πόλι, Ὑψηλότατε.
«Πολιτεία», 27-01-1932.

Άννα Μελά-Παπαδοπούλου, «Ἡ Μάννα τοῦ Στρατιώτου».

(19ον)
Μόλις ἐξήλθομεν τοῦ γραφείου τῆς Α.Ὑ. τοῦ Διαδόχου μὲ τὸν κ. Χατζηνικολάκην βαθύτατα συγκεκινημένον, εἰσήλθομεν εἰς τὴν αἴθουσαν, ὅπου καὶ οἱ ἄλλοι γραφεῖς.
― Θρίαμβος. Θρίαμβος, παιδιά, λέγει ὁ κ. Χατζηνικολάκης. Εἶδα τὸν Διάδοχον, τοῦ ὡμίλησα, μοῦ εἶπε τόσα ὡραῖα λόγια, τοῦ ἐφίλησα τὸ χέρι, καὶ εἶμαι εὐτυχής. Ἀλλὰ τὶ ἄνθρωπος, τὶ ἄνθρωπος. Πῶς νὰ μὴν ἔχωμεν τοιαύτας ἐπιτυχίας μὲ αὐτὸν τὸν Ἀρχιστράτηγον! Αὐτὸς σὲ συναρπάζει, σὲ μαγεύει, φίλε μου. Πηγαίνω τώρα νὰ τὰ διηγηθῶ εἰς τὴν γυναῖκά μου. Πόσον θὰ εὐχαριστηθῇ! Κι᾿ αὐτὰ τὰ ὀφείλω σὲ σᾶς. Εἶμαι εὐτυχής. Τώρα λέγετε τὶ θέλετε νὰ σᾶς ἑτοιμάσω γιὰ τὸ βράδυ, ἀφοῦ αὔριο φεύγετε;
― Ὅ,τι θέλετε, κ. Χατζηνικολάκη. Πρὸ παντὸς ὄχι φασαρίες.
― Καλὲ τὶ λέτε. Ὅ,τι διατάξετε.
― Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἐμείναμεν 6 μόνον. Οἱ ἄλλοι ἔφυγαν. Λοιπὸν κανονίσετε.
― Νὰ σᾶς πῶ ἐγώ, κ. Χατζηνικολάκη, προσθέτω ἐπεμβαίνων. Τὰ παιδιά, ὅλοι μας δηλαδή, εἴμεθα κατενθουσιασμένοι ἀπὸ τὰς εὐγενεῖς περιποιήσεις σας. Ἐπειδὴ ὅμως θέλετε κάτι ἔκτακτον νὰ μᾶς προσφέρετε ἀπόψε, σᾶς λέγω καθαρά, ὅτι εὐχαρίστως θὰ φᾶμε ἕνα χαλβᾶ ἀλὰ Τοῦρκα.
― Μόνον αὐτό;
― Τίποτε ἄλλο.
― Tότε, ἕνα ὡραῖο ψητὸ στὴν κατσαρόλα, χαλβᾶ, φροῦτα, τυρὶ καὶ τὸ πιὸ παληὸ κρασί, ποὺ ἔχω. Σύμφωνοι;
― Καὶ βέβαια. Κι᾿ αὐτὰ πολλὰ εἶνε.
― Χαίρετε τώρα καὶ εἰς τὰς 8.
― Χαίρετε.
***
Τὸ κρύο εἶνε καὶ σήμερα ὑπερβολικόν. Ἐν τούτοις ὁ κόσμος κυκλοφορεῖ ἐλευθέρως εἰς τὰς ὁδούς, διότι πρόκειται εἰς τὰς 4 μ.μ. νὰ ἔλθῃ ὁ Βασιλεύς. Πράγματι τὴν ὁρισθεῖσαν ὥραν ἡ Α.Μ. μετὰ τοῦ Διαδόχου, τῶν Πριγκηπισσῶν, τῶν Πριγκήπων καὶ λοιπῶν ἐπισήμων εἰσέρχονται εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, ὅπου ἐτελέσθη δοξολογία. Ὁ λαὸς συνωστιζόμενος πρὸ τοῦ ναοῦ καὶ διαρκῶς ζητωκραυγάζων, περιμένει τὴν ἔξοδον τῶν ἐπισήμων. Ὑποκλίνονται ὅλοι εὐλαβῶς καὶ μόνον, ὅταν ἐνύκτωσε πλέον, τὸ δὲ χιονόνερο ἤρχισε νά πὶπτῃ μὲ ὁρμήν, διελύθη τὸ συγκεντρωμένον πλῆθος.
***
Ἡ οἰκία τοῦ κ. Χατζηνικολάκη εἶνε κατάφωτος καὶ γεμάτη κόσμον. Διότι οἱ προὔχοντες τῆς Βερροίας, οἱ φίλοι, οἱ γείτονες, πληροφορηθέντες, ὅτι ὁ Διάδοχος ἐδέχθη εἰς ἀκρόασιν τὸν καλὸν αὐτὸν πατριώτην, ἔσπευσαν νὰ τοῦ ζητήσουν πληροφορίας καὶ νὰ μάθουν νέα.
Καὶ ὁ κ. Χατζηνικολάκης – ἐπισήμως ἀκόμη ἐνδεδυμένος – διηγεῖται τὰς ἐντυπώσεις του. Φωνάζει, χειρονομεῖ, ἐπαναλαμβάνει τὶ τοῦ εἶπεν ὁ Διάδοχος καὶ τὶ ἀπήντησεν αὐτός, περιγράφει λεπτομερῶς ὅλας τὰς σκηνάς, ὑπερβάλλει τὰ πράγματα καὶ ἐξακολουθεῖ τὴν φλυαρίαν του πρὸ τοῦ χάσκοντος ἀκροατηρίου. Εἶνε ἐνθουσιασμένος. Οἱ ἀκούοντες τὸν βλέπουν μὲ ἀπορίαν, ἀλλὰ καὶ μὲ κάποιαν ζηλοτυπίαν, ὅτε ἐνσκήπτομεν οἱ φιλοξενούμενοι.
― Καλῶς τὰ παιδιά. Καλησπέρα σας. Καθίσετε. Φέρετε οὖζο καὶ γιὰ τὰ παιδιά.
Ὅλοι ἐγείρονται διὰ νὰ μᾶς καλησπερίσουν. Τοῦ Στρατηγείου «σοῦ λέει ὁ ἄλλος». Καὶ ἐπαναλαμβάνονται τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια, ἔως ὅτου μᾶς ἀναγγέλλουν, ὅτι τὸ τραπέζι εἶνε ἕτοιμο.
Τὸ ἀποχαιρετιστήριον αὐτὸ δεῖπνο, ἀλλὰ καὶ τὸ εὐχαριστήριον συγχρόνως, ὑπῆρξε πράγματι μεγαλοπρεπές. Τὸ παληὸ κρασὶ ρέει ἄφθονον, ὁ δὲ χαλβᾶς τῆς κ. Χατζηνικολάκη εἶνε ὑπέροχος, ἄφθονος καὶ γευστικώτατος.
Ἀλλ᾿ ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς κανεὶς δὲν ἐνθυμεῖται πλέον τίποτε. Μόνον τὸ πρωΐ, ποὺ μᾶς ἐξύπνησεν ὁ οἰκοδεσπότης, ἐμάθαμεν, ὅτι ἦτο Παρασκευὴ 19 Ὀκτωβρίου καὶ ὥρα 4 π.μ. Ἐτοιμαζόμεθα καὶ εἰς τὰς 6 φεύγομεν διὰ Νιάουσαν. Περιττὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι ὁ κ. Χατζηνικολάκης μᾶς συνώδευσε μέχρι τοῦ μέρους τῆς ἀναχωρήσεώς μας παρὰ τὴν ἀπίστευτον πρωϊνὴν παγωνιάν.
Μόλις ἐφθάσαμεν εἰς τὸν σιδηροδρομικὸν σταθμὸν Νιαούσης, πληροφορούμεθα ὅτι ὁλόκληρον τὸ Γεν. Στρατηγεῖον, τὸ ὁποῖον διενεκτέρευσεν ἐκεῖ ἑτοιμάζεται νὰ ἀναχωρήσῃ σιδηροδρομικῶς.
Πράγματι τὴν 10ην πρωϊνὴν ὅλοι εὑρισκόμεθα εἰς Βερτικόπ. Ἐκεῖ ἐμείναμεν μέχρι τῆς 3ης μ.μ. Κατόπιν ὅλοι ὁμοῦ ἐβαδίσαμε πρὸς Γιαννιτσὰ διὰ τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ, ὅπου ἀναλόγως θὰ ἐγκαταθιστάμεθα. […]
«Πολιτεία», 28-01-1932.

«Μία ἱστορικὴ φωτογραφία: Ὁ τότε πρίγκηψ καὶ ἤδη {= 1936} Βασιλεὺς Γεώργιος εἰς τὴν Βέρροιαν, μετὰ τοῦ μητροπολίτου Καλλινίκου, τοῦ τότε Δημάρχου Χαλὴλ βέη καὶ ἄλλων ἐπισήμων,
μικρὸν μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσίν της.»
«Τὸ Φῶς», 20-10-1936.
{η (μη) ευκρίνεια της φωτογραφίας δεν επιτρέπει την βεβαιότητα, αλλά και δεν αποκλείει την (κάπως αυθαίρετη;) υπόθεση: ο εικονιζόμενος δεύτερος από δεξιά (προ του Δημάρχου Χαλήλ Αλή βέη) να είναι ο Στέφανος Χατζηνικολάκης: η κοινωνική θέση και η οικονομική επιφάνεια, αλλά και οι αναπτυχθέντες κατά την Απελευθέρωση δεσμοί του με τον Στρατό, καθώς και η προσωπική γνωριμία του με τον Αρχιστράτηγο (πατέρα του πρίγκηπα Γεωργίου), θα δικαιολογούσαν οπωσδήποτε την διακεκριμένη θέση του στην υποδοχή του υψηλού επισκέπτη}

«Το ζεύγος Στέφανος και Ελένη Χατζηνικολάκη στην αυλή του σπιτιού τους / Θάλεια Γεωργιάδου = Stefanos and Eleni Chatzinikolakis at the yard of their house» (1923)
Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας, https://medusa.libver.gr/iguana/www.main.cls?l=gre&surl=search&p=2cafc322-e6e4-433a-9fcf-b8b0e4d5c7da#recordId=3.5642

[1] Ναλμπάνκιοϊ = Περδίκκας (Κοζάνης) [μετονομασία: δ. της 20-01-1927 «Περὶ μετονομασίας κοινοτήτων καὶ συνοικισμῶν», ΦΕΚ Α’ 18/01-02-1927, «[…] 1ον Ἐν τῷ νομῷ Κοζάνης. […] Γ) Ἐν τῇ Ὑποδιοικήσει Καϊλαρίων. […] 18) Ἡ κοινότης Ναλμπάνκιοϊ μετονομάζεται εἰς “κοινότητα Περδίκκα” καὶ ὁ ὁμώνυμος αὐτῇ συνοικισμὸς Ναλμπάνκιοϊ εἰς “Περδίκκας”. […]».

[2] Ο ομώνυμος Ιερός Ναός (παλαιά Ιερά Μονή) στον οικισμό Άγιος Λουκάς Πέλλας (Δημοτική Κοινότητα Αγίου Λουκά της Δημοτικής Ενότητας Κρύας Βρύσης του Δήμου Πέλλας).

[3] Δισαρή-Βλαχ = Έξω Βλαχ = Εξώβαλτα (εγκαταλελειμμένος, σήμερα, οικισμός της Κοινότητας Εσωβάλτων) [μετονομασία: δ. της 15-11-1926 «Περὶ μετονομασίας κοινοτήτων καὶ συνοικισμῶν», ΦΕΚ Α’ 412/22-11-1926, «[…] 1ον Ἐν τῷ νομῷ Πέλλης. […] Βον Ἐν τῇ Ὑποδιοικήσει Γιαννιτσῶν. […] 4) Ἡ κοινότης Βλὰχ μετονομάζεται εἰς “κοινότητα Βάλτων” καὶ ὁ συνοικισμὸς αὐτῆς Ἔσω Βλὰχ εἰς “Ἐσώβαλτα”. 5) Ὁ συνοικισμὸς Ἔξω Βλὰχ τῆς αὐτῆς κοινότητος μετονομάζεται εἰς “Ἐξώβαλτα”. […]»].

[4] Άγιος Γεώργιος Πέλλας (σημ. Δημοτική Κοινότητα Αγίου Γεωργίου της Δημοτικής Ενότητας Μεγάλου Αλεξάνδρου του Δήμου Πέλλας).

[5] Βερτεκόπ / Βερτικόπ = Σκύδρα [μετονομασία: δ. της 02-03-1926 «Περὶ ἐγκρίσεως μετονομασίας κοινοτήτων καὶ συνοικισμῶν αὐτῶν τοῦ νομού Πέλλης», ΦΕΚ Α’ 97/18-03-1926, «[…] ἐγκρίνομεν τὴν μετονομασίαν […] Α’ Ἐν τῇ Ὑποδιοικήσει Ἐδέσσης. […] 3) Ἡ κοινότης Βέρτεκοπ εἰς “κοινότητα Σκύδρας” καὶ ὁ ὁμώνυμος αὐτῇ συνοικισμὸς εἰς “Σκύδρα, ἡ” […]»].

[6] Ανδρομάχη Σλήμαν (1871-1962), θυγατέρα του αρχαιολόγου Ερρίκου και της ιδρύτριας και ευεργέτιδας σειράς νοσηλευτικών ιδρυμάτων Σοφίας Σλήμαν, σύζυγος του (αδελφού του Παύλου Μελά) Λέοντος Μελά (1872-1905), ακολούθησε τα βήματα της μητέρας της, και κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, εντάχθηκε, ως εθελόντρια νοσοκόμα, στην Υγειονομική Υπηρεσία του Στρατού.

[7] Άννα Μελά-Παπαδοπούλου (1871-1938), αδελφή του Παύλου και του Λέοντος Μελά, κουνιάδα της Ανδρομάχης Σλήμαν. Εμβληματική εθελόντρια νοσοκόμα, στην πρώτη γραμμή των στρατιωτικών νοσοκομείων της πολεμικής δεκαετίας 1912-1922 (Βαλκανικοί Πόλεμοι, Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική Εκστρατεία), κατέκτησε επάξια τον τίτλο: «Ἡ Μάννα τοῦ Στρατιώτου».

[8] Ανδρέας Καλλίνσκης-Ροΐδης (1868-1930), αντιστράτηγος, – ίλαρχος απεσπασμένος στο Γενικό Στρατηγείο κατά την διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, εγγονός του συνονόματού του Πολωνολιθουανού φιλέλληνα και αγωνιστή του 1821 Ανδρέα Καλλίνσκη (1806-1893). Ο (επίσης συνονόματος) γιός του, Ανδρέας Καλλίνσκης (1895-1956), έλαβε μέρος ως δευτεροετής Εύελπις στους Βαλκανικούς Πολέμους, και ήταν ο ιδρυτής και πρώτος Αρχηγός των Δυνάμεων Καταδρομών (ΛΟΚ).

[9] ολούρμε (τουρκ. olur mu) = είναι δυνατόν;

[10] σουδάριον (λατιν. sudarium) = πανί για το σκούπισμα του ιδρώτα• πετσέτα• μαντίλι• και (όπως εδώ) πανί για την κάλυψη του προσώπου του νεκρού.

Κοινοποίηση της ανάρτησης:

Σχετικές αναρτήσεις

Ιστορικό

[pmpro_login redirect="/account/"]