Γράφει ο Γιώργος Κοτζαερίδης
συνέχεια….
Τα βράδια του χειμώνα παρέμενε πάντα ίδιο το σκηνικό ….
Κάθε βράδυ κάναμε νυχτέρια. Κάποιες νύχτες πηγαίναμε στο σπίτι της γιαγιάς της Μεταξούς, η οποία με τη θυγατέρα της, την Κυρά Παναγιώτα, μας διηγούνταν ατέλειωτα παραμύθια με τον Κέλογλαν, τον Καμπέρ και την Αρζού.

Νυχτέρια βέβαια χωρίς διάφορα μικρασιάτικα εδέσματα και γλυκίσματα δεν μπορούσαμε να διανοηθούμε. Έτσι η γιαγιά έκανε μουστουκούληκα, χουσμερί, η θεία Μεταξού την περίφημη μπουρμαλού και προς μεγάλη μας ευτυχία, όλο το βράδυ τρώγαμε και τραγουδούσαμε τα Κουβουκλιώτικα τραγούδια:
«Η Σοφιά»
Ήτανε ένας γέρος και μια γριά, που είχαν ένα κοριτσάκι,
που το έλεγαν Σοφιά. Η μάνα της τη στέλνει στο σχολειό,
μα η κακιά δασκάλα στο πηγάδι για νερό.
Κοντό σχοινί της δίνει, βαρύ σταμνί, για
ν΄ αργήσει στο πηγάδι, να της εύρη αφορμή.
Μα η κόρη εξυπνούλα και πονηρή,
κόβει τις δυο πλεξούδες κι αβλαντάει το σχοινί.
Και η μάνα της τη βλέπει απ’ τα αργαλειό:
– Σοφία μ’ πούναι τα μαλλιά σου
και οι πλεξούδες σου οι δυό.
– Μάνα μου, συ με στέλνεις στο σχολειό
και η κακιά δασκάλα στο πηγάδι για νερό.
Κοντό σχοινί μου δίνει, βαρύ σταμνί, για να αργήσω
στο πηγάδι για να μου βρει αφορμή.
Μα η κόρη σου εξυπνούλα και πονηρή.
κόβει τις δυό πλεξούδες και αβλαντάει το σχοινί.
Έμ το άλλο, που το τραγουδούσαν μόνο στα Κουβούκλια και το είχαν σαν εθνικό ύμνο – το δημοσίευσε λένε και η εφημερίδα «Εθνικός Κήρυξ» της Νέας Υόρκης.
Τι εθνικό ύμνο δηλαδή… που όταν πήγα κάποτε σε μία γιαγιά, την Καραγκιαουρίνα τη Γραμματού από το Μικρόκαμπο Κιλκίς και σε έναν παππού, τον Μπαλαμπανίδη τον Δημήτρη από τη Γαλάτεια Πτολεμαίδας, με το τραγούδησαν πολύ διαφορετικά… με λέξεις που με έκαναν όχι απλά να ντραπώ, αλλά και να κοκκινίσω από συστολή.
«Τηρώ βλέπω στον ουρανό»
Τηρώ βλέπω στον ουρανό, τα σπίτια της μές το γιαλό,
τα παραθύρια της γυαλιά, θεέ μου βγάλ’ ένα βοριά,
να ραγιστούνα τα γυαλιά, να ξέβη πάλι η αγάπη μου.
Έχω δυο λόγια να της πω, σαράντα να της διηγηθώ.
Ν’ ανέβω σε ψηλό βουνό, να βγάλω μια γλυκιά φωνή
για να βγούνε οι λεύτερες.
Να πελεκήσω μάρμαρα, να κάνω μαρμαρόλουτρο.
Να στήσω γούρνες δεκαοκτώ, σαντριβάνια τριάνταδυό.
Όπ’ έχει κόρη λεύτερη για να τη φέρει να λουσθεί,
πέντε τσατάλια να μπλαχή και δεκοχτώ να στολισθεί,
να δώσει και το λουτρικό, ένα σγουρό βασιλικό.
Κρίμα που δεν ποτίζεσαι και δεν κορφολογίζεσαι.
Εγώ το κορφολόγησα, στο μαντηλάκι μ’ το ‘δεσα
και στην αγάπη μ’ το στειλα, με γειές, με χαιρετίσματα,
με του βοριά τα κύματα.
Σταφύλια με τ’ απούρια τνα, ροδάκινα με τα κλωνιά,
ελιές με τα κουκούτσια τνα, δαμάσκηνα με τα τσουνιά.
Η εύθυμη παρέα σοβάρευε όταν άρχιζε ο παππούς και πάλι τις δικές του ιστορίες για το σεφέρ μπεϊλίκι, την επιστράτευση, τις κακουχίες που υπέστη αυτός και ο αδελφός του ο Στρατής στον τούρκικο στρατό και τέλος με τον ερχομό του Ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία, τον πόλεμο, την καταστροφή και το ξερίζωμα από τις εστίες τους.
Ακόμη και σήμερα, όταν μιλώ για τη Μικρασιατική Καταστροφή, ανασύρω από τη μνήμη μου όλες εκείνες τις διηγήσεις του παππού για τα διαδραματιζόμενα στην αποβάθρα των Μουδανιών, όπου είχαν καταφύγει όλοι οι Έλληνες της περιοχής Προύσας για να αποφύγουν την οργή των Τούρκων.
«Κεμάλς έρχεται ….Να φύγμε να γλυτώσμε.»
Αυτή η κραυγή αντηχούσε σε όλα τα χωριά της Προύσας και οι ελαιώνες της περιοχής Μουδανιών, γέμισαν από κατατρεγμένους Έλληνες. Μάνες έψαχναν τα παιδιά τους, άνδρες τις γυναίκες τους, μέσα σε στιγμές απέραντου πανικού και απόγνωσης.
«…Έτς χάθκε και ο αδελφόσιμ ο Στρατής, που ήτανε στρατιώτης. Από τότε που πήγε στρατιώτς δεν τον ξανάδαμε…»
Όταν μιλούσε γι’ αυτές τις στιγμές ο παππούς, δάκρυζε από τη συγκίνηση, λες και τις ξαναζούσε.
Όταν πλησίαζαν τα μεσάνυχτα σταματούσε τις ιστορίες του, αποχαιρετούσαμε τη θεία Μεταξού και κλείναμε ραντεβού για την επόμενη μέρα στο δικό μας σπίτι.
Αυτό επαναλαμβανόταν σχεδόν όλο το χειμώνα και εγώ με τα αδέλφια μου μεταφερόμασταν νοερώς στα Κουβούκλια ζώντας μαζί τους όλες τις δυσάρεστες και ευχάριστες στιγμές τους.
Μεγαλώνοντας, και αφού πέθαναν πλέον ο παππούς και η γιαγιά, αφού απέκτησα το πρώτο μου αυτοκίνητο, γύρισα όλα τα χωριά στην Ελλάδα, όπου κατέφυγαν οι Κουβουκλιώτες πρόσφυγες. Επισκέφθηκα όλους τους παππούδες και γιαγιάδες, που μου διηγήθηκαν την ιστορία του όμορφου χωριού τους και διάβασα σχεδόν όλα τα βιβλία που γράφτηκαν γι’ αυτά.
Μαζί τους γνώρισα και άλλους πρόσφυγες από τα άλλα, γειτονικά χωριά της Προύσας. Έτσι όταν έφθασε η ώρα να τα επισκεφθώ, ήμουν ενημερωμένος για την ιστορία τους.
Το μεγάλο ταξίδι.
Ήταν άνοιξη όταν αποφάσισα να πραγματοποιήσω το πολυπόθητο ταξίδι μου στην Προύσα, το οποίο υπολόγιζα ότι θα διαρκούσε τρεις εβδομάδες.
Σκοπός μου ήταν να επισκεφθώ, όπως προανέφερα, όλα τα χωριά που βρίσκονταν γύρω από την Προύσα και την Απολλωνιάδα, να καταγράψω και να φωτογραφίσω όλα τα ελληνικά μνημεία που υπήρχαν ακόμη σε αυτά.
Ακολούθησα την ίδια διαδρομή που είχα κάνει στο προηγούμενο ταξίδι μου για το Ατάπαζαρ μέχρι τα σύνορα και μετά είκοσι χιλιόμετρα έστριψα δεξιά και έφθασα στην πρώτη μεγάλη πόλη, την Κεσσάνη ή Kesan, με κατεύθυνση την Καλλίπολη, η οποία στα Τουρκικά ονομάζεται Gelibolu.
Πέρασα έξω από την Κεσσάνη η οποία πριν το 1922 είχε περίπου 3.176 χριστιανούς κατοίκους. Στις αρχές του 20ου αιώνα, ήταν έδρα του Επισκόπου Χαριουπόλεως Φιλόθεου και έδρα Μητροπολιτικού και Πνευματικού Δικαστηρίου.
Είχε δύο εκκλησίες, τον Άγιο Αθανάσιο, που κτίσθηκε το 1837 και τους Τρεις Ιεράρχες, που κτίσθηκε το 1860. Στην Κεσσάνη λειτουργούσαν μία Αστική Σχολή με πέντε δασκάλους και διακόσιους είκοσι μαθητές και ένα Παρθεναγωγείο, ενώ τα σχολεία της συντηρούνταν από τα ταμεία των εκκλησιών. Σήμερα πλησιάζει τις 40.000 και είναι μία από τις μεγαλύτερες πόλεις της Θράκης. Αυτό που διέκρινα από το αυτοκίνητο, ήταν μεγάλες και άχαρες πολυκατοικίες, η μία μετά την άλλη, δίχως μπαλκόνια, λες και αποτελούσαν ένα τοίχος που προστάτευε την πόλη.
Αυτό βέβαια, που πραγματικά προστατεύει την πόλη, είναι το μεγάλο στρατόπεδο που βρίσκεται εκεί, καθώς και η παρουσία πολλών στρατιωτών αλλά και στρατιωτικών φορτηγών, που συναντά κανείς πολύ συχνά στο δρόμο.
Η απόσταση Κεσσάνη – Καλλίπολη είναι περίπου μία ώρα και ο δρόμος είναι ευθύς, χωρίς στροφές και όπως παρατήρησα, σε πολύ καλή κατάσταση.
Η Καλλίπολις, πήρε το όνομά της από τον Αθηναίο στρατηγό Καλλία, «Καλλίου πόλις», ενώ οι Βυζαντινοί την αποκαλούσαν Κριθωτή. Αργότερα μετονομάστηκε από τους Τούρκους σε Gelibolu, όνομα που διατηρεί μέχρι σήμερα.
Την Καλλίπολη, την κατέλαβαν οι Οθωμανοί το 1357. Ήταν η πρώτη Ευρωπαϊκή πόλη που έπεφτε στα χέρια τους και την περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, λόγω της σπουδαιότητας της θέσης της υπήρξε το επίνειο ολόκληρης της Θρακικής χερσονήσου, και έδρα του τουρκικού στόλου.
Η Μητρόπολη της Καλλίπολης ήταν 16η στην σειρά των ιερών μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και αριθμούσε 30 εκκλησίες. Σήμερα… άσχημοι δρόμοι, πολλά καλντερίμια και καταθλιπτικές πολυκατοικίες.
Ωστόσο, είναι ένα αξιόλογο εμπορικό λιμάνι.
Από την Καλλίπολη ξεκινά κάθε μισή ώρα το φέρυ –μπότ που περνά τα στενά των Δαρδανελίων και σε οδηγεί στην Ασιατική Τουρκία, με πρώτο σταθμό μία άλλη πρώην Ελληνική αποικία, τη Λάμψακο ή Lapseki.
Το Ταξίδι Καλλίπολη –Λάμψακος διαρκεί περίπου μισή ώρα.
Ανεβαίνεις στο κατάστρωμα και μπροστά σου απλώνεται σαν αστραφτερό φίδι ο Ελλήσποντος και πιο πέρα η θάλασσα του Μαρμαρά. Κλείνεις τα μάτια σου και ένα δροσερό αγέρι σου δροσίζει το κορμί… και χάνεσαι… συγκλονίζεσαι μεταφέροντας τη μνήμη σου πολλά χρόνια πίσω……….
Και ξάφνου… την απόλυτη σιωπή, τη διαταράσσουν οι κραυγές της κόρης του άρχοντα του Ορχομενού Αθάμαντα, της τραγικής Έλλης, η οποία για να γλυτώσει από την κακιά μητριά της, Ινώ, μαζί με τον αδελφό της Φρίξο καβάλησαν το χρυσόμαλλο φτερωτό κριάρι, δώρο του Απόλλωνα στη μητέρα τους Νεφέλη, και κατευθύνθηκαν για την Κολχίδα.
Περνώντας πάνω από την Τρωάδα, θαμπώθηκε η Έλλη από την ομορφιά του πανέμορφου τοπίου, έσκυψε κάτω, ζαλίστηκε και πνίγηκε πέφτοντας στη θάλασσα, παρά τις απέλπιδες προσπάθειες του Φρίξου να τη σώσει.
Η θάλασσα που μέχρι τότε βρυχιόνταν σαν άγριο θηρίο, ηρέμησε καταπίνοντας την όμορφη κόρη, που προς τιμή της την ονόμασαν Ελλήσποντο.
Συνέχισε ο Φρίξος το ταξίδι του στην Κολχίδα και χρόνια πολλά αργότερα η πενηντάκωπη Αργώ, με επικεφαλή τον Ιάσονα, το γιο του Αίσονα και πλήρωμα όλους τους μεγάλους ήρωες της εποχής εκείνης, διέσχισε τα περήφανα αυτά νερά με κατεύθυνση την Κολχίδα, για να πάρουν το χρυσόμαλλο δέρας και να το φέρουν πίσω στην πατρίδα.








