Πρόγραμμα εκδηλώσεων της Ημαθίας
[ditty id=231425 category="h-thesh-tou-laou"]

«Μεταξύ Ιστορίας και Θρύλου» Ο ΝΑΝΟΣ ΤΟΥ ΜΠΛΕΝΤΑ

Του Ηλία Τσιαμήτρου

Γεννήθηκε κανείς δεν ξέρει που. Ίσως στη Βόρειο Αφρική. Η μοίρα έγραφε επάνω του ολόκληρο βιβλίο. Καμπούρης, δύσμορφος, με στραβά ποδαράκια, πλακουτσωτή μύτη και βλέμμα ηλιθίου, όλα είχαν συνωμοτήσει για να καταλήξει γελωτοποιός. Οι Μαυριτανοί που τον αιχμαλώτισαν, κάποια στιγμή τον χάρισαν στον Άσπαρ. Ο Άσπαρ, αλανογοτθικής καταγωγής, δηλαδή «βάρβαρος» κατά τους Ρωμαίους, ήταν εκείνη την εποχή Πατρίκιος της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και αρχηγός του στρατού του αυτοκράτορα Θεοδόσιου του Β΄ του μικρού, του επονομαζόμενου καλλιγράφου. Αργότερα, ο Άσπαρ απόχτησε τέτοια δύναμη, που ανέβαζε και κατέβαζε αυτοκράτορες στην Κωνσταντινούπολη, μιας κι ο ίδιος ως «βάρβαρος» δε γινόταν να ανεβεί στο θρόνο. Ο στρατηγός αγάπησε το νάνο γελωτοποιό και τον είχε μη στάξει και μη βρέξει. Ο Ζέρκων όμως δεν έτρεφε τα ίδια αισθήματα για τον κύριό του. Έτσι, όταν τον αιχμαλώτισαν οι Ούννοι του Αττίλα σε κάποια μάχη δε στεναχωρήθηκε και πολύ.
Ο ίδιος ο Αττίλας αδιαφόρησε για την τέχνη του αλλά ο μεγάλος αδερφός και κατ’ όνομα συμβασιλέας, ο Μπλέντα, ενθουσιάστηκε μαζί του και έγιναν αχώριστοι. Τον έπαιρνε για παρέα στις μάχες, πολλές φορές στα καπούλια του δικού του αλόγου. Μάλιστα, διασκέδαζε να τον βάζει στα συμπόσια να περπατάει πάνω στα τραπέζια ντυμένο με μια πανοπλία ειδικά φτιαγμένη στα μέτρα του κι ένα πελώριο σπαθί που μετά βίας το κινούσε. Με τον καιρό, ο Μπλέντα κατάντησε μέθυσος. Ζούσε βίο έκλυτο και τρυφηλό μακριά απ’ τις μάχες και τους πολέμους. Το μόνο που τον ενδιέφερε, ήταν το κυνήγι, οι γυναίκες και τα γλέντια όπου έπινε μέχρις αναισθησίας. Ο Ζέρκων, εκ φύσεως περιπετειώδης τύπος, γρήγορα βαρέθηκε και το έσκασε στους Ρωμαίους. Ο Μπλέντα τον κυνήγησε και τον έφερε πίσω. Όταν τον ρώτησε γιατί το έσκασε, ο Ζέρκων ευφυέστατα του απάντησε για να παντρευτεί μια γυναίκα. Τότε ο αδερφός του Αττίλα τον πάντρεψε με μια ακόλουθο της βασίλισσας. Ο Ζέρκων όμως εξακολουθούσε να είναι ανικανοποίητος. Πολύ θα ήθελε να τον έπαιρνε ο Αττίλας στη δική του Αυλή. Βλέπεις, ο πανέξυπνος νάνος είχε από τότε διαβλέψει τα κατοπινά μεγαλεία του ανδρός!
Κάποια μέρα, ο Μπλέντα μας άφησε χρόνους μετά από μια ολονυχτία μέθης και άγριας κραιπάλης με τις παλλακίδες του. Κάποιοι λένε πως εκείνον τον άσωτο αδερφό, τον Μπλέντα, ο Αττίλας τον αγαπούσε και στεναχωρήθηκε πολύ σαν πέθανε. Άλλοι πάλι λένε πως τον στραγγάλισε με τα ίδια του τα χέρια. Γεγονός ήταν πάντως, πως του έμεινε αμανάτι ο νάνος του. Για κακή τύχη του Ζέρκωνα όμως, και αντίθετα με τον μακαρίτη, ο Αττίλας δεν τον έκανε καθόλου κέφι. Γι’ αυτό και λίγο καιρό μετά το θάνατο του Μπλέντα, αποφάσισε να τον χαρίσει στον φίλο του τον Αέτιο ως αντίδωρο για έναν γραμματικό, τον Κωνστάντιο, που του είχε στείλει εκείνος απ’ τη Ραβέννα. Ο Αέτιος ήταν Ρωμαίος στρατηγός και Πατρίκιος της Δυτικής Αυτοκρατορίας. Ο πατέρας του καταγόταν απ’ την Παννονία και η μάνα του ήταν Ρωμαία αριστοκρατικής καταγωγής. Αργότερα ο Αέτιος θα ονομαζόταν απ’ τους ιστορικούς «ο τελευταίος των Ρωμαίων». Υπήρξε στενός φίλος του Αττίλα παιδιόθεν, αλλά κι ο μόνος αντίπαλος που υπολόγιζε ο μεγάλος Ούννος σ’ ολάκερη την Οικουμένη. Τελικά, ήταν αυτός που νίκησε τον Αττίλα στα Καταλαυνικά Πεδία, σε μια μάχη πολύνεκρη κι αιματηρή που έμεινε στην ιστορία ως «μάχη των Εθνών», αφού δεν υπήρχε Έθνος του τότε γνωστού κόσμου που να μην συμμετείχε σ’ αυτή.

Ο Αέτιος έτρεφε την ίδια απέχθεια με τον Αττίλα για τους γελωτοποιούς. Στην πρώτη ευκαιρία, επέστρεψε τον Ζέρκωνα στον Άσπαρ που ήταν ακόμη απαρηγόρητος για την απώλειά του. Έτσι, ακολουθώντας τον Άσπαρ θέλοντας και μη, ο Ζέρκων βρέθηκε μετά από πολλές περιπέτειες ξανά στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, πέρασε μερικά ήσυχα χρόνια πλάι στον αφέντη του, μα είχε στο αίμα του την περιπέτεια και σκεφτόταν συχνά να την κοπανήσει. Ένα βράδυ σ’ ένα καπηλειό όπου εμφανιζόταν για έξτρα παραστάσεις, έπεσε πάνω στον Εδέκωνα, έναν απ’ τους Ούννους στρατηγούς του Αττίλα που είχε έρθει στην Πόλη ως συνοδός μιας πρεσβείας του βασιλιά του προς τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο. Πάνω στο τσακίρ κέφι κι αφού τον πότισε μπόλικο κρασί, ο Εδέκων που έκανε χάζι τον νάνο, τον έπεισε να επιστρέψει στην Αυλή του Αττίλα και στην γυναίκα του, που ακόμη έκλαιγε για τον χαμό του όπως τον βεβαίωσε με την ακαταμάχητη πειστικότητα του μεθυσμένου.
Έτσι επέστρεψε ο Ζέρκων στην Αυλή του Ούννου Βασιλιά στο μυθικό Έτσελμπουργκ την περίφημη ξύλινη πρωτεύουσα των Ούννων που μέχρι σήμερα δε γνωρίζουμε που ακριβώς βρισκόταν. Αυτός ο μικρόσωμος ανθρωπάκος, που εμφανίστηκε κάπου στην Αφρική λες και ξεφύτρωσε μέσα από κάποια στραβοχυμένη καρύδα, έζησε κατά καιρούς στις Αυλές των μεγαλύτερων αυτοκρατοριών της εποχής. Γνώρισε τους πιο ισχυρούς βασιλιάδες, τους μεγαλύτερους στρατηγούς, κι έκανε μπροστά τους το νούμερό του. Άλλοτε είχε επιτυχία, άλλοτε πάλι όχι. Λίγη σημασία είχε αυτό όμως, μπροστά σ’ αυτό καθ’ εαυτό το απίστευτο κατόρθωμα του πρώην σκλάβου, που έμοιαζε να τον είχε σημαδέψει η μοίρα με τον ελεεινότερο τρόπο. Το κύκνειο άσμα του Ζέρκωνα, το περιγράφει ο Πρίσκος, ένας νεαρός ιστορικός που βρέθηκε ως μέλος της πρεσβείας του Θεοδόσιου στην Αυλή του Αττίλα, κι ήταν ο μόνος σύγχρονος του Ούννου βασιλιά ιστορικός που έγραψε από πρώτο χέρι γι’ αυτόν και την αυτοκρατορία του:
«Ο Ζέρκων, ο Μαυριτανός νάνος εισήλθε στη σκηνή. Ο Εδέκων τον είχε πείσει να γυρίσει στους Ούννους για να πάρει πίσω τη γυναίκα του. Δεν τα κατάφερε όμως, αφού ο Αττίλας θύμωσε με την επιστροφή του και αρνήθηκε να του τη δώσει. Με την ευκαιρία του συμποσίου, ο νάνος έστησε μια τελευταία παράσταση, όπου έκανε τους πάντες εκτός του Αττίλα να πέσουν κάτω απ’ τα γέλια με την εμφάνισή του, τα ρούχα που φορούσε, τη φωνή του, και όλα αυτά που έλεγε σ’ ένα απίστευτο μπέρδεμα λατινικών, ουννικών και γοτθικών. Ο Αττίλας παρ’ όλα αυτά, παρέμενε ασυγκίνητος, χωρίς καμιά αλλαγή στη διάθεσή του. Ούτε με λόγια ούτε με πράξη φανέρωσε οτιδήποτε που να μοιάζει έστω κατ’ ελάχιστον με αποδοχή»[1]
Αυτά τα ολίγα έγραψε ο Πρίσκος για τον Ζέρκωνα, τον νάνο του Μπλέντα. Δεν λέει όμως τίποτε για το τέλος του. Πιστεύεται πως αναγκάστηκε απ’ τον Αττίλα να εγκαταλείψει και πάλι την Αυλή του και ίσως κατέφυγε για άλλη μια φορά στην Κωνσταντινούπολη, στο πρώτο αφεντικό του τον Άσπαρ. Φαίνεται πως τελείωσε εκεί τις μέρες του μέσα στη θλίψη και την αφάνεια. Το σίγουρο είναι πως το όνομά του δεν εμφανίζεται ποτέ ξανά στην Ιστορία.

[1]: Translation by J.B. Bury (Priscus, fr. 8 in Fragmenta Historicorum Graecorum) – Απόδοση του συγγραφέα

 

Κοινοποίηση της ανάρτησης:

Σχετικές αναρτήσεις

ΠΟΛΛΕΣ ΠΡΩΤΙΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ “ΟΚΑ -ΒΙΚΕΛΑ” ΒΕΡΟΙΑΣ ΣΤΟ “ΜΗΤΙΓΚ- ΣΤΙΒΟΥ ” ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ-ΟΡΕΣΤΙΚΟΥ

Πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 20-6-2026 στο Άργος Ορεστικό το” γκραν-πρι” στίβου  με την επωνυμία “Ορέστεια” για 17η χρονιά.  Στους αγώνες συμμετείχαν

Διαβάστε περισσότερα »

Ιστορικό

[pmpro_login redirect="/account/"]