Οι Δούλες (Les Bonnes) είναι έργο του Γάλλου δραματουργού Ζαν Ζενέ που πρωτοανέβηκε στο θέατρο Théâtre de l’Athénée στο Παρίσι το 1947. Το έργο έχει παιχτεί πολλές φορές σε Γαλλία, Αγγλία και Ηνωμένες Πολιτείες, κάποιες φορές μάλιστα με άντρες ηθοποιούς στους ρόλους των δούλων, ενώ προσαρμόστηκε για τον κινηματογράφο το 1974 και για όπερα δωματίου το 1994.
Βασισμένο σε αληθινή ιστορία, το έργο παρουσιάζει το παιχνίδι ρόλων δύο αδερφών υπηρετριών, της Σολάνς και της Κλαίρης, τις ώρες που η κυρία τους λείπει από το σπίτι. Καταπιεσμένες από τη φύση της θέσης τους, οι υπηρέτριες βρίσκουν διαφυγή μέσα στο παιχνίδι ρόλων που έχουν σκαρφιστεί, με τους ρόλους να εναλλάσσονται συνεχώς προκειμένου αμφότερες να ικανοποιήσουν τη θέλησή τους για εξουσία, και το παιχνίδι τους να αποκτά όλο και πιο έντονο τελετουργικό χαρακτήρα, με απώτερο σκοπό τη δολοφονία της αφεντικίνας τους. Η προσκόλληση δε των δυο τους στις λεπτομέρειες του «έργου» τους εξασφαλίζει την αέναη αποτυχία τους στην επίτευξη του στόχου τους, δηλαδή τη δολοφονία. Ο Ζενέ εστιάζει στη σαδομαζοχιστική φύση των ρόλων που υιοθετούν οι αδερφές, τονίζοντας έτσι τα εν δυνάμει ολέθρια αποτελέσματα της δεδομένης καταπίεσης που υφίστανται οι υπηρέτριες – η οποία είναι στον πυρήνα της αμιγώς σεξουαλική – καθώς και τη λεπτή γραμμή που χαρακτηρίζει τη σχέση πραγματικότητας-φαντασίας. Οι δούλες φαντασιώνονται ότι βρίσκονται σε θέση ισχύος κάθε φορά που παριστάνουν την κυρία τους, ενώ αδυνατούν να φτάσουν στην πολυπόθητη κορύφωση της αφαίρεσης της ζωής της όταν διατηρούν τον αληθινό τους ρόλο, κάτι που τις μετατρέπει σε τέρατα. Το παιχνίδι που ο Ζενέ τις έχει βάλει να παίζουν αποτελεί έναν φαύλο κύκλο• θαρρείς εσκεμμένα, απλά και μόνο ίσως για τη στιγμή που όντως θα καταφέρουν σε αληθινό χώρο και χρόνο να σκοτώσουν την κυρία τους, οι δούλες αποτυγχάνουν να φτάσουν στον οργασμό της πράξης τους. Και το παιχνίδι ξαναξεκινά με το θέατρο του παραλόγου να βρίσκεται στο ζενίθ του.
Οι Δούλες του Ζενέ ανέβηκαν για πρώτη φορά από την ομάδα «Πειραματική Σκηνή» του ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας στην Αντωνιάδειο Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, το περασμένο Σαββατοκύριακο, 2 και 3 Δεκεμβρίου, σε σκηνοθεσία Κώστα Αποστολίδη. Έκπληξη της παράστασης αποτέλεσαν αναμφισβήτητα η Όλγα Παπαδοπούλου στον ρόλο της Σολάνς και Εύη Μαρκοπούλου στον ρόλο της Κλαίρης, πλαισιώνοντας άξια την κυρία τους, Μαίρη Μεγγιάνη, που υποστήριξε με την απαραίτητη ηρεμία και υπεροψία τον ρόλο της ανώτερης τάξης. Τη μουσική υπόκρουση ανέλαβαν με επιτυχία ο Αλέξανδρος Ιωσηφίδης στο πιάνο και ο Λάζαρος Μπίντσης στα ηχητικά εφέ και σε ambient performance.
Οι δύο πρωτοεμφανιζόμενες στο σανίδι ερασιτέχνες ηθοποιοί, Όλγα Παπαδοπούλου και Εύη Μαρκοπούλου, μάγεψαν το κοινό με τη δυναμική τους και το πηγαίο ταλέντο τους. Ακομπλεξάριστες και εκφραστικότατες, με μία ιδιαίτερη πλαστικότητα στις κινήσεις τους, εντυπωσίασαν με την άνεσή τους επί σκηνής, καθώς κατάφεραν να περάσουν σε όλους εμάς την καθόλα λογική παράνοια σε βλέμμα και σώμα, που προέκυπτε από την καταπίεσή τους και, ως εκ τούτου, αυτήν την ακόρεστη δίψα τους για αποδέσμευση και ελευθερία.
Ο Κώστας Αποστολίδης με επιτυχία και μαεστρία έπλασε τις πλαστελίνες του, μετατρέποντάς τες από μαριονέτες σε πρωταγωνίστριες του δικούς τους έργου ζωής, που κατάφεραν να κόψουν τα σχοινιά και να κινηθούν με ελευθερία και πάθος, πυγμή και αποφασιστικότητα στη σκηνή, αποδεικνύοντας την ωριμότητα και την υψηλή αντίληψη που τον χαρακτηρίζουν με ό,τι καταπιάνεται. Γνώστης του γαλλικού θεάτρου – έχοντας πραγματοποιήσει σπουδές στο Παρίσι – κατάφερε να βγάλει από τις ηθοποιούς το χαρακτηριστικό εκείνο που κατέστησε τον κάθε ρόλο μοναδικό και αξιοσημείωτο.
Οι Δούλες του Αποστολίδη παρουσιάστηκαν ως πεντάμορφα τέρατα που δεν διστάζουν να ονειρευτούν και να τολμήσουν, με όποιο τίμημα επιφέρει μία τέτοια επαναστατική πράξη, ακόμα και με τη συνειδητοποίηση – έστω και αργά – ότι και ο εφιάλτης όνειρο είναι. Οι δούλες της «Στέγης» εμφανίστηκαν ως δύο τσαλακωμένες ψυχές έτοιμες να φτάσουν στα άκρα για το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο• το όνειρο. Κι ας ήταν η φωτιά του να τις κάψει.
Χαρά Ελευθερία Ζέρβα






