Του Ηλία Τσιαμήτρου
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Παρά την φοβερή του αρρώστια, ο βασιλιάς μου μετά τη μεγάλη του νίκη στο Μονζιζάρ δεν ησύχαζε στιγμή. Σήκωσε ένα αψηλό κάστρο στο δρόμο της Τιβεριάδας, στον πόρο του Ιακώβ και γύρευε με θέληση άξια θαυμασμού, να πάρει απ’ τους πιστούς της Δαμασκού την περιοχή του Μπανιγιάς για να ασφαλίσει από βορρά την Ιερουσαλήμ. Σε ‘κείνο το μέρος, την άνοιξη του 1179 μ.Χ. είχαμε βγει περιπολία με τον βασιλιά και τον γέρο κοντόσταβλο τον Οφρού (Ονφρουά του Τορόν), αυτόν που με είχε πάρει στο μερτικό του σαν ήμουν μικρός και με παρέδωσε στα χέρια του Γκιγιόμ της Τύρου. Μαζί μας είχαμε μια χούφτα ιππότες και ολίγους πεζούς από την Τρίπολη. Τότε, μια ίλη καβαλάρηδες της Συρίας, αυτοί με τα πράσινα μεταξωτά τουρμπάνια και τα γερτά σπαθιά φτιαγμένα απ’ το καλύτερο ατσάλι της Δαμασκού, μας ρίχτηκαν προβάλλοντας σαν δαίμονες με φωνές και κατάρες πίσω από ένα λόφο. Η ψυχή μου φτερούγισε σαν περιστέρι στο δόκανο. Πάει, είπα, τον χάνουμε τον μικρό βασιλιά, οι Δαμασκηνοί ήταν μιλιούνια.
Τότε, βγήκε μπροστά ο γέρο κοντόσταβλος, που έστω κι αργά, ένιωσε το λάθος του να παρασύρει τον βασιλιά σε τέτοιο κίνδυνο. Με το κορμί του προστάτεψε τον Μποντουέν, καθώς ριχτήκαμε σε ξέφρενο καλπασμό να ξεφύγουμε απ’ το λεπίδι των πιστών. Οι στρατιώτες του βασιλιά χάθηκαν, και λιγοστοί μονάχα ιππότες γλίτωσαν το θάνατο. Μαζί τους, σώθηκε ο λεπρός βασιλιάς, κοντά του κι εγώ, δοξασμένο το όνομα του Αλλάχ. Ο κοντόσταβλος Οφρού γλίτωσε κι ατός του, αλλά το κορμί του ήταν γεμάτο πληγές. Αφού βεβαιώθηκε πως ο βασιλιάς είχε σωθεί, προσκύνησε γεμάτος αίματα και μαζί με τρεις ιππότες της ακολουθίας του που έμεναν ακόμη ζωντανοί τράβηξαν για τον κάστρο του στο Χουνίν. Μέσα σε κείνο τον πύργο, μετά από μια μέρα, ο Οφρού παράδωσε την γενναία ψυχή του στον θεό μέσα σε προσευχές και μετάνοια. Οι λιγοστοί που γλιτώσαμε χάρη στη θυσία του κοντόσταβλου, φτάσαμε με την ψυχή στο στόμα στην Τιβεριάδα, κι από ‘κει καλπάζοντας σαν τον άνεμο, βρεθήκαμε στην Ιερουσαλήμ.
Λίγο καιρό μετά, ήρθαν τα μαντάτα πως ο Σαλαχουντίν πάτησε το καινούριο κάστρο στον πόρο του Ιακώβ και το γκρέμισε απ’ τα θεμέλια. Ο Μποντουέν λυπήθηκε πολύ, κι αυτό δεν βοήθησε με την αρρώστια του που άρχισε ξανά να τον ζορίζει. Τον άλλο χρόνο ο γενναίος βασιλιάς υπόγραψε συνθήκη με τον Σαλαχουντίν να μείνουν ο καθένας στα μέρη τους όπως τα είχαν μέχρι τότε. Καθώς σκεφτόμουν όλα όσα είχαν γίνει αυτά τα λίγα χρόνια που βασίλευε, ένιωθα μεγάλο θαυμασμό για τα κατορθώματα του άρρωστου παιδιού που είχε απέναντί του τον μεγάλο Σαλαχουντίν και κατάφερε να τον φέρει σε λογαριασμό χωρίς να χάσει ούτε σπιθαμή από το βασίλειό του.
Η τρομερή αρρώστια όμως, αργά αλλά σταθερά, έτρωγε στην κυριολεξία τις σάρκες του μικρού βασιλιά. Δεν ήταν πια σε θέση να ιππεύσει. Το δεξί του χέρι κρεμόταν άχρηστο στο πλευρό του. Το πρόσωπό του είχε παραμορφωθεί τόσο, που χρειαζόταν πλέον να φοράει ένα ασημένιο προσωπείο στις δημόσιες εμφανίσεις του. Η φωνή με δυσκολία έβγαινε απ’ τα χείλη του και με κόπο καταλαβαίναμε τα λόγια του. Η ανησυχία για το μέλλον του βασιλείου αυγάταινε. Ποιος θα διαδεχόταν τον βασιλιά μετά το αναπόφευκτο τέλος του; Σύμφωνα με τους νόμους των Φράγκων, σειρά στη διαδοχή είχε η μεγαλύτερη αδερφή του η Σίβυλλα. Αυτή είχε ήδη έναν γιο από τον πρώτο άντρα της, τον Γκιγιόμ του Μονφερά, τον λεγόμενο «μακροσπάθη», ο οποίος μας είχε αφήσει χρόνους από ελονοσία. Ο μικρός αυτός, που τον είχαν ονοματίσει κι αυτόν Μποντουέν, ήταν μονάχα τριών χρονών όταν η Σίβυλλα παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο έναν ασήμαντο ιππότη που λεγόταν Γκυ του Λουζινιάν. Ο Γκυ ήταν άφραγκος και είχε μια αφέλεια που άγγιζε τη μωρία. Ήταν βέβαια ομορφόπαιδο, η Σίβυλλα τον είχε μεγάλο έρωτα, μονάχα που κανείς στην αυλή δεν τον έπαιρνε στα σοβαρά. Ακόμα και οι δικοί του σαν έμαθαν στη Φραγκία πως κάποτε θα γινόταν βασιλιάς της Ιερουσαλήμ, πέσανε από τ’ άλογα απ’ τα γέλια. Λέγανε πως άμα ο μικρός Γκυ γίνει βασιλιάς, τότε μπορεί να γινόταν ακόμη και Θεός!
Μετά το γάμο, εξ ανάγκης και ύστερα από απαίτηση του Πατριάρχη Ηράκλειου, και της ίδιας της μάνας του της Αγνής, ο Μποντουέν ο λεπρός έδωσε στον Γκυ την αντιβασιλεία. Μέγα σφάλμα, που ο άρρωστος βασιλιάς δεν άργησε να το νιώσει. Τρία χρόνια μετά, κι αφού ο Γκυ εμφάνισε χίλιες φορές τον κακότροπο χαρακτήρα του και την ανοησία του, ο βασιλιάς του αφαίρεσε την αντιβασιλεία. Θέλοντας να τον αποκόψει απ’ τον θρόνο μια και καλή, ανακήρυξε συμβασιλέα τον μικρό γιο της Σίβυλλας τον Μποντουέν που ήταν τότε έξι χρόνων και διόρισε αντιβασιλέα έναν έμπειρο φεουδάρχη της Αυλής, τον κόμη της Τρίπολης Ραϋμόν (Ραϋμόνδος Γ΄) . Ήταν όμως πολύ αργά για το βασίλειο.
Τώρα που γράφω τούτη τη γραφή, κάθομαι και σκέφτομαι την κατάσταση της Αυλής στην ιερή πόλη, την Αλ Κουντς των πιστών, εκείνο τον δύσκολο καιρό. Γύρω απ’ το βασίλειο παραμόνευε πάντα ο Σαλαχουντίν, ο τρομερός Κούρδος Σουλτάνος που ένα μονάχα είχε στο μυαλό του: Να πάρει πίσω την Ιερουσαλήμ. Κι απέναντί του είχε έναν γενναίο, όμως βαριά άρρωστο βασιλιά, κι ένα μικρό παιδί που παρίστανε τον συμβασιλέα. Μέσα στο παλάτι, ο ανόητος ο Γκυ γύρευε πάντα να πάρει το θρόνο με τη βοήθεια της Σίβυλλας που εξακολουθούσε να καίγεται για δαύτον. Η μάνα του βασιλιά τους σιγοντάριζε βάζοντας χέρι χωρίς ντροπή στο ταμείο του κράτους. Οι άλλοι φεουδάρχες έστεκαν αποθαρρημένοι, απελπισμένοι και διαιρεμένοι. Ο Ραϋμόν της Τρίπολης, ο μόνος που μπορούσε να σώσει το βασίλειο βρισκόταν παραγκωνισμένος στην Τρίπολη. Ήταν φανερό πως το τέλος της φράγκικης Ιερουσαλήμ πλησίαζε με γοργά βήματα. Μονάχα οι ανόητοι δεν το ψυχανεμίζονταν.
Στις 16 Μαρτίου του 1185 μ.Χ. ο γενναίος βασιλιάς μου, ο Μποντουέν ο Δ΄ ο επονομαζόμενος και λεπρός, παρέδωσε την ευγενική ψυχή του στον Θεό του. Ήταν μόνο εικοσιτεσσάρων χρόνων, δυο χρόνια μικρότερος από την ταπεινότητά μου. Πριν πεθάνει είχε καλέσει γύρω του όλους τους φεουδάρχες να τους αποχαιρετίσει. Οι Φράγκοι τον έκλαψαν με μαύρο δάκρυ και οι πιστοί του Αλλάχ υποκλίθηκαν μπροστά στο μεγαλείο της ψυχής του. «Αυτό το λεπρό παιδί ήξερε να κάνει σ’ όλους σεβαστή την εξουσία του» έγραψε ο Ελ Ιμαντ του Ισφαχάν. Τον θάψαμε κοντά στο Γολγοθά, πλάι στον Τάφο του Θεού του. Παρά τα μαρτύρια και τους πόνους που του έγραφε η μοίρα σε τούτο το μάταιο κόσμο, ο μικρός Μποντουέν έζησε και πέθανε ως αληθινός βασιλιάς. Δύο χρόνια αργότερα, ο λαμπρός Σουλτάνος της Συρίας και της Αιγύπτου, ο φιλεύσπλαχνος και δίκαιος Σαλαχουντίν, θα έμπαινε νικητής στην Αλ Κουντς και το φράγκικο βασίλειο της Ιερουσαλήμ θα έπαυε να υπάρχει για πάντα. Αλλά, αυτό είναι μια άλλη ιστορία.







