Του Ηλία Τσιαμήτρου
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Μάρτυς μου ο μεγαλοδύναμος και φιλεύσπλαχνος Θεός, αυτά που θα γράψω στο χαρτί είναι αληθινά, όπως τα έζησα και όπως τα άκουσα με τ’ αφτιά μου από όσους τα ζήσανε, εγώ, ο φτωχός Ουσάμα Ελ Χαντίντ γιος του Μασούντ και της Χατίγια, που όλοι, εχθροί και φίλοι με φωνάζουνε Μούσα. Γεννήθηκα έξω απ’ την Τύρο εξήντα χρόνια μετά την άλωση της Αλ Κουντς που οι άπιστοι την ονομάζουν Ιερουσαλήμ[1]. Όταν ήμουν εννιά χρονών, μια συμμορία από ‘κείνους τους ξανθούς δαίμονες ρήμαξαν το χωριό και πήραν δούλους τους χωριανούς μου. Δεν ξαναείδα μάνα, κύρη, αδέρφια από τότε. Εγώ στάθηκα τυχερός. Έπεσα στο μερτικό του Κοντόσταβλου του βασιλιά Αμωρί[2]. Έτσι βρέθηκα στο παλάτι στην Ιερουσαλήμ πλάι στα βασιλικά δώματα. Όπως ήμουν έξυπνος και μελετηρός, με πήρε κοντά του ο Γκιγιόμ[3], ο δάσκαλος του μικρού Μποντουέν[4] που ήταν διάδοχος του θρόνου. Γρήγορα, βρέθηκα σύντροφος του Μποντουέν στα μαθήματα, στα παιχνίδια, στα ταξίδια. Ναι, ήμουν τυχερός καθώς λέγανε. Όλα τούτα τ’ αξιώθηκα μ’ ένα ελάχιστο τίμημα, δοξασμένο να είναι το όνομά Του: πριν με παραδώσουν στον δάσκαλο Γκιγιόμ, μου έκοψαν απ’ τη ρίζα τη γλώσσα, να μη δύναμαι να μεταφέρω παρά έξω τα μυστικά της Αυλής.
Ήταν μια μέρα με λαμπρό ήλιο, κι εμείς, η συνοδεία του μικρού πρίγκιπα, παίζαμε μαζί του τον πόλεμο με ξύλινα σπαθιά και ασπίδες από ψαθί της Χάιφας. Το δικό μου σπαθί έλαχε να ‘ναι κοφτερό, άθελά μου έδωσα μια μαχαιριά στο χέρι του Μποντουέν. Η πληγή ήταν βαθιά, το αίμα έτρεχε ποτάμι. Ο πρίγκιπας με κοίταζε με χαμόγελο λες και δεν ένιωσε το παραμικρό. Τρομαγμένος, έτρεξα στον αφέντη Γκιγιόμ και του γύρεψα με νοήματα να βγει στην αυλή του παλατιού. Εκείνος, έσκυψε πάνω απ’ το χέρι του Μποντουέν πολύ ανήσυχος. Μια κοιτούσε τη βαθιά πληγή και μια εκείνον. Το βλέμμα του σκοτείνιασε τότε και τράβηξε τον πρίγκιπα απ’ το παιχνίδι κι εμάς μας διέταξε να διαλυθούμε στα σκιερά δώματα. Το ίδιο βράδυ, τον άκουσα να μιλάει ψιθυριστά με τον γιατρό του βασιλιά. Δεν κατάλαβα και πολλά απ’ όσα λέγανε. Μια λέξη μονάχα καρφώθηκε στο μυαλό μου. Μια λέξη που γνώριζα απ’ τους δικούς μου κιόλας. Όταν τη λέγανε τα χείλη τους στραβώνανε και τα μάτια τους γέμιζαν φόβο. Λέπρα!
Όταν ο άρρωστος πρίγκιπας έγινε δεκατριών κι εγώ δεκαπέντε, ο βασιλιάς Αμωρί πέθανε από δυσεντερία (1174 μ.Χ.). Οι Φράγκοι γιατροί δε μπόρεσαν να τον σώσουν. Βλέπεις, η Φράγκικη ιατρική ήταν για γέλια, προξενούσε μονάχα τον χλευασμό στους γιατρούς του Προφήτη. Ο Μποντουέν έγινε τότε βασιλιάς κι εμένα με πήρε κοντά του να τον υπηρετώ. Κανείς δεν περίμενε να μακροημερέψει, όχι μονάχα γιατί ήταν λεπρός, αλλά κι επειδή ήταν μικρός ακόμη, δεν τον έπιανε το μάτι σου. Γρήγορα όλοι θα καταπίνανε τις γλώσσες τους. Ο αφέντης μου ο μικρός βασιλιάς ήταν από καλή πάστα, το βασίλειο ήταν σε σωστά χέρια. Μονάχα να, εχθροί και φίλοι γνώριζαν πως το νήμα της ζωής του ήταν λειψό• βιάζονταν όλοι να λάβουν θέση εναντίον του. Οι πρώτοι (οι πιστοί του Θεού με αρχηγό τον γενναίο Σαλαχουντίν[5]) στα φανερά, γυρεύοντας να πάρουν πίσω τη λαμπρή Ιερουσαλήμ. Οι δεύτεροι (οι άπιστοι Φράγκοι με επικεφαλής την ίδια τη μάνα του την Αγνή του Κουρτενέ) στα κρυφά, ελπίζοντας ν’ αρπάξουν το θρόνο.
Όλοι πίστευαν πως ο μικρός βασιλιάς λόγω της αρρώστιας του δεν θα έπεφτε σε πόλεμο με τον Σαλαχουντίν. Ένα χρόνο πριν, το βασίλειο της Ιερουσαλήμ είχε συμφωνήσει ειρήνη με τον αρχηγό των πιστών. Ο Μποντουέν διέλυσε τη συμφωνία, κι επικεφαλής των ιπποτών και του στρατού ρίχτηκε στη Συρία. Τότε ακόμη μπορούσε να ιππεύει το πολεμικό του άλογο και να φοράει τη σιδερόφρακτη στολή των Φράγκων ιπποτών. Δεν είχε φόβο στη μάχη, εγώ που περπατούσα στα δικά του βήματα, ήμουν πάει να πει η σκιά του, τον καμάρωνα καθώς ριχνόταν στη φωτιά χωρίς να λογαριάζει καν τη ζωή του.
Εκείνη τη χρονιά ο μέγας Σαλαχουντίν καθώς ο στρατός του βασιλιά έλειπε προς το Χαλέπι, βουλήθηκε να πάρει την Ασκάλωνα. Ο μικρός βασιλιάς είχε μόνο τετρακόσιους ιππότες μαζί του αλλά δεν κιότεψε. Μας μάζεψε όλους, πήραν μαζί και τον μεγάλο σταυρό τους που τον λέγανε «τίμιο», και μπήκαμε πρώτοι στα τείχη της Ασκάλωνας. Αμέσως, οι στρατιώτες του Αλλάχ μας περικύκλωσαν. Ήταν πάνω από είκοσι χιλιάδες, κυρίως καβαλαραίοι. Ο Σαλαχουντίν βλέποντας πόσο λίγοι ήταν οι Χριστιανοί, άφησε ένα σώμα να πολιορκεί την πόλη και τράβηξε για την Ιερουσαλήμ.
Σαν το είδε αυτό ο Μποντουέν, μάζεψε τους ιππότες και όποιον μπόραγε να κουβαλήσει όπλο, βγήκε από την πόλη, και κάνοντας κύκλο μέσα από τις περιοχές που είχαν λεηλατήσει οι στρατιώτες του Σαλαχουντίν στο διάβα τους, τον πρόλαβε κοντά στο Τελ Τζεζέρ που οι άπιστοι το λέγανε Μονζιζάρ. Οι Φράγκοι ήταν λίγοι, αλλά τους παρακινούσε ο πόθος της εκδίκησης. Ο Μποντουέν, τους μάζεψε και τους έβγαλε ένα λόγο τόσο συγκινητικό, που ακόμη κι εγώ, ο πιστός του Αλλάχ, έκλαψα με καυτά δάκρυα. Ορκίστηκαν στο σταυρό τους να μην υποχωρήσουν, να πεθάνουν μέχρι τον τελευταίο ιππότη. Ύστερα, με επικεφαλής τον Μποντουέν κι εκείνον τον ξεπεσμένο αλητήριο, τον Πρινς Αρνάτ[6], έπεσαν με λύσσα πάνω στους στρατιώτες του Αλλάχ.
Ο Σαλαχουντίν πίστεψε πως θα τους έλιωνε με τον όγκο του στρατού του, όμως έπεσε έξω. Γρήγορα οι στρατιώτες του Αλλάχ πέσανε σε πανικό και πήραν να φεύγουν προς το Σινά, τρομαγμένοι μπροστά στους μανιασμένους Φράγκους. Ο Σουλτάνος ίσα που γλίτωσε το κεφάλι του. Οι ιππότες του Μποντουέν κουράστηκαν να σφάζουν πιστούς που έτρεχαν να γλιτώσουν τη ζωή τους. Το αίμα πλημμύρισε την κοιλάδα των Τεριβίνθων τόσο, που η γη αρνιόταν άλλο να το χωνέψει. Δυο μέρες και δυο νύχτες οι Φράγκοι κυνηγούσαν τους πιστούς του Αλλάχ και μάζευαν όσα εκείνοι άφηναν πίσω στο ασταμάτητο φευγιό τους.
Όταν γυρίσαμε στην Ιερουσαλήμ, οι καμπάνες των χριστιανών χτυπούσαν χαρμόσυνα και ο κόσμος γεμάτος ενθουσιασμό ζητωκραύγαζε το όνομα του λεπρού. Εγώ, περπατούσα στην ακολουθία του με βαριά καρδιά, αλλά η ψυχή μου δε γινόταν να μη νιώθει κάποια περηφάνια για το σπουδαίο κατόρθωμα του μικρού βασιλιά μου. Ποτέ μέχρι τότε τόσο λίγοι άπιστοι δεν είχαν καταφέρει τέτοια μεγάλη νίκη εναντίον τόσο πολλών στρατιωτών του φιλεύσπλαχνου και παντοδύναμου αρχηγού των πιστών.
[1]: η Ιερουσαλήμ αλώθηκε το 1099μ.Χ. από τους Σταυροφόρους της πρώτης σταυροφορίας
[2]: Αμαλλάριχος Α΄ βασιλιάς της Ιερουσαλήμ
[3]: Γουλιέλμος αρχιεπίσκοπος της Τύρου, σοφός και σπουδαίος χρονογράφος της εποχής
[4]: Βαλδουίνος Δ΄ βασιλιάς της Ιερουσαλήμ γνωστός και ως «λεπρός βασιλιάς»
[5]: ο περίφημος Σαλαντίν ή Σαλαδίνος, σουλτάνος της Αιγύπτου και της Συρίας
[6]: Ρενό του Σατιγιόν, εκείνη την εποχή ήταν κύριος της Υπεριορδανίας








