Της Ιωάννας Βαλδήρ
Η Ελλάδα δεν αλλάζει, ξεπουλιέται με απόδειξη. Η επέλαση των θεσμικών επενδυτών στο λιανεμπόριο, τον τουρισμό και την εστίαση δεν είναι μια τεχνική οικονομική εξέλιξη αλλά μια κοινωνική αναδιάρθρωση που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας, χωρίς κανείς να τη λέει με το όνομά της. Η χώρα που χτίστηκε πάνω στη μικρή οικογενειακή επιχείρηση παραδίδει το μοντέλο της σε μεγάλα εγχώρια και ξένα funds, σαν να δίνει τα κλειδιά του σπιτιού της σε έναν διαχειριστή που δεν ξέρει καν πού βρίσκεται η Βέροια στον χάρτη.
Ο άλλοτε μικρομεσαίος, ο άνθρωπος που είχε το μαγαζί του, το μικρό ξενοδοχείο, το καφέ που έτρεχε με την οικογένεια, τώρα φοράει ποδιά με σήμα εταιρείας και περιμένει τον προϊστάμενο να του πει πότε θα κάνει διάλειμμα. Από ιδιοκτήτης γίνεται υπάλληλος χαμηλών αποδοχών σε μια αλυσίδα που λειτουργεί με ψυχρή εταιρική κουλτούρα.
Από αφεντικό του εαυτού του γίνεται «ευέλικτος εργαζόμενος». Από ραχοκοκαλιά της οικονομίας γίνεται αναλώσιμος. Και όλα αυτά παρουσιάζονται ως «επενδύσεις». Στην πραγματικότητα είναι εκκαθάριση κοινωνικής τάξης με εταιρική σφραγίδα. Δεν αλλάζει μόνο το επάγγελμα, αλλάζει η κοινωνική θέση, η αυτονομία, η φωνή, η διαπραγματευτική ισχύς. Η μεσαία τάξη δεν συρρικνώνεται. Αποδομείται. Και όταν αποδομείται η μεσαία τάξη, αποδομείται και η δημοκρατία, γιατί η δημοκρατία στηρίζεται σε αυτούς που έχουν κάτι να χάσουν και κάτι να διεκδικήσουν.
Κι όμως, η πολιτική σιωπή είναι εκκωφαντική. Η πολιτική κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα και με επαγγελματισμό. Δεν αγγίζει το θέμα ούτε με τσιμπιδάκι. Αν παραδεχτείς ότι η μεσαία τάξη εξαφανίζεται, πρέπει να εξηγήσεις ποιος την εξαφανίζει. Αν παραδεχτείς ότι η χώρα μετατρέπεται σε οικονομία αλυσίδων, πρέπει να εξηγήσεις ποιος τις ευνόησε. Κανείς δεν θέλει να ανοίξει αυτό το κουτί, γιατί μέσα δεν έχει μόνο πολιτικό κόστος, έχει πολιτικό σεισμό.
Η νέα κοινωνική πυραμίδα είναι απλή. Λίγοι στην κορυφή με δύναμη, πολλοί στη βάση με ωράρια. Η μεσαία τάξη, αυτή που κρατούσε όρθια τη δημοκρατία, εξαφανίζεται σαν να μην υπήρξε ποτέ. Εξουδετερώνεται. Και όταν εξαφανίζεται η μεσαία τάξη, εξαφανίζεται και η πολιτική σταθερότητα. Γιατί η δημοκρατία δεν στηρίζεται στους πολύ πλούσιους ή στους πολύ φτωχούς. Στηρίζεται σε αυτούς που έχουν κάτι να χάσουν και κάτι να διεκδικήσουν. Τώρα, τους το παίρνουν και τους αφήνουν μόνο το «να διεκδικήσουν». Τα funds δεν αγοράζουν απλώς επιχειρήσεις, αγοράζουν κοινωνική τάξη, αγοράζουν ρόλους, αγοράζουν ταυτότητα.
Η επέλαση των θεσμικών επενδυτών δεν είναι οικονομική είδηση. Είναι πολιτικό γεγονός πρώτου μεγέθους. Είναι η μεγαλύτερη κοινωνική μεταβολή από τη δεκαετία του ’90. Κι όμως, αντιμετωπίζεται σαν λογιστική πράξη, σαν να μιλάμε για συγχωνεύσεις και απορροφήσεις, όχι για την εξαφάνιση ενός ολόκληρου κοινωνικού στρώματος που έδινε ταυτότητα στη χώρα. Η Ελλάδα δεν χάνει επιχειρήσεις. Χάνει φωνή. Χάνει αυτονομία.
Το ερωτήματα καυτά. Ποιος ωφελείται από μια χώρα όπου όλοι δουλεύουν για λίγες μεγάλες εταιρείες; Ποιος ωφελείται από μια κοινωνία χωρίς μικρομεσαίους; Ποιος ωφελείται από μια οικονομία όπου η ιδιοκτησία συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια; Και κυρίως: ποιος πληρώνει το κόστος;
Η Ελλάδα δεν βρίσκεται σε κρίση. Βρίσκεται σε μεταμόρφωση. Και αν δεν την ονομάσουμε, θα μας ονομάσει εκείνη.








