Του Ηλία Τσιαμήτρου
Κανείς δε θα μνημόνευε σήμερα το όνομα του Πάτρικ (Πατ) Φλόιντ Γκάρετ, ενός σερίφη σε μια μικρή και άγνωστη πόλη στις απέραντες μελαγχολικές πεδιάδες του Νέου Μεξικού, αν στις 14 Ιουλίου του 1881 δεν είχε σκοτώσει με μια σφαίρα στην καρδιά τον διαβόητο νεαρό πιστολά και φίλο του Χένρι Μακ Κάρθι ή Ουίλιαμ Χ. Μπόνεϊ, που έγινε θρύλος στο Φαρ Ουέστ με το ψευδώνυμο Μπίλι δε Κιντ (Billy the Kid). Τη μέρα του θανάτου του ο Μπίλι δε Κιντ ήταν μόλις εικοσιένα χρονών. Όπως καυχιόταν ο ίδιος (και δέχεται με φρικτή άνεση ο σχετικός θρύλος), κουβαλούσε ήδη στην πλάτη του εικοσιένα φόνους (χώρια οι Μεξικάνοι). Στην πραγματικότητα είχε διαπράξει τέσσερις βεβαιωμένους φόνους και είχε έμμεση εμπλοκή σε άλλους πέντε.
Ο Πατ Γκάρετ γεννήθηκε στην Αλαμπάμα. Όπως χιλιάδες άλλοι εκείνη την εποχή, δελεάστηκε κι αυτός απ’ την υπόσχεση μιας Δύσης γεμάτης χρυσάφι και ασήμι, απέραντα βοσκοτόπια, ανοιχτούς ορίζοντες και κατακόκκινα δειλινά σαν αίμα. Έφτασε στο Τέξας δεκαεννιά χρονών κι έγινε γελαδάρης. Αργότερα, άλλαξε επάγγελμα και καταπιάστηκε με το κυνήγι του βίσωνα. Λίγα χρόνια μετά, ένας συνάδελφος κυνηγός του επιτέθηκε με τσεκούρι και αναγκάστηκε να τον σκοτώσει. Παρά που βρισκόταν σε νόμιμη άμυνα, ένιωσε πως δεν τον σήκωνε πια το μέρος και τράβηξε δυτικότερα, στο Νέο Μεξικό όπου άνοιξε ένα σαλούν. Ήταν ένας άντρας ψηλός, σχεδόν δύο μέτρα, που κουβαλούσε πάντα μέσα του τη ράθυμη πανουργία ενός κτηματία του Νότου, μπολιασμένη γερά με τη ψευτοπαλικαριά ενός γελαδάρη του Τέξας.
Μετά από ένα πρώτο γάμο, που κατέληξε σε πρόωρη χηρεία, παντρεύτηκε μια Μεξικάνα με το όνομα Απολινάρια που του χάρισε συνολικά οκτώ παιδιά. Λέγεται πως στον πρώτο γάμο του ήταν παρών και ο Μπίλι δε Κιντ, αλλά η φήμη πως υπήρξε και κουμπάρος του, αν και θα προσέθετε επιπλέον ενδιαφέρον στην ιστορία που ακολούθησε, δεν είναι αληθινή. Είναι όμως αλήθεια πως τον επόμενο χρόνο ο Πατ Γκάρετ εκλέχτηκε σερίφης στην Κομητεία Λίνκολν του Νέου Μεξικού. Πρώτη δουλειά του καινούριου σερίφη, ήταν να καθαρίσει την περιοχή απ’ τους παρανόμους. Ένας απ’ τους πιο διάσημους εγκληματίες ήταν ο φίλος του ο Μπίλι. Μοιραία οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν κάτω από δύσκολες συνθήκες.
Ο Πατ Γκάρετ με πολυμελές απόσπασμα βοηθών, κατάφερε να στριμώξει τη συμμορία του Μπίλι δε Κιντ στην περιοχή Στίνκιν Σπρινγκς και τον συνέλαβε. Δικάστηκε στη Μεσίλα του Νέου Μεξικού και καταδικάστηκε σε θάνατο στην κρεμάλα. Μέχρι την ημέρα του απαγχονισμού, οδηγήθηκε στη φυλακή του Λίνκολν. Εκεί πέρασε αρκετές μέρες στο κελί, ενώ δίπλα άκουγε τους εργάτες να καρφώνουν τα καρφιά για το ικρίωμα όπου θα τον κρεμούσαν.
Όμως, η ζωή του Κιντ δεν έμελλε να τελειώσει στην κρεμάλα. Λίγες μέρες πριν απαγχονιστεί κι ενώ ο σερίφης έλλειπε απ’ την πόλη, δραπέτευσε, αφού σκότωσε τους δύο βοηθούς που τον φύλαγαν. Έσπασε μ’ ένα τσεκούρι τα σιδερένια δεσμά του και καβαλώντας ένα άλογο έφυγε απ’ το Λίνκολν σαν τον άνεμο. Ουδείς πολίτης τόλμησε καν να εμφανιστεί. Κρυμμένοι πίσω από πόρτες και παραθύρια, άκουγαν τον δραπέτη να απομακρύνεται τραγουδώντας φάλτσα ένα τραγούδι της μόδας.
Τρεις μήνες μετά την απόδραση, ο σερίφης Πατ Γκάρετ με δύο βοηθούς του έφταναν νύχτα σ’ ένα ράντσο στη μέση του πουθενά έξω απ’ το Φορτ Σάμνερ (Fort Sumner). Το ράντσο ανήκε σε κάποιον Πήτερ ή Πέδρο Μάξγουελ στενό φίλο του Μπίλι τον οποίο ο σερίφης σκόπευε να ανακρίνει. Ήταν μια νύχτα συννεφιασμένη, χωρίς φεγγάρι και άστρα. Η έρημος, ένα αχανές μαύρο μέχρι το Λας Βέγκας, το Εντσίνο και το Πορτάλες. Πότε πότε ακουγόταν η κοφτή κραυγή του κογιότ και τα σιγανά μουγκανητά των μοσχαριών στα corrales (μαντριά) και τους στάβλους. Ο Γκάρετ και ο Μάξγουελ συζήτησαν για ώρες και ο κτηματίας αποκάλυψε στο σερίφη πως ο καταζητούμενος βρισκόταν όντως κρυμμένος κάπου στο υποστατικό του. Μετά, οι δυο τους μεταφέρθηκαν στην κρεβατοκάμαρα του Μάξγουελ, ο ιδιοκτήτης στο κρεβάτι του και ο σερίφης καθισμένος σε μια πολυθρόνα σε μια σκοτεινή γωνιά πλάι στις κουρτίνες που φούσκωνε ο καυτός ξηρός αέρας της πεδιάδας. Στα πόδια του κρατούσε το περίστροφο έτοιμο να ρίξει. Ήταν κοντά στα μεσάνυχτα της 14ης Ιουλίου, του μήνα που στην Αμερική λέγεται Reaper (Θεριστής). Ο Μπίλι δε Κιντ που βρισκόταν σε άλλο σημείο του υποστατικού, εμφανίστηκε ξαφνικά στο δωμάτιο ίσως επειδή άκουσε κάποιον θόρυβο.
“Quien es?” (ποιος είναι;) ρώτησε στα ισπανικά.
Ύστερα, νιώθοντας περισσότερο παρά βλέποντας τον κρυμμένο σερίφη, ξαναρώτησε:
“Quien es?”
Αυτή υπήρξε και η τελευταία του λέξη. Ο Πατ Γκάρετ προφυλαγμένος στη σκιά της κουρτίνας, πυροβόλησε δύο φορές και πέρασε στην Ιστορία. Η μια σφαίρα βρήκε τον μικρό στην καρδιά. Ο σερίφης σηκώθηκε απ’ την πολυθρόνα και με το όπλο ακόμη να καπνίζει στάθηκε πάνω απ’ το νεκρό φυγάδα. Δεν θα χρειαζόταν άλλη σφαίρα τελικά.
Λίγες ώρες μετά το πιστολίδι, ένας τοπικός δικαστής βεβαίωσε πως επρόκειτο για τον καταζητούμενο δραπέτη και ερεύνησε το χώρο του συμβάντος. Ύστερα, ο νεκρός μεταφέρθηκε στην πόλη κι έμεινε για μια νύχτα υπό το φως των κεριών χωρίς κανείς να εμφανιστεί να τον πενθήσει. Την επόμενη μέρα τον θάψανε στα γρήγορα στο κοιμητήριο του Φορτ Σάμνερ και σημάδεψαν τον τάφο του με μια ξύλινη πινακίδα. Ολόκληρη η Κομητεία πανηγύρισε στα κρυφά και στα φανερά τον θάνατο του πιστολά.
Δεν πέρασε και πολύς καιρός πριν κυκλοφορήσουν φήμες πως ο Κιντ δεν είχε πεθάνει στ’ αλήθεια και πως ζούσε κάπου αλλού. Ακόμη χειρότερα, κάποιοι άρχισαν σιγά σιγά να κατηγορούν τον Πατ Γκάρετ πως στην πραγματικότητα δολοφόνησε άνανδρα τον Μπίλι. Για να διασκεδάσει αυτές τις κατηγορίες, ο Γκάρετ τον επόμενο χρόνο εξέδωσε με τη βοήθεια ενός τοπικού δημοσιογράφου το πρώτο βιβλίο με θέμα τον Κιντ με τίτλο «Η αληθινή ζωή του Μπίλι δε Κιντ», όπου εξέθετε τη δική του άποψη περί των γεγονότων. Θα ακολουθούσαν μέχρι τις μέρες μας αναρίθμητα βιβλία, ντοκιμαντέρ, ταινίες, μελέτες και θεατρικά έργα με θέμα τη ζωή του νεαρού παρανόμου.
Ο σερίφης Πατ Γκάρετ σκοτώθηκε με πιστόλι στις 29 Φεβρουαρίου του 1908 λίγο έξω απ’ το Λας Κρούσες του Νέου Μεξικού. Το πτώμα του βρέθηκε πεταμένο στην άκρη του δρόμου. Ένας άντρας ονόματι Γουέην Μπρέηζελ παραδέχτηκε πως τον πυροβόλησε βρισκόμενος σε άμυνα και τελικά αθωώθηκε. Κανείς δεν πίστεψε πως ο Μπρέηζελ πυροβόλησε όντως τον πρώην σερίφη, αλλά έτσι κι αλλιώς, αν ο δολοφόνος του ήταν κάποιος άλλος, αυτός ο άλλος δεν βρέθηκε ποτέ.








