Γράφει ο Γιώργος Κοτζαερίδης
Συνέχεια από το προηγούμενο Σαββατοκύριακο
ΚΙΡAΖΛΙ
Το Κίραζλι είναι χτισμένο σε μία πλαγιά, στην κοιλάδα ενός παραποτάμου του Μελέν Ντερέ. Στα Ελληνικά ονομάζονταν Κερασοχώρι από τις πολλές κερασιές που υπήρχαν στην περιοχή.
Βρίσκεται σε υψόμετρο 400 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας και απέχει 45 χιλιόμετρα από το Ατάπαζαρ, 3 χιλιόμετρα από το Κεστανέ Μπουνάρ και 7χιλιόμετρα από την Κουρούντερε.
Στο χωριό πριν την Μικρασιατική Καταστροφή κατοικούσαν περίπου 950 άτομα σε σύνολο 140 οικογενειών.
Στις αρχές του 20ού αιώνα (1905), σύμφωνα με την επίσημη στατιστική του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στο Κιρεζλί κατοικούσαν 100 ελληνορθόδοξες οικογένειες, βλ. Ημερολόγιον των Εθνικών Φιλανθρωπικών Καταστημάτων του έτους 1907(Κωνσταντινούπολις 1906), σελ. 134.
Παρόμοια στοιχεία (105 οικογένειες) δίνει και ο Θ. Καβαλιέρος-Μαρκουίζος, βλ. Καβαλιέρος-Μαρκουίζος, Θ., Από Κωνσταντινουπόλεως εις Νίκαιαν. Ταξειδιωτικαί εντυπώσεις εκ Βιθυνίας, μετ’ εικόνων(Κωνσταντινούπολις 1909), σελ. 142. 712 ελληνορθόδοξους κατοίκους δίνει η Σία Αναγνωστοπούλου. Αναγνωστοπούλου, Σ., Μικρά Ασία, 19ος αι.-1919. Οι ελληνορθόδοξες κοινότητες: από το Μιλλέτ των Ρωμιών στο Ελληνικό Έθνος (Αθήνα 1997), πίνακες.
Ήταν όλοι τους Πόντιοι οι οποία προέρχονταν από τα χωριά της Ορντού.Ένα μέρος από αυτούς ήταν πρόσφυγες από την Αργυρούπολη που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν εδώ το 1856 ενώ υπήρχαν και άλλες οικογένειες που ήρθαν το 1878.
Στο Κίραζλι εγκαταστάθηκαν πολλές οικογένειες από το Ντερένταμον της περιοχής Σερμπίρ Καραχισάρ του τμήματος Εμπές της Ορντού, ενώ κάποιες οικογένειες προέρχονταν από το Μελέτ της περιοχής Γαρά Σαρή. Η νέα περιοχή όπου εγκαταστάθηκαν ήταν ιδιοκτησία ενός Τούρκου μπέη από τον οποίο την αγόρασαν και έκτισαν το νέο χωριό.
Το Κίραζλι ανήκε διοικητικά στο καϊμακαμλήκι του Ατάπαζαρ και ευρύτερα στο μουτεσαφιρλίκι της Νικομήδειας.
Οι κάτοικοι μιλούσαν και τραγουδούσαν στην Ποντιακή διάλεκτο γνώριζαν και τα Τουρκικά σε αντίθεση με τα Ελληνικά τα οποία δεν μιλούσαν καθόλου. Το Κίρεζλι είχε τρεις μαχαλάδες. Ο πρώτος μαχαλάς ονομάζονταν Καρά Ντερέ, ήταν κτισμένος σε χαμηλό σημείο και στην θέση αυτή υπήρχε ένα ξερό ρέμα.Στον μαχαλά αυτόν υπήρχε ένα πηγάδι το οποίο μόνο τις πρωινές ώρες είχε νερό. Το Αλαπλή Κιόϊ ήταν ο δεύτερος μαχαλάς και ο τρίτος ήταν ο Κάσμπαση που από μόνος του αποτελούσε ξεχωριστή κοινότητα.
Οι τρεις μαχαλάδες δεν απείχαν πολύ ο ένας από τον άλλο.

Οι δρόμοι τους ήταν χωμάτινοι και στενοί, και τον χειμώνα με τις πολλές βροχές και τα χιόνια γίνονταν εξαιρετικά δύσβατοι.
Υπήρχαν επίσης και άλλοι τρεις μικροί μαχαλάδες ο Ρακάν, Κοτσόι Αλή, Σαλήγκατ και Κοτσιλού.
Ανάμεσα στους μαχαλάδες υπήρχαν ανοικτοί χώροι όπου έκαναν «αλώνια» και γιόρταζαν στα πανηγύρια.
Οι κάτοικοι παρήγαγαν καλαμπόκια, φασόλια, κάστανα, κεράσια και φουντούκια. Κάθε οικογένεια είχε 30-50 αιγοπρόβατα. Στο Τουρκικό κράτος παρέδιδαν την Δεκάτη, και ο φοροεισπράκτορά τους τον οποίο ονόμαζαν Τσαχλιντάρη μαζί με τον μουχτάρη γύριζαν όλα τα σπίτια του χωριού για να την παραλάβουν. Ο κάθε νοικοκύρης του χωριού είχε ιδιόκτητη περιουσία 4-5 στρεμμάτων γης.
Στο χωριό εργάζονταν πολλοί τεχνίτες, οικοδόμοι, μαραγκοί, και καλαϊτζήδες. Υπήρχαν πολλά καταστήματα, μπακάλικα, καφενεία, ραφεία τα οποία εξυπηρετούσαν και τους κατοίκους των άλλων διπλανών χωριών, αλλά και τους ξένους υπαλλήλους των μεταλλείων (Γάλλοι και Αυστριακοί) που βρίσκονταν κοντά στο χωριό.
Για την εκλογή του μουχτάρη συγκεντρώνονταν σε ένα μέρος όλοι οι άνδρες του χωριού και υποδείκνυαν ένα άτομο, σηκώνοντας το χέρι τους.
Μαζί με τον μουχτάρη εκλέγονταν 3 αζάδες –σύμβουλοι – οι οποίοι αποτελούσαν την επιτροπή του χωριού και προσπαθούσαν να δώσουν λύσεις στα διάφορα προβλήματα που παρουσιάζονταν.
Ο μουχτάρης αναγνωρίζονταν από τους Τούρκους. Σε αυτόν έστελναν τις διαταγές τους, και αυτόν προσκαλούσαν όταν έπρεπε να ανακοινώσουν κάτι στους κατοίκους του χωριού.
Η εκκλησία και το σχολείο είχαν δικές τους επιτροπές οι οποίες πρόσφεραν αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες τους.
Δίπλα στο σχολείο υπήρχε ένας οντάς για την φιλοξενία των Τούρκων αλλά και διαφόρων άλλων επισκεπτών. Στην μέση των τριών συνοικισμών του χωριού βρίσκονταν η εκκλησία και το σχολείο.
Στην όμορφη πλατεία του χωριού υπήρχε ένα μεγάλο και εντυπωσιακό έλατο, όπου κάθονταν τα καλοκαίρια οι άνδρες του χωριού και ξεκουράζονταν. Την αυλή της εκκλησίας στόλιζαν από πανέμορφα πεύκα. Το καμπαναριό ήταν ξύλινο.
Είχε μία μεγάλη καμπάνα και όταν τραβούσες το σχοινί, χάρις στην μεσολάβηση μιας ρόδας ο ήχος ακούγονταν τρεις φορές και έφθανε πολύ μακριά.
Ο ήχος της έφθανε πολύ μακριά. Η εκκλησία ήταν αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, ήταν πετρόκτιστη, μακρόστενη και η οροφή της αποτελείτο από χάρτωμα σαμαρωτό.
Εσωτερικά είχε γυναικωνίτη, ωραίο τέμπλο και όμορφες εικόνες. Τον Δεκαπενταύγουστο στην διάρκεια της γιορτής της γίνονταν μεγάλο πανηγύρι που κρατούσε τρεις μέρες. Έρχονταν από το Ατάπαζαρ έμποροι και πουλούσαν τα εμπορεύματά τους.
Στην περιουσία της εκκλησίας ανήκαν δυο διαμερίσματα και ένα ξενοδοχείο με καφενείο και ισόγειο, όλα γύρω από την πλατεία, καθώς επίσης και ένας νερόμυλος στην περιοχή Άκ Μπουνάρ, κοντά στο ποτάμι.
Στην περιοχή του Καρά Ντερέ υπήρχε μία μικρή εκκλησία, αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο.
Ήταν ξύλινη και λειτουργούσε μόνο την ημέρα της γιορτής του ή όταν κάποιος χριστιανός ήθελε να κάνει παράκληση.
Μισή ώρα έξω από το χωριό υπήρχε το παρεκκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους που και αυτό λειτουργούσε μόνο την ημέρα της γιορτής του. Πίσω από την εκκλησία της Παναγίας βρίσκονταν τα νεκροταφεία όπου στους τάφους των νεκρών τοποθετούσαν μικρούς ξύλινους σταυρούς.
Εκκλησιαστικά υπάγονταν στην Νικομήδεια όπου ήταν η έδρα της Μητρόπολης. Όταν ο Δεσπότης επισκέπτονταν τα χωριά, η υποδοχή που του επιφύλασσαν ήταν ανεπανάληπτη.
Το σχολείο ήταν εξατάξιο με λίγους μαθητές και βρίσκονταν δίπλα στην εκκλησία. Στο κάτω μέρος του ήταν αποθήκη ξύλων και στο πάνω υπήρχε μία μεγάλη αίθουσα διδασκαλίας.
Οι τελευταίοι δάσκαλοι που δίδαξαν ήταν ο Καραμανλής από την Καισάρεια και ο Κύρ Περικλής. Έτσι τουλάχιστον τους θυμούνται οι παππούδες μας.
Οι δάσκαλοι πληρώνονταν από τις εισφορές των κατοίκων, και δίδασκαν Ανάγνωση, Γραφή, Αριθμητική, και Ιερά Ιστορία
Το κλίμα ήταν εύκρατο και υγιεινό. Έβρεχε και χιόνιζε πολύ και για τον λόγο αυτό οι κάτοικοι στις μετακινήσεις τους χρησιμοποιούσαν τσόκαρα που δεν γλιστρούσαν.Τα σπίτια του χωριού ήταν διώροφα ,κτισμένα με το σύστημα <<μπάγκνταντή >> δηλαδή μετά τα θεμέλια τοποθετούσαν χοντρά ξύλα τα οποία γέμιζαν με πέτρες και λάσπη.
Στην σκεπή έβαζαν << χάρτωμα >> δηλαδή λεπτές σανίδες την μία δίπλα στην άλλη. Μόνο ο παπάς είχε τοποθετήσει κεραμίδια στην σκεπή του σπιτιού του, που τα είχε φέρει από το Ατάπαζαρ.
Στο κάτω μέρος των σπιτιών βρίσκονταν ο στάβλος και οι αποθήκες ενώ στο πάνω υπήρχαν 2-3 δωμάτια.
ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
Σε σχετικά κοντινή απόσταση ανατολικά και σε απόσταση 15 λεπτών από το χωριό, έρεε ο ποταμός Άκ Μπουνάρ με τα νερά του οποίου δούλευε ο νερόμυλος του χωριού.
Πιο μακριά ήταν το ποταμάκι Αλί Τσαούς που πήγαζε από το πιο ψηλό βουνό της περιοχής, το Τσάμ Ντάγ και σε απόσταση μιάς ώρας από το χωριό βρίσκονταν ένα άλλο βουνό, το Τσατάλ Ντάγ .
Στην τοποθεσία Καράσογιού που απείχε μία ώρα από το χωριό ,υπήρχε ένα εργοστάσιο παραγωγής ασβέστη.
Στην περιοχή αυτή παλαιότερα είχαν ανακαλύψει πολλά εικονίσματα που τα μετέφεραν στην εκκλησία του χωριού.
Άλλη τοποθεσία ήταν το Πελιτλί, σε απόσταση μισής ώρας από το χωριό που πήρε το όνομά της από το δάσος που υπήρχε εκεί.
Στο χωριό υπήρχαν πολλές βρύσες. Μία από αυτές ονομάζονταν Τεήλ Μπουνάρ από το όνομα ενός Τούρκου αγά που την έκτισε για να μνημονεύεται το όνομά του.
Λίγο πριν την Μικρασιατική Καταστροφή οι Τούρκοι μπήκαν στο Κίραζλι εκτέλεσαν γύρω στους 80 άνδρες και στην συνέχεια το έκαψαν.
Όσοι κάτοικοι κατάφεραν να κρυφθούν στα γύρω δάση γλίτωσαν ,ενώ τους άλλους τους έκαψαν ζωντανούς στα σπίτια τους .
Οι κρυμμένοι στα δάση σώθηκαν από τον Καπετάν Φωτιάδη που τους οδήγησε έπειτα από πολυήμερη πορεία στην περιοχή Καράβονι ,στην Νικομήδεια όπου στάθμευαν μονάδες του Ελληνικού στρατού. Από εκεί ήρθαν στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με αφηγήσεις των κατοίκων της Νέας Νικομήδειας, δυο αδέλφια από το γένος Πασχαλίδη παρέμειναν στο χωριό μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Επισκεπτόμενος το Κίραζλι τα τελευταία χρόνια μαζί με μια ομάδα Αταπαζαρλήδων, στήσαμε ένα γλέντι στην πλατεία του χωριού. Μετά από λίγο ήρθε αλαφιασμένος ένας γεροντάκος που μας φιλούσε, χόρευε μαζί μας και μας αποκαλούσε αδέλφια μου.
Όταν φύγαμε κάποιος από την ομάδα μας είπε ότι ήταν απόγονος των αδελφών που παρέμειναν στο χωριό.








