Πρόγραμμα εκδηλώσεων της Ημαθίας
[ditty id=231425 category="h-thesh-tou-laou"]

Ιστορίες της καθημερινότητας Η Γεωργίτσα!

Του Θανάση Μελετίδη

Ένα τοσοδούλη κατάξανθο κοριτσάκι που πήγαινε στη δεύτερη τάξη του δημοτικού σχολείου ήταν η Γεωργίτσα. Δεν είχε άλλον τίτλο – πότε να προλάβαινε να αποκτήσει; Αρκούνταν να νιώθει πως είναι όπως θέλανε να τη βλέπουν οι άλλοι… Και βέβαια, αφού τη γέννησε μάνα, το τσαλακωμένο ελληνικό σύνταγμα τη χαρακτήριζε άνθρωπο! Άρα είχαν και την υποχρέωση να δείχνουν πως θα τη βοηθούσαν… Μάρτυρας ήταν ένα ροζ μπαλόνι που χοροπηδούσε στα ποδαράκια της.
Την πρωτοείδα σε μιαν περιφραγμένη αυλή ενός κτιρίου με κόκκινα, όμορφα στοιβαγμένα, τούβλα. Μάλλον θα ήταν κάποια κρατική υπηρεσία, αφού μού θύμισε εισαγόμενο κτίριο σαν κάποιο από εκείνα που στέκονται απορημένα και αποχαυνωμένα στους βροχερούς παραδρόμους σύγχρονης ευρωπαϊκής πόλης. Καθόταν παράμερα σε ένα παγκάκι και κοίταγε, κάνοντας παράξενες γκριμάτσες, τα φουντωτά συννεφάκια του ουρανού με τα βρεγμένα καταγάλανά της ματάκια.
Παράτησα τα «πρωτόκολλα» και ό,τι άλλο καθήκον υποτίθεται πως είχα. Κάθισα δίπλα της. Ήθελα να μάθω τι τη βασάνιζε. Μετά από αρκετή σκέψη τής μίλησα όσο πιο αθώα μπορούσα:
– Τι κάνεις, πουλί μου; Γιατί δεν παίζεις με τα άλλα παιδάκια;
Μού χαμογέλασε. Με κοίταξε εξεταστικά σαν να μού έλεγε: «Κι εσύ ένας από τους περίεργους είσαι που θα θέλει να τα έχει καλά με τα αφεντικά του. Ένας περαστικός από το αδιάφορο πλήθος που θέλει να μαζέψει πληροφορίες, για να τις γράψει στο «Βιβλίο Συμβάντων» ώστε να είναι καλυμμένος … Ουσία μηδέν …».
Μου τα είπε αυτά με ένα βλέμμα! Έκανα να χαϊδέψω το κεφαλάκι της. Το μετάνιωσα και τράβηξα το χέρι μου. Σηκώθηκα άρον άρον, της έγνεψα και έφτασα στη σιδερένια κατακόκκινη εξώπορτα σκεπτόμενος πως, τουλάχιστον, είχα κάνει μια πρώτη επαφή. Πως θα ξαναγύριζα να συνεχίσουμε σε κάποιαν άλλη ευκαιρία. Πως είχα «βουλώσει» – για την ώρα – τη συνείδησή μου. Όμως στην εξώπορτα ήταν και ο υπεύθυνος του κτιρίου:
«Εγώ αυτήν την καρέκλα δεν τη χάνω, Θανάση», είπε μετά από λίγη ώρα που του είχα ζαλίσει το κεφάλι για την υπόθεση της Γεωργίτσας. «Έχουμε κάνει ήδη πολλά. Τη φροντίζει μια «αρμόδια υπηρεσία» και σε λίγες μέρες έχουμε συνάντηση με κηδεμόνες όπου θα τους μιλήσουν ψυχολόγοι και άλλοι ειδικοί».
Θα την «είχα κάνει τάχιστα», αλλά η λέξη «ειδικοί» με εξόργισε:
-Η αρμόδια υπηρεσία … η αρμόδια υπηρεσία … οι ειδικοί! κύριε! Φτάνει αυτό; Θα πουν πως η άθλια οικονομική κατάσταση έχει διαλύσει τις οικογένειες; Θα πουν πως τα παιδιά αρρωσταίνουν, όταν ζουν όλη μέρα με γονείς που «σκοτώνονται» μεταξύ τους, επειδή μόλις βρίσκει δουλειά ο ένας με 500 ευρώ τον μήνα ο άλλος απολύεται και, ενώ, η κάθε μικρή βουλώνει τα αυτιά της και σιγοκλαίει; Θα πει πως τα παιδιά τρέφονται με σκουπίδια δηλαδή με επεξεργασμένες καρκινογόνες τροφές, επειδή είναι φθηνές; Θα πει πως οι γονείς δεν έχουν χρήματα να αγοράσουν ελαιόλαδο; Ή θα πει τις αθλιότητες που ακούω, δηλαδή πως το ελαιόλαδο παχαίνει;!; Θα πει πως στέλνουν καθημερινά γεύματα στα παιδιά, επειδή έτσι κρύβουν την ανεπάρκειά τους ως κρατικοί λειτουργοί; Θα πει πως αντί να εφοδιάζονται οι σχετικές «υπηρεσίες» με σκακιέρες και να έρχονται καταξιωμένοι προπονητές να τα ξεστραβώσουν τα βομβαρδίζουν με «Δεξιότητες» και με κάθε λογής ανούσιες και βαρετές «Δράσεις»; Λες και αυτό θα έδινε λύση…Μήπως θα πει μόνον πως φταίει το διαδίκτυο; Πως φταίει ο ψηφιακός κόσμος που τα παιδιά αποχαυνώνονται; Θα πει πως δεν έχουν πού να παίξουν, επειδή είναι έτοιμοι να κάνουν μηνήσεις για λίγα εκατοστά γης; Ή θα πουν πως οι Γονείς αν βάλουν φραγές θα λυθεί το θέμα; Πως …
-Εγώ ακολουθώ τον νόμο, Θανάση… Έχω και πίεση… Προχθές είχα 15 και έτρεχα στα νοσοκομεία…Αν δε σου αρέσει, φεύγα! με διέκοψε αγανακτισμένος.
-Μμμμ! Εγώ έχω μόνιμα 20 πίεση και δεν πάω σε γιατρούς … Πάνω απ’ όλα είναι το Σύνταγμα, κύριε! Προσπαθώ να το υπηρετώ είπα κατακόκκινος, ψάχνοντας το συντομότερο διέξοδο από το σκοτεινό λαβύρινθο που είχα βρεθεί.
Η Γεωργίτσα είχε την τσάντα στον ώμο της. Περίμενε να έρθουν να την πάρουν. Ένιωθα να μουδιάζω και στάθηκα στα κρυφά να την παρατηρήσω μες από τα κάγκελα. Μού θύμισε πουλάκι που με απορία είχε μαζέψει την τραυματισμένη του φτερούγα. Μού θύμισε κι ένα παιδί που παρατημένο σε σταυροδρόμι και ψάχνοντας γύρω του δεν έβλεπε παρά άλλα σταυροδρόμια. Έναν ακροατή που βρέθηκε σε μια συναυλία χωρίς να μπορεί να ακούσει. Ένα γερμένο, σκονισμένο χριστουγεννιάτικο δεντράκι στη γωνιά κάποιου υπογείου χωρίς στολίδια και φωτάκια. Έναν τυφλό που τα απλωμένα, με λαχτάρα, χέρια του σπαρταρούν αναζητώντας μια λάμψη.
«Ένα λάθος και μια ντροπή είναι όλο αυτό. Κι εγώ ένας περιττός που δεν μπορεί να κάνει τίποτα …».
Η Γεωργίτσα με κοίταξε άξαφνα από το παράθυρο του αστικού που μόλις είχε ανεβεί. Έβαλε την παλάμη της στο παράθυρο: Μια καρδούλα ζωγράφισε με το φωτεινό της δαχτυλάκι. Και τότε τα ξανθά μαλλάκια της χάθηκαν … Κι εγώ ξέσπασα δε λυγμούς…

Κοινοποίηση της ανάρτησης:

Σχετικές αναρτήσεις

Ιστορικό

[pmpro_login redirect="/account/"]