«Αι τύψεις της συνειδήσεως ενός θρησκολήπτου δεν εποδίζουν να κάνει
ό,τι έχει σκοπό… αλλά μόνο του μειώνουν την απόλαυση»
(Μέντελ: Αυστριακός βοτανολόγος και κληρικός)
Του Ιερέως: Παναγιώτου Σ. Χαλκιά
Θα αρχίσω το σημερινό μου θέμα, φίλοι αναγνώστες, με ένα ερώτημα: Υπάρχει στις μέρες μας θέμα θρησκευτικού φανατισμού; Γιατί με την επέκταση και την άνοδο του μορφωτικού επιπέδου, με την καλλιέργεια των ηθών και την ανάπτυξη των δημοσίων και κοινωνικών σχέσεων, θα περίμενε κανείς την τέλεια εξάλειψη της μάστιγας αυτής, η οποία έχει αφήσει τις πλέον σκοτεινές σελίδες και απαίσιες αναμνήσεις στην ιστορία της ανθρωπότητας. Μακροχρόνιοι θρησκευτικοί πόλεμοι, επαναστάσεις και συγκρούσεις, ανθρωποσφαγές και λεηλασίες, εξορίες και αιματοχυσίες συνδέονται με το θρησκευτικό φανατισμό.
Βέβαια, τα κίνητρα δεν είναι πάντοτε θρησκευτικά, αλλά οι πρωτεργάτες των πολέμων αυτών επικαλούνται θρησκευτικές αντιθέσεις και χρησιμοποιούν ευρύτατα το θρησκευτικό φανατισμό των αντιπάλων. Προ ετών, στον πόλεμο μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν οι αντίπαλοι έδωσαν την εντύπωση ότι οι μεν Ινδοϊσταί πολεμούσαν για τον Βράχμα, οι δε μουσουλμάνοι για τον Μωάμεθ. Και το Ισραήλ και η Αίγυπτος δεν παραμελούν το θρησκευτικό φανατισμό, ούτε οι Τούρκοι κατά την εισβολή τους στην Κύπρο, τον άφησαν αναξιοποίητο. Κατά βάθος είναι μια ανίερη εκμετάλλευση του θρησκευτικού συναισθήματος, με το οποίον συσκοτίζουν και συγκαλύπτουν οι ηγέτες των αντιπάλων τους πραγματικούς τους σκοπούς. Εκείνο που προκαλεί ανησυχία είναι η εύκολη μεταβολή του θρησκευτικού συναισθήματος σε πηγή τυφλού φανατισμού και σε όργανο επιδίωξης σκοπών τελείως ξένων και αντίθετον προς την πίστη, ώστε να επαληθεύει το του Ευαγγελίου, «έρχεται ώρα ίνα πας ο αποκτείνας δόξει λατρείαν προσφέρειν τω Θεώ». (Ιω.16,3)
Ο φανατισμός είναι φαινόμενο κυρίως ψυχολογικό και αφορά την όλην προσωπικότητα του ανθρώπου. Έχει όμως, και κοινωνιολογικόν χαρακτήρα, γιατί επηρεάζεται πολύ από τις εξωτερικές επιδράσεις. Ο φανατισμός με κατάλληλη εξωτερική επίδραση αφυπνίζεται, καλλιεργείται και καθοδηγείται προς ορισμένο σκοπό. Ο φανατικός συνήθως εγκαταλείπει τον εαυτό του, χάνει την ελευθερία του, προσχωρεί σε άλλο στρατόπεδο και υποκύπτει σε άλλη δύναμη. Εχθρεύεται, μισεί και καταπολεμεί κάθε «δόξα», πίστη και αντίληψη γιατί είναι μισαλλόδοξος, υποκειμενιστής και καπηλευτής. Αποξενώνεται από τον εαυτό του, χάνει την προσωπικότητά του, γίνεται μια άβουλη ύπαρξη και προσκολλάται σε μια απρόσωπη και τυφλή δύναμη. Η δύναμη αυτή έχει το ένδυμα κάποιου ιδανικού, κάποιου θείου σκοπού, κάποιας υψηλής ιδέας για την επικράτηση ή διάδοση της οποίας καλείται ο φανατικός να αγωνιστεί με πάθος και «φανατισμό».
Υπάρχουν πολλά είδη φανατισμού. Κατ’αρχήν αφορά τη θρησκεία, αλλά υπάρχει ο πολιτικός και ο εθνικός φανατισμός, που αποτελεί εκτροπή και διαστροφή του πατριωτικού συναισθήματος. Υπάρχει ακόμα και ο επιστημονικός φανατισμός. Αλλά ο θρησκευτικός φανατισμός είναι ο πλέον ισχυρός και ανυπότακτος. Γιατί πηγάζει από βαθιά ψυχολογικά στρώματα, αναμοχλεύει όλο τον ψυχικό κόσμο και διαποτίζει την όλη προσωπικότητα. Από τον φανατικόν πηγάζουν τεράστιες δυνάμεις, τυφλές, όμως, και ανεξέλεγκτες, οι οποίες μετατρέπονται σε πράξεις και έργα που δεν ελέγχονται ούτε από την κρίση ούτε από τη λογική. Υπό την έννοια αυτήν, ο φανατικός είναι ένα πρόσωπο τραγικό και μια ύπαρξη διχασμένη. Ούτε γνώμη μεταβάλλει, ούτε θέμα αλλάζει. Μονοπωλεί την αλήθεια, την οποίαν κατά βάθος αγνοεί, απορρίπτει κάθε άλλη άποψη, αρνείται κάθε συζήτηση, αποκρούει κάθε αναθεώρηση ή βελτίωση των απόψεών του. Η ελευθερία, το δίκαιο, η αλήθεια, η αγάπη, το καθήκον, η αποστολή, η πίστη, αντικαθίστανται με αντίστοιχες αρνητικές ιδέες, χωρίς περιεχόμενο και σκοπό.
Αν και πολλοί θεωρούν το θρησκευτικό φανατισμό ως εκδήλωση βαθιάς πίστης, αφοσίωσης και αφιέρωσης στο Θεό, εν τούτοις αποτελεί φαινόμενο αρνητικό και επιζήμιο γιατί συνδέεται με την αμάθεια και την εμπάθεια, με έπαρση, τη φατρία και την αλαζονεία, με την ιδιοτέλεια και τη μισαλλοδοξία. Ο Χριστιανισμός υπέφερε πολλά από τη μάστιγα του φανατισμού. Τα σκοτεινότερα σημεία του και τα βαθύτερα τραύματα του (αιρέσεις, σχίσματα, Ιερά Εξέταση, κλπ.), προέρχονται από το φανατισμόν των οπαδών του, παρά από το μίσος των εχθρών του. Τα μεγάλα θέματα του χριστιανισμού (μοναχισμός, ιεραποστολή, λατρεία, εορτολόγιο, κλπ.), έχουν δοκιμάσει πολλές περιπέτειες. Ειδικότερα, η Ορθοδοξία στάθηκε κάπως τυχερή από τα άλλα ζητήματα του χριστιανισμού, γιατί διέθετε ένα ισχυρό αμυντικό όπλο: τον διάλογον. Ο διάλογος αυτός εδημιούργησε τον θεσμό των Οικουμενικών Συνόδων, με τον οποίον οι αιρέσεις, τα συστήματα της ειδωλολατρίας, ο γνωστικισμός, υποχώρησαν και διαλύθηκαν, η δε ευαγγελική αλήθεια διασώθηκε και εφώτισε όλη την οικουμένη. Φιλελεύθεροι και συντηρητικοί, παραδοσιακοί και προοδευτικοί, υποτακτικοί και αναρχικοί, ζηλωτές και ασκητές μέσα στο διάλογο των Οικουμενικών Συνόδων, έβρισκαν όλοι την ορθήν ερμηνεία και ασφαλή πορεία της πίστης.
Ο φανατισμός έχει προξενήσει πολλά και μεγάλα δεινά στην Εκκλησία. Ένα από τα μεγαλύτερα κακά είναι ότι εδυσφήμισε την θρησκευτική πίστη και εδημιούργησε την εντύπωση ότι η πολλή πίστη βλάπτει και εταύτισε τη βαθιά θρησκευτικότητα με τη θρησκομανία και τη θρησκοληψία, με το φατριασμό, τον κομματισμόν, και γενικά εδημιούργησε δυσμενή παράδοση. Άλλο φανατισμός και άλλο ενθουσιασμός. Βέβαια, και ο ζήλος χρειάζεται και η αγωνιστικότητα επιβάλλεται. Αλλά όταν υπεισέρχεται το μικρόβιο του φανατισμού, τότε ο ορίζοντας θολώνεται και η ορατότητα μειώνεται. Η αγάπη εκτοπίζεται και τη θέση της καταλαμβάνει ο φανατισμός, ο οποίος εύκολα μεταβάλλεται σε μεσσιανισμό και αίρεση. Ο αιρετικός έχει την πίστη, όχι όμως την αγάπη. Ο άνθρωπος της πίστης δεν είναι και άνθρωπος της αγάπης.
Η Εκκλησία πιστεύει στο διάλογο, αλλά ο διάλογος προϋποθέτει διαύγεια πνεύματος, νηφαλιότητα σκέψης και καθαρότητα πρόθεσης, πράγματα δηλ. τα οποία εξαφανίζει ο φανατισμός και στη θέση τους τοποθετεί το πάθος, την αδιαλλαξία και το μίσος. Προς αποφυγή του φανατισμού και των τρομερών συνεπειών αυτού και πατριαρχικοί θρόνοι εγκαταλείφθηκαν και αυτοκράτορες ευσεβείς παραιτήθηκαν, χάριν της γαλήνης και της ενότητας της Εκκλησίας. Τούτο, φυσικά, δεν σημαίνει ούτε προδοσία της πίστης, ούτε νόθευση της αλήθειας, αλλά προσφορά θυσίας και αγάπης υπέρ της Εκκλησίας και της σωτηρίας του ανθρώπου. Ένας κόμπος ποτέ δεν λύνεται με το τέντωμα και των δύο άκρων. «Μη τοίνυν αγριαίνωμεν, αλλά μετ’ επιεικείας διαλεγόμεθα. Ουδέν γάρ επιεικείας και πραότητας ισχυρότερον». (Ι. Χρυσόστομος).








