Μοιράζεται ο Νους,ανάμεσα σε δύο κόσμους Της πραγματικότητας και του ονείρου,των πειρασμών και της αγνότητας,της ελευθερίας και της αιχμαλωσίας.Ζει στον κόσμο τον φθαρτό αλλά έλκεται από τον άγνωστο,πνευματικό.Θέλει τα όμορφα,τα ιδεώδη,τα αιώνια,όμως λιμνάζει μέσα στην ψεύτικη ύλη,στην έρημο των λιγοστών απολαύσεων Και .όταν ο Νους κλείνεται στο δωμάτιο του,και κάνει αυτοκριτική λυπάται που χαράμισε την μέρα του,μαζεύοντας άχρηστες πληροφορίες.Προσπαθώντας να κυλήσει ο χρόνος για να έρθει το βράδυ νι΄θει τόσο κουρασμένος που στην ουσία δεν κατάφερε τίποτα ουσιαστικό.Δεν ακούει την φωνή της ψυχής που τον καλεί,φοβάται να χαλάσει τις τακτοποιημένες σκέψεις,τα σχέδια,και τα όνειρα που προετοιμάζει κάθε βράδυ για την επόμενη μέρα..Η ψυχή όμως δεν γεμίζει από υλικά πράγματα,δεν την νοιάζει τόσο πολύ η μέριμνα.Η ίδια θέλει να την πλησιάσει ο Νους να γίνουν ένα!Θέλησε και ο Νους να την γνωρίσει,δεν ήξερε τον δρόμο που θα τον οδηγούσε στο σπίτι της..Ρωτώντας καποιος του έδειξε το μονοπάτι για εκεί.Δύσκολος ο κατήφορος αλλά και ο ανήφορος κουραστικός.Μέρες περπατούσε ο Νους…Ανέβαινε.κατέβαινε χνάρι πουθενά,πελάγωσε ο κακομοίρης,αναποφάσιστος καταμεσής του δρόμου σκεφτόταν:Καλά δεν ήμουν στην συνήθεια μου;στην καθημερινότητα μου;τι το ήθελα το ψάξιμο;Κλαίει ο Νους μόνος και κενός να παλεύει με το μέσα του,χάθηκε ανάμεσα στον ανήφορο και στον κατήφορο της ζωής Μπλέχτηκε στον λαβύρινθο της λογικής και στην ύπαρξη του φωτός της ψυχής,που αμυδρά το έβλεπε μπροστά του.Τα μάτια του βλέπουν μόνο αυτά που αυτά που συνήθισαν να βλέπουν..Και όταν κουρασμένος πέφτει να κοιμηθει ακόμη και οι σκέψεις τον κυνηγούν..Ποθεί την ψυχή που έχασε αλλά και την φοβάται.Τον μαγεύει το άγνωστο,αλλά και τον απομακρύνει..Θέλει πολύ να την γνωρίσει και να ενωθεί μαζί της όμως από την άλλη θέλει και την βόλεψη του.Την οποία ξέρει να χειρίζεται αρκετά καλά.Πέρασαν τα χρόνια ..Ο Νους βάραινε,η ορεξη του για ψάξιμο εξασθενεί σιγά-σιγά..Μένει στάσιμος εκεί στην μέση του μονοπατιού Ακόμη εκεί είναι,τον βλέπω…..
Όλγα Κουτμηρίδου Μεταξά








