Του Ηλία Τσιαμήτρου
Βόρεια της Κλεισούρας, σε απόσταση είκοσι χιλιομέτρων, στέκει ένας λόφος διαφορετικός από τους άλλους. Ο λόφος αυτός είχε πριν τον Μάρτιο του 1941 υψόμετρο ακριβώς 731 μέτρα. Έτσι, κι αφού δεν είχε άλλο όνομα, πήρε το όνομά του από το υψόμετρό του. Λεγόταν ύψωμα 731, και μ’ αυτό το όνομα αναφερόταν στους στρατιωτικούς χάρτες των επιτελείων Ιταλών και Ελλήνων. Σε αυτόν τον λόφο, έλαβε χώρα η πιο λυσσώδης μάχη του αλβανικού έπους του 1940-41. Όταν αυτή η μάχη τελείωσε, κύριοι του υψώματος παρέμειναν οι ελληνικές δυνάμεις που το υπερασπίζονταν. Όμως, το ύψωμα 731 μετά το τέλος εκείνης της επικής μάχης είχε αλλάξει όνομα, καθώς το ύψος του λόγω των σφοδρών βομβαρδισμών των Ιταλών, είχε πλέον μειωθεί κατά πέντε ολόκληρα μέτρα!
Ο Μουσολίνι, έξαλλος από τις αποτυχίες του στρατού του στο αλβανικό μέτωπο, διέταξε την λεγόμενη «Εαρινή Επίθεση» με την κωδική ονομασία “Primavera”. Η αιχμή του δόρατος αυτής της επίθεσης ήταν η κατάληψη του υψώματος 731. Τον συγκεκριμένο λόφο υπερασπιζόταν το πέμπτο σύνταγμα πεζικού του ελληνικού στρατού, οι στρατιώτες του οποίου ήταν επί το πλείστον Θεσσαλοί. Επικεφαλής τους ένας πεισματάρης και ατρόμητος Ταγματάρχης, ο Δημήτριος Κασλάς. Η διαταγή του προς τους άντρες του έλεγε επί λέξει: «Επί των κατεχομένων θέσεων θα αμυνθώμεν μέχρις εσχάτων. Ουδείς θα κινηθεί προς τα οπίσω. Ο εχθρός θα διέλθει εκ της τοποθεσίας μας, μόνον όταν αποθάνωμεν άπαντες επί των θέσεών μας».
Η μάχη κράτησε δεκαπέντε ολόκληρες μέρες (9-24 Μαρτίου 1941). Σαν άλλος Ξέρξης στη Σαλαμίνα, ο Ιταλός δικτάτορας είχε εγκατασταθεί με το επιτελείο του σε απόσταση ασφαλείας στο παρατηρητήριο Κόμψι απ’ όπου θα παρακολουθούσε με τα κιάλια τον επερχόμενο θρίαμβο των ιταλικών μεραρχιών όπως τον διαβεβαίωναν οι στρατηγοί του. Τις πρώτες μέρες ήταν αισιόδοξος, πιστεύοντας πως καμιά στρατιωτική μονάδα δεν θα άντεχε το μπαράζ βομβαρδισμών που είχαν εξαπολύσει το πυροβολικό και η αεροπορία του στο ύψωμα. Καθώς όμως ο καιρός περνούσε, η αισιοδοξία του μετατράπηκε σε οργή. Έβριζε τους επιτελείς του με χυδαιότητα κατηγορώντας τους για έλλειψη επιθετικού πνεύματος και ανικανότητα. Μόλις στις 21 Μαρτίου συνειδητοποίησε πως το ύψωμα 731 δεν θα έπεφτε ποτέ. Τότε, αφού κατσάδιασε για τελευταία φορά τους στρατηγούς του, μάζεψε τα βρεγμένα του και απογοητευμένος εγκατέλειψε το μέτωπο στις 22 του μήνα. Ταπεινωμένος βαθιά μέσα του ο Μουσολίνι δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά στο μέτωπο της Αλβανίας.
Σε ‘κείνο το ύψωμα, ιστορήθηκε με τα μελανότερα χρώματα όλη η φρίκη του πολέμου. Έλληνες και Ιταλοί στρατιώτες, εχθροί στη μάχη, πέθαιναν ο ένας πλάι στον άλλο και πορεύονταν σχεδόν συντροφικά στην ανυπαρξία. Οι μαρτυρίες όσων επέζησαν αυτού του χαλασμού είναι σπαραχτικές.
«Το ύψωμα δεν είχε πια δέντρα, ούτε θάμνους, ούτε χορτάρι. Ήταν ένα γυμνό βουνό από ανακατεμένο χώμα, πέτρες και σίδερα. Το χειρότερο ήταν οι νεκροί. Ήταν παντού. Ιταλοί και δικοί μας, ο ένας πάνω στον άλλον. Πολλές φορές, για να καλυφθούμε από τα νέα πυρά, αναγκαζόμασταν να ταμπουρωθούμε πίσω από τα κορμιά των σκοτωμένων συντρόφων μας. Η μυρωδιά της μπαρούτης και του θανάτου δεν έφευγε από τα ρουθούνια μας».
«Οι Ιταλοί ανέβαιναν σίγουροι ότι δεν είχε μείνει κανείς μας. Βγήκαμε μέσα από τα χώματα σαν τρελοί. Δεν υπήρχε φόβος εκείνη τη στιγμή, μόνο μια μανία. Τους χτυπούσαμε με τους υποκόπανους των όπλων, με τις πέτρες, με τα χέρια. Οι Ιταλοί τα έχασαν, δεν περίμεναν να δουν ζωντανούς ανθρώπους να βγαίνουν μέσα από εκείνο το καμίνι».
«Το τι έγινε εκείνη την ημέρα δεν περιγράφεται. Η γη έτρεμε ολόκληρη, τα αυτιά μας έτρεχαν αίμα από την πίεση των εκρήξεων. Το βουνό άνοιγε στα δύο. Δεν βλέπαμε τον ήλιο από το χώμα και τον καπνό. Ήμασταν θαμμένοι ζωντανοί μέσα στα χαρακώματα και περιμέναμε πότε θα έρθει η σειρά μας. Όταν σταμάτησε το κανόνι, δεν πιστεύαμε ότι ήμασταν ζωντανοί. Κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον σαν να βλέπαμε φαντάσματα».
«Είχαμε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Δεν ξέραμε αν ήταν μέρα ή νύχτα, αν ήταν Δευτέρα ή Τετάρτη. Το μόνο που ξέραμε ήταν ότι έπρεπε να γεμίζουμε το όπλο και να ρίχνουμε. Ήμασταν νηστικοί, διψασμένοι, γεμάτοι ψείρες και λάσπη, αλλά μέσα μας υπήρχε ένα πείσμα. Μας έλεγαν «κρατήστε» και κρατούσαμε, χωρίς να ξέρουμε κι εμείς οι ίδιοι πού βρήκαμε τη δύναμη».
Οι μαρτυρίες από την πλευρά των Ιταλών ήταν ανάλογες:
«Οι άνδρες μας επιτίθεντο με αυτοθυσία, αλλά κάθε φορά που πλησίαζαν στην κορυφή, οι Έλληνες εμφανίζονταν μέσα από το πουθενά, σαν να έβγαιναν από τα σπλάχνα της γης. Ήταν αδύνατο να καταλάβουμε πώς επιζούσαν μετά από τέτοιο βομβαρδισμό. Οι απώλειές μας ήταν τρομακτικές και το ηθικό των ανδρών είχε κλονιστεί ανεπανόρθωτα. Η ορμή μας έσπασε πάνω σε έναν τοίχο από λόγχες».
«Το Ύψωμα 731 ήταν μια κόλαση. Το πυροβολικό μας το είχε μεταβάλει σε ένα άμορφο τοπίο από χώμα και πέτρες, χωρίς κανένα ίχνος βλάστησης. Κι όμως, κάθε φορά που το πεζικό μας προήλαυνε πιστεύοντας ότι δεν είχε απομείνει κανείς ζωντανός, οι Έλληνες ξεπρόβαλαν μέσα από τα ερείπια. Πολεμούσαν σαν δαιμονισμένοι, με μια αγριότητα που μας πάγωνε το αίμα».
«Όταν φτάναμε κοντά στα ελληνικά χαρακώματα, αντί να δούμε λευκές σημαίες, βλέπαμε ανθρώπους με ματωμένους επιδέσμους, με σχισμένες στολές, να μας επιτίθενται κραυγάζοντας. Δεν έμοιαζαν με τακτικό στρατό, έμοιαζαν με φαντάσματα που ζητούσαν εκδίκηση».
«Τα χειρουργεία μας είχαν γεμίσει με ακρωτηριασμένους. Αλλά το χειρότερο δεν ήταν τα σωματικά τραύματα. Ήταν το βλέμμα των στρατιωτών που επέστρεφαν από το 731. Ήταν το βλέμμα ανθρώπων που είχαν δει τον χάρο με τα μάτια τους. Πολλοί από αυτούς έκλαιγαν σαν παιδιά, αρνούνταν να μιλήσουν ή φώναζαν στον ύπνο τους για τους Έλληνες που τους καταδίωκαν με τις λόγχες».
«Μας είπαν ότι στο Ύψωμα 731 δεν είχε μείνει τίποτα ζωντανό. Μας διαβεβαίωσαν ότι οι οβίδες και οι βόμβες της αεροπορίας είχαν λιώσει τους Έλληνες. Κι όμως, μόλις πατήσαμε την κορυφή, βγήκατε μέσα από τη γη σαν δαίμονες. Αυτό δεν ήταν πόλεμος ανθρώπων, ήταν κόλαση. Δεν μπορούμε να νικήσουμε στρατιώτες που προτιμούν να θαφτούν ζωντανοί παρά να εγκαταλείψουν τη θέση τους».
Το ύψωμα 731 δεν έπεσε. Το τίμημα ήταν βαρύ και από τις δύο πλευρές. Χιλιάδες νεκροί και τραυματίες, τριπλάσιοι Ιταλοί από τους Έλληνες. Οι μεραρχίες Puglie και Bari αποδεκατίστηκαν. Η «Εαρινή Επίθεση» απέτυχε οικτρά. Το γόητρο του Μουσολίνι υπέστη συντριπτικό πλήγμα. Ποτέ δεν ανέκαμψε από εκείνη τη συμφορά. Ο πόλεμος συνεχίστηκε για λίγες μέρες ακόμη σε σταθερό μέτωπο μέχρι που οι Γερμανοί εισέβαλλαν στη χώρα μας και ο ελληνικός στρατός αν και νικηφόρος απέναντι στους Ιταλούς αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει. Η χώρα μας έμπαινε σε μια ζοφερή περίοδο τριπλής (γερμανικής, ιταλικής, βουλγαρικής) κατοχής. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.








