Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του δημοσιογράφου Κώστα Καλλίτση που διάβασα στην «Καθημερινή» αναδεικνύει την ιδιότυπη «κουλτούρα των 120 δόσεων» που έχει δημιουργηθεί στη χώρα μας. Μια ρύθμιση που εμφανίζεται, κατά κανόνα, σε προεκλογικές περιόδους, για να εξαφανίζεται στη συνέχεια και να επανέρχεται κάποια στιγμή με άλλη μορφή και διαφορετικό αριθμό δόσεων.
Μήπως, όμως, ήρθε η ώρα να δούμε το θέμα διαφορετικά;
Κακώς οι κυβερνώντες θυμούνται τις 120 δόσεις μόνο προεκλογικά. Αντίθετα, σε μια κοινωνία που έχει περάσει οικονομικές κρίσεις, πανδημία, πληθωρισμό και μια παρατεταμένη πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα νοικοκυριών και μικρών επιχειρήσεων, μια μακροχρόνια και ρεαλιστική ρύθμιση μπορεί να αποτελεί τη μόνη πραγματική δυνατότητα είσπραξης χρεών που διαφορετικά θα παραμείνουν ληξιπρόθεσμα.
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να ανακαλύπτουμε κάθε προεκλογική περίοδο τις 120 δόσεις. Είναι να τις θεσμοθετήσουμε μόνιμα, με σαφείς κανόνες και προϋποθέσεις. Να ξέρει ο οφειλέτης ότι, εφόσον αποδεδειγμένα αδυνατεί να πληρώσει ολόκληρη την οφειλή του, υπάρχει ένας σταθερός μηχανισμός που του επιτρέπει να την εξυπηρετήσει σε βάθος χρόνου. Να ξέρει και το Δημόσιο ότι αντί να κυνηγά επί χρόνια ανείσπρακτες οφειλές, μπορεί να εισπράττει κάθε μήνα ένα ποσό που σήμερα ενδεχομένως δεν εισπράττει καθόλου.
Και βεβαίως υπάρχουν οι «μπαταχτσήδες». Υπήρχαν πριν από τις 120 δόσεις και θα υπάρχουν και μετά από αυτές. Δεν μπορεί όμως η Πολιτεία, εξαιτίας μιας μειοψηφίας που επιλέγει συνειδητά να μην πληρώνει ενώ μπορεί, να αφήνει να καταστρέφονται νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις που θέλουν να πληρώσουν και χρειάζονται μια δόση που μπορούν πραγματικά να αντέξουν. Ο νοικοκύρης που χρωστά 10.000 ή 20.000 ευρώ και δεν μπορεί να τα καταβάλει σήμερα, μπορεί να είναι σε θέση να εξοικονομεί κάθε μήνα ένα συγκεκριμένο ποσό και να εξυπηρετεί κανονικά μια ρύθμιση. Αυτός δεν ζητά χάρη. Ζητά μια ευκαιρία να είναι συνεπής.
Ας σταματήσει, λοιπόν, το παιχνίδι των προεκλογικών ρυθμίσεων. Οι 120 δόσεις, με ασφαλιστικές δικλίδες για τους κατ’ επανάληψη ασυνεπείς, μπορούν να αποτελέσουν μόνιμο εργαλείο κοινωνικής προστασίας αλλά και εισπρακτικής πολιτικής του Δημοσίου.
Γιατί το ζητούμενο είναι να μπορεί να πληρώσει εκείνος που πραγματικά θέλει να πληρώσει και αυτό δεν πρέπει να το θυμάται η Πολιτεία μόνο όταν πλησιάζουν οι κάλπες.
Ζήσης Μιχ. Πατσίκας
Μήπως, όμως, ήρθε η ώρα να δούμε το θέμα διαφορετικά;
Κακώς οι κυβερνώντες θυμούνται τις 120 δόσεις μόνο προεκλογικά. Αντίθετα, σε μια κοινωνία που έχει περάσει οικονομικές κρίσεις, πανδημία, πληθωρισμό και μια παρατεταμένη πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα νοικοκυριών και μικρών επιχειρήσεων, μια μακροχρόνια και ρεαλιστική ρύθμιση μπορεί να αποτελεί τη μόνη πραγματική δυνατότητα είσπραξης χρεών που διαφορετικά θα παραμείνουν ληξιπρόθεσμα.
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να ανακαλύπτουμε κάθε προεκλογική περίοδο τις 120 δόσεις. Είναι να τις θεσμοθετήσουμε μόνιμα, με σαφείς κανόνες και προϋποθέσεις. Να ξέρει ο οφειλέτης ότι, εφόσον αποδεδειγμένα αδυνατεί να πληρώσει ολόκληρη την οφειλή του, υπάρχει ένας σταθερός μηχανισμός που του επιτρέπει να την εξυπηρετήσει σε βάθος χρόνου. Να ξέρει και το Δημόσιο ότι αντί να κυνηγά επί χρόνια ανείσπρακτες οφειλές, μπορεί να εισπράττει κάθε μήνα ένα ποσό που σήμερα ενδεχομένως δεν εισπράττει καθόλου.
Και βεβαίως υπάρχουν οι «μπαταχτσήδες». Υπήρχαν πριν από τις 120 δόσεις και θα υπάρχουν και μετά από αυτές. Δεν μπορεί όμως η Πολιτεία, εξαιτίας μιας μειοψηφίας που επιλέγει συνειδητά να μην πληρώνει ενώ μπορεί, να αφήνει να καταστρέφονται νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις που θέλουν να πληρώσουν και χρειάζονται μια δόση που μπορούν πραγματικά να αντέξουν. Ο νοικοκύρης που χρωστά 10.000 ή 20.000 ευρώ και δεν μπορεί να τα καταβάλει σήμερα, μπορεί να είναι σε θέση να εξοικονομεί κάθε μήνα ένα συγκεκριμένο ποσό και να εξυπηρετεί κανονικά μια ρύθμιση. Αυτός δεν ζητά χάρη. Ζητά μια ευκαιρία να είναι συνεπής.
Ας σταματήσει, λοιπόν, το παιχνίδι των προεκλογικών ρυθμίσεων. Οι 120 δόσεις, με ασφαλιστικές δικλίδες για τους κατ’ επανάληψη ασυνεπείς, μπορούν να αποτελέσουν μόνιμο εργαλείο κοινωνικής προστασίας αλλά και εισπρακτικής πολιτικής του Δημοσίου.
Γιατί το ζητούμενο είναι να μπορεί να πληρώσει εκείνος που πραγματικά θέλει να πληρώσει και αυτό δεν πρέπει να το θυμάται η Πολιτεία μόνο όταν πλησιάζουν οι κάλπες.
Ζήσης Μιχ. Πατσίκας








